241/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 241 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated241/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 241 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 241 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 241/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 2) Θ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Φ. του Β., κατοίκου ..., 4) Β. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Ζ. Π. του Λ., κατοίκου ... και 6) Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Χουστουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. συζ. Δ. Μ., θυγ. Κ. Φ., 2) Δ. Μ. του Δ., συζ. Γ. Κ. και 3) Α. Μ. του Δ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17120/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2634/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 20-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 2634/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 57/2015 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2634/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Ειδικότερα, με την από 4.4.2013 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι τόσον αυτοί όσον και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες είναι κύριοι των περιγραφομένων σ’ αυτήν διαιρετών χώρων - διαμερισμάτων πολυώροφης οικοδομής, επί της οδού ..., στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., η λειτουργία της οποίας διέπεται από κανονισμό που έχει νόμιμα μεταγραφεί και σύμφωνα με τον οποίο η πολυκατοικία διοικείται από την γενική συνέλευση, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι συνιδιοκτήτες και η οποία συνεδριάζει και αποφασίζει έγκυρα με βάση τους ειδικότερους όρους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Ζήτησαν δε, εκτός άλλων, να κηρυχθεί άκυρη η απόφαση της γενικής συνελεύσεως των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών της ως άνω οικοδομής, που λήφθηκε στις 28.11.2012 από τους εναγομένους και την οποία πληροφορήθηκαν στα τέλη Φεβρουαρίου 2013, με την οποία παράνομα και σε αντίθεση με τον κανονισμό προέβησαν οι εναγόμενοι σε αλλαγή του συστήματος θερμάνσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, αποκόπηκαν από την κεντρική θέρμανση και εγκατέστησαν θέρμανση φυσικού αερίου. Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του Κ.Πολ.Δικ.) εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η με αριθμό 17120/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την από 11.10.2013 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή και, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως και την διακράτηση και εκδίκαση κατ’ ουσίαν της υποθέσεως, έγινε δεκτή η αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και κηρύχθηκε άκυρη η από 28.11.2012 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών της προαναφερόμενης οικοδομής. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3741/ 1929 "επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας, ίνα δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσουν τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 εδ. β’ του ιδίου νόμου "εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας, ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων έκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου, ή διαμερίσματος, ου είναι κύριος". Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του αυτού νόμου "πάσα σύμβασις κανονίζουσα ή μεταβάλλουσα τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταχωρείται εις το βιβλίο μεταγραφών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι μεταξύ των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή βαρών των συνιδιοκτητών κοινής οικοδομής, διαιρεμένης κατ’ ορόφους ή μέρη αυτών, τα οποία, ελλείψει συμφωνίας τους, επιβάλλονται σ’ αυτούς με βάση την αξία του ορόφου ή διαμερίσματος, που είναι κύριοι, περιλαμβάνεται και η συμμετοχή καθενός από τους συνιδιοκτήτες στη δαπάνη συντηρήσεως και λειτουργίας της κεντρικής θερμάνσεως. Η συμφωνία για τον τρόπο κατανομής των κοινόχρηστων δαπανών στις χωριστές ιδιοκτησίες και ο καθορισμός των ποσοστών, που γίνεται στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό, δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες και τους διαδόχους τους. Για να μεταβληθεί η συμφωνηθείσα ποσοστιαία συμμετοχή των χωριστών ιδιοκτησιών στις κοινές δαπάνες, πρέπει να γίνει τροποποίηση του κανονισμού με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή (ΑΠ 566/2013). Τέλος στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του π.δ. 420/1987, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 3175/2003, ορίζεται ότι, για την προώθηση της χρήσεως του φυσικού αερίου σε κτίρια, τα οποία περιλαμβάνουν περισσότερες από μία οριζόντιες ιδιοκτησίες και στα οποία δεν υπάρχει εκ κατασκευής σχετική εγκατάσταση, οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των συνιδιοκτητών σχετικά με την αλλαγή καυσίμου σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις κεντρικής θερμάνσεως με υγρά καύσιμα και τη σύνδεση αυτών με το δίκτυο φυσικού αερίου λαμβάνονται με πλειοψηφία του μισού αριθμού και μίας επί πλέον των ψήφων των συνιδιοκτητών, ανεξάρτητα από τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στον κανονισμό ρύθμισης των σχέσεων αυτών. Επίσης ορίζεται ότι, με την ίδια πλειοψηφία, λαμβάνεται και κάθε άλλη απόφαση των συνιδιοκτητών, που αφορά στην εφαρμογή των παραπάνω αποφάσεων και, ενδεικτικώς, στην τροποποίηση ή αντικατάσταση των υφισταμένων εγκαταστάσεων θερμάνσεως, στην αλλαγή εξοπλισμού, σε επεμβάσεις στις όψεις του κτιρίου, στην όδευση σωληνώσεων και αγωγών, στην τοποθέτηση καπναγωγών και εν γένει σε κάθε απαραίτητη μεταρρύθμιση, μεταβολή ή επέμβαση στους κοινόκτητους ή κοινόχρηστους χώρους του κτιρίου. Ορίζεται, τέλος, ότι, με την ίδια πλειοψηφία, δύναται να λαμβάνεται απόφαση για τη μόνιμη αποσύνδεση από το δίκτυο κεντρικής θερμάνσεως του κτιρίου με χρήση υγρών καυσίμων και τη σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου, όσων κυρίων μεμονωμένων ιδιοκτησιών προβαίνουν σε τοποθέτηση αυτοτελούς μόνιμης εγκατάστασης θερμάνσεως με χρήση φυσικού αερίου, ανεξάρτητα από αντίθετη πρόβλεψη στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών της οικοδομής. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, σαφώς, ότι σκοπός της εισαγωγής τους είναι η επέκταση της χρήσεως του φυσικού αερίου, ως καύσιμης ύλης, στα ήδη υφιστάμενα συστήματα κεντρικής θερμάνσεως των οικοδομών και, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, διότι διατηρούνται οι επιφυλάξεις ή οι φόβοι της ως άνω ελάχιστης πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών, η διευκόλυνση της αποσυνδέσεως από τα εν λόγω συστήματα όσων ιδιοκτητών επιθυμούν να εγκαταστήσουν αυτοτελή [ατομική, αντί της κεντρικής] θέρμανση με χρήση φυσικού αερίου μόνο στη δική τους ιδιοκτησία. Η απόφαση της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών δεν είναι αναγκαία, ανεξαρτήτως αντίθετης πρόβλεψης στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, στην περίπτωση που η τοποθέτηση ανεξάρτητης μόνιμης εγκατάστασης θερμάνσεως με χρήση φυσικού αερίου διενεργείται από κύριες μεμονωμένες ιδιοκτησίες σε υφιστάμενες οικοδομές, οι οποίες δεν έχουν εγκατάσταση κεντρικής θερμάνσεως. Επομένως, είναι αναγκαία η συναίνεση της γενικής συνελεύσεως των ιδιοκτητών, παρεχόμενη κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, προκειμένου να επιτραπεί εγκατάσταση φυσικού αερίου σε μεμονωμένες ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε οικοδομές που έχουν εγκατάσταση κεντρικής θερμάνσεως (ΑΠ 629/2007). Περαιτέρω, από την προαναφερθείσα διάταξη του Π.Δ/τος 420/1987, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 3175/2003 προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη απόφαση των συνιδιοκτητών λαμβάνεται σε γενική συνέλευση, συγκαλούμενη κατά τον προβλεπόμενο στον οικείο κανονισμό τρόπο, και κατ’ απόλυτη πλειοψηφία των συνιδιοκτητών και όχι με συγκέντρωση απλώς υπογραφών με περιφορά στους συνιδιοκτήτες, αφού στην περίπτωση αυτή δεν εξασφαλίζεται η ύπαρξη του αναγκαίου λόγου και αντίλογου που προηγείται της λήψεως αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως νομότυπα συγκροτούμενης (ΑΠ 1073/2013). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 101 του Α.Κ. η ακυρότητα της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως (σωματείου ή άτυπης ενώσεως προσώπων, όπως είναι η κοινωνία της συνιδιοκτησίας) για παράβαση του νόμου ή του καταστατικού, κηρύσσεται με απόφαση του Δικαστηρίου ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε στην απόφαση ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως κατ’ ουσίαν αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι των παρακάτω αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, στις οποίες αντιστοιχεί συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας 52% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων μιας πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας), αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο - πυλωτή, έξι ορόφους και κεραμοσκεπή, η οποία ανεγέρθηκε σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας τους, με αριθμό…, που βρίσκεται στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στον ομώνυμο Δήμο, στο ... του συνοικισμού ... και επί της οδού ... εμβαδού σύμφωνα με πρόσφατη καταμέτρηση 275 τετραγωνικών μέτρων και έχει υπαχθεί στο νομικό καθεστώς του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ. Συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../21-6-2001 συμβολαιογραφικής πράξης διανομής άκτιστου χώρου και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαίρης ή Μαρίας Χριστοδούλου - Συλλαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμόν .../29-3-2002 τροποποιητική πράξη της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες οικοπεδούχοι του εν λόγω οικοπέδου προχώρησαν σε διανομή μεταξύ τους του άκτιστου χώρου και του δικαιώματος ανέγερσης από την εργολάβο εταιρία πριν από την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της πιο πάνω οικοδομής και συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία για όλους τους χώρους της ανεγερθησόμενης οικοδομής, ώστε όλοι οι διαιρετοί χώροι της οικοδομής να αποτελούν αυτοτελείς, διαιρετές και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες που θα διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ. Ειδικότερα, με την πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη διανομής και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι, νομείς και κάτοχοι των εξής οριζόντιων ιδιοκτησιών: 1) Η πρώτη απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή: α) ένα διαμέρισμα του πρώτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 1, εμβαδού μικτού 54,50 τ.μ. και καθαρού 39,32 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 11,28 τ.μ. και β) ένα διαμέρισμα του δευτέρου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 54 τ.μ. και καθαρού 38,94 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 11,28 τ.μ. 2) Η δεύτερη απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα διαμέρισμα του έκτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, εμβαδού μικτού 111,50 τ.μ. και καθαρού 80,36 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 16/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 14,70 τ.μ. και 3) Ο τρίτος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή: α) ένα διαμέρισμα του τετάρτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 1, εμβαδού μικτού 32 τ.μ. και καθαρού 23 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 4,11/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής και β) ένα διαμέρισμα του τετάρτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 79,50 τ.μ. και καθαρού 57,36 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 11,89/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 12,32 τ.μ. Επιπλέον, δυνάμει του ίδιου ως άνω συμβολαίου, οι ενάγοντες τυγχάνουν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του δικαιώματος της μελλοντικής σε ύψος επέκτασης της άνω οικοδομής, στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 4/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι είναι κύριοι, νομείς και κάτοχοι των παρακάτω αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, στις οποίες αντιστοιχεί συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας 48% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της ίδιας οικοδομής. Ειδικότερα: 1) Η πρώτη εναγομένη είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του πρώτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 54 τ.μ. και καθαρού 38,94 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8,34/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 6,50 τ.μ. 2) Η δεύτερη εναγομένη είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του δευτέρου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 1, εμβαδού μικτού 54,50 τ.μ. και καθαρού 40,33 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8,34/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 6,50 τ.μ. 3) Η τρίτη εναγομένη είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του τρίτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 1, εμβαδού μικτού 47,84 τ.μ. και καθαρού 34,34 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 6,78/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 6,50 τ.μ. 4) Ο τέταρτος εναγόμενος είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του τρίτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 62,67 τ.μ. και καθαρού 44,93 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8,88/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 12,65 τ.μ. 5) Ο πέμπτος εναγόμενος είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του πέμπτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 1, εμβαδού μικτού 56,21 τ.μ. και καθαρού 40,33 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 8,16/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 9 τ.μ. και, τέλος, 6) Ο έκτος εναγόμενος είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός διαμερίσματος του πέμπτου επάνω από την πυλωτή ορόφου, με αριθμό 2, εμβαδού μικτού 54,20 τ.μ. και καθαρού 38,94 τ.μ., στο οποίο αναλογεί και αντιστοιχεί ποσοστό 7,50/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής, με έναν αποθηκευτικό χώρο στο υπόγειο της οικοδομής ως παρακολούθημα του διαμερίσματος, εμβαδού 11 τ.μ. Για τη ρύθμιση των σχέσεων των συνιδιοκτητών από τη σχέση της οροφοκτησίας στην προαναφερόμενη οικοδομή, συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Αικατερίνη Κουρκούτη ο υπ’ αριθμόν ...24-2-2004 κανονισμός πολυκατοικίας, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ... και με αριθμό ..., με τον οποίο καθορίσθηκαν, μεταξύ άλλων και οι προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη αποφάσεων της γενικής συνέλευσης της οικοδομής. Περαιτέρω, στον πίνακα κατανομής ποσοστών, που προσαρτήθηκε στον πιο πάνω κανονισμό και συντάχθηκε από την εργολάβο εταιρία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", αποτυπώνονται τα ποσοστά ψήφων που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και δη χωριστά στην καθεμία από αυτές και συμμετέχουν νόμιμα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Από τον παραπάνω πίνακα προκύπτει, ειδικότερα, ότι στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με αριθμό 1, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 7,07%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό 2, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 7,78%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του έκτου ορόφου, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 19,46%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου με αριθμό 1, ιδιοκτησίας του τρίτου ενάγοντος, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 4,59% και στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου με αριθμό 2, ιδιοκτησίας του τρίτου ενάγοντος, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 13,07%, δηλαδή συνολικά οι ενάγοντες είναι κύριοι ιδιοκτησιών, που κατέχουν ποσοστό ψήφων της συνιδιοκτησίας ίσο με 51,97%, το οποίο αποτελεί την πλειοψηφία των ψήφων των συνιδιοκτητών. Από τον ίδιο πίνακα, προκύπτουν τα ποσοστά ψήφων, που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγομένων και, ειδικότερα, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με αριθμό 2, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 6,92%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό 1, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 7,96%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου με αριθμό 1, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 6,52%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου με αριθμό 2, ιδιοκτησίας της τετάρτου εναγομένου, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 9,15%, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου με αριθμό 1, ιδιοκτησίας του πέμπτου εναγομένου, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 8,85% και, τέλος, στο αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου με αριθμό 2, ιδιοκτησίας του έκτου εναγομένου, αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων 8,63%, δηλαδή συνολικά οι εναγόμενοι είναι κύριοι ιδιοκτησιών, που κατέχουν ποσοστό ψήφων της συνιδιοκτησίας ίσο με 48,03%, το οποίο αποτελεί τη μειοψηφία των ψήφων των συνιδιοκτητών. Στον προαναφερόμενο δε κανονισμό πολυκατοικίας και στο άρθρο 13 αυτού ορίζονται τα εξής: (παρ. 1) "Η πολυκατοικία διοικείται από τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, στην οποία δικαιούται να μετέχει κάθε συνιδιοκτήτης αυτοπροσώπως ή με ειδικό αντιπρόσωπό του, οριζόμενο με έγγραφη εξουσιοδότηση. Ο αριθμός των ψήφων... είναι εκατό (100)". (παρ. 2) "Η γενική συνέλευση συνεδριάζει και αποφασίζει έγκυρα αν είναι παρόντα σ’ αυτή ή εκπροσωπούνται τα τρία τέταρτα (3/4) της όλης συνιδιοκτησίας. Αν δεν γίνει απαρτία, η συνέλευση συνεδριάζει χωρίς άλλη πρόσκληση την αντίστοιχη ημέρα της επόμενης εβδομάδας στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο. Στην επαναληπτική αυτή συνεδρίαση, για ύπαρξη απαρτίας δεν απαιτείται η παρουσία ορισμένου ποσοστού συνιδιοκτησίας, εκτός αν αλλιώς ορίζει ο νόμος ή ο παρών κανονισμός". (παρ. 3) "Η τακτική γενική συνέλευση συνέρχεται σε τακτή ημέρα και σε χώρο του κτιρίου που υποδεικνύει ο διαχειριστής... μετά από πρόσκληση του διαχειριστή που αναρτάται σε πρόσφορο χώρο του κτιρίου, στην οποία αναγράφονται ο τόπος, η ημέρα και η ώρα της συνεδρίασης και τα προς συζήτηση θέματα...". (παρ. 4) "Έκτακτα συγκαλείται η γενική συνέλευση οποτεδήποτε είτε με πρόσκληση του διαχειριστή είτε με πρόσκληση συνιδιοκτητών που εκπροσωπούν το ένα τέταρτο (1/4) της συνιδιοκτησίας. Η πρόσκληση αυτή πρέπει να γνωστοποιηθεί στους συνιδιοκτήτες κατά τα ανωτέρω και να περιέχει τα προς συζήτηση θέματα, τον τόπο, την ώρα και την ημέρα συνεδρίασης". (παρ. 5) "Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με πλειοψηφία του μισού αριθμού και μιας ακόμη των ψήφων των παρόντων συνιδιοκτητών, εκτός αν κατά το νόμο ή τον παρόντα κανονισμό χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, προτιθέμενοι να αποσυνδέσουν τις ιδιοκτησίες τους από το σύστημα κεντρικής θέρμανσης της επίδικης οικοδομής και να προβούν σε τοποθέτηση ανεξάρτητης μόνιμης εγκατάστασης θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου, φέρεται ότι συνήλθαν εκτάκτως την 28-11-2012 σε γενική συνέλευση και ότι έλαβαν ομόφωνη απόφαση για την αποσύνδεση των ιδιοκτησιών τους από την κεντρική θέρμανση της οικοδομής και την σύνδεση με το δίκτυο παροχής φυσικού αερίου. Γενική, όμως, συνέλευση των συνιδιοκτητών για τη λήψη απόφασης αναφορικά με τη σκοπούμενη ενέργεια ουδέποτε συνήλθε κατά την ανωτέρω ημερομηνία και μάλιστα νομότυπα, είτε μετά από πρόσκληση της νόμιμα εκλεγμένης στις 11-11-2012 με απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης διαχειρίστριας Φ. Μ. (πρώτης ενάγουσας), είτε μετά από πρόσκληση συνιδιοκτητών που εκπροσωπούσαν το ένα τέταρτο (1/4) της συνιδιοκτησίας, η οποία να γνωστοποιήθηκε σε όλους τους συνιδιοκτήτες και να περιείχε τα προς συζήτηση θέματα, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της συνεδρίασης, όπως ορίζει σχετικά με τη νόμιμη συγκρότηση της γενικής συνέλευσης η παρ. 4 του άρθρου 13 του κανονισμού της συγκεκριμένης οικοδομής, ώστε οι ενάγοντες να λάβουν γνώση της επικείμενης συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης, για να καταθέσουν τις απόψεις τους και να εκφράσουν (εφόσον επιθυμούσαν) τον αντίλογο επί της προταθείσας χρήσης φυσικού αερίου στην οικοδομή τους με την ταυτόχρονη αποσύνδεση από το σύστημα κεντρικής θέρμανσης με χρήση υγρών καυσίμων, που λειτουργούσε μέχρι τότε. Αντίθετα, όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, περιφέρθηκε μεταξύ των εναγομένων το νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες προτυπωμένο έντυπο "πρακτικό απόφασης γενικής συνέλευσης", επί του οποίου αυτοί (εναγόμενοι) και δη ο καθένας παραπλεύρως του ονοματεπωνύμου του έθεσαν την ιδιόχειρη υπογραφή τους. Τούτο, ακολούθως, προσκόμισαν οι εναγόμενοι, μαζί με άλλα δικαιολογητικά, στην "Εταιρεία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης ΑΕ" και ζήτησαν να προχωρήσει η εγκατάσταση και σύνδεση του δικτύου φυσικού αερίου στην οικοδομή τους. Έτσι, η εν λόγω εταιρία προέβη στις απαραίτητες τεχνικές ενέργειες, για να πραγματοποιηθεί η αιτούμενη σύνδεση. Αλλ’ ούτε η επίμαχη απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών λήφθηκε με την απαιτούμενη κατά το νόμο πλειοψηφία του μισού αριθμού και μίας επιπλέον των ψήφων αυτών, όπως επιβάλλει η μνημονευθείσα στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του π.δ. 420/1987 και, συγκεκριμένα, για την επίδικη οικοδομή, όπου ο αριθμός των ψήφων ανέρχεται σε εκατό (100), με την απαιτούμενη πλειοψηφία των πενήντα (50) συν μίας ψήφων, καθόσον στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγομένων αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων για τη λήψη αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών ίσο με 48,03%, νώ οι ενάγοντες τυγχάνουν κύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών, στις οποίες αντιστοιχεί ποσοστό ψήφων ίσο με 51,97%.
Συνεπώς, μόνοι οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν κατά νόμο να λάβουν έγκυρη απόφαση για τη σύνδεση των ιδιοκτησιών τους με το δίκτυο φυσικού αερίου, αφού δεν κατείχαν την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων. Κατόπιν, οι ενάγοντες κοινοποίησαν νόμιμα με δικαστικό επιμελητή τόσο στους εναγόμενους, όσο και στην προαναφερόμενη "Εταιρεία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης ΑΕ" την από 8-3-2013 εξώδικη δήλωσήτους, με την οποία διαμαρτυρήθηκαν για τις ενέργειες των εναγομένων και τους κάλεσαν να διακόψουν κάθε πράξη σχετικά με την εγκατάσταση παροχής φυσικού αερίου στην οικοδομή τους, καθώς και να απέχουν από οποιαδήποτε ανάλογη ενέργεια στο μέλλον. Πλην όμως, οι εναγόμενοι αδιαφόρησαν και γνωστοποίησαν στους ενάγοντες ότι οι εργασίες για τη σύνδεση των ιδιοκτησιών τους με το δίκτυο φυσικού αερίου θα συνεχισθούν κανονικά, γιατί έλαβαν σε γενική συνέλευση, νόμιμα συγκροτηθείσα, την πιο άνω απόφαση, ως κατέχοντες την πλειοψηφία των ψήφων που αντιστοιχούν στις συνιδιοκτησίες τους, ήτοι ποσοστό 48,03% και δεδομένου ότι, όπως ισχυρίσθηκαν, το ποσοστό των ψήφων των εναγόντων, αφαιρουμένου του ποσοστού 4%, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα της καθ’ ύψος επέκτασης της οικοδομής, το οποίο, κατά την άποψή τους, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό πλειοψηφίας των ψήφων, ανέρχεται σε 47,97%. Στη συνέχεια, η εταιρία "Ε.Π.Α. Θεσσαλονίκης ΑΕ" επέδωσε στους ενάγοντες την από 12-3-2013 εξώδικη δήλωση, με την οποία τους πληροφόρησε ότι συνήψε τρία συμβόλαια σύνδεσης και παροχής φυσικού αερίου με τους εναγόμενους, με βάση την ως άνω από 28-11-2012 απόφαση της γενικής συνέλευσης, που της προσκόμισαν οι τελευταίοι, αφού έλαβε υπόψη της, όπως όφειλε, βάσει της άδειας που κατέχει και της ίσης μεταχείρισης των καταναλωτών, την αριθμητική πλειοψηφία των ψήφων των συνιδιοκτητών και ότι από τους ένδεκα (11) διαμερισματούχους οι έξι (6) συναινούν στην αποκοπή των διαμερισμάτων τους από την κεντρική θέρμανση και στην τοποθέτηση σε αυτά εγκατάστασης φυσικού αερίου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη εξώδικη δήλωσή της. Ήδη, ολοκληρώθηκε η αποσύνδεση των μεμονωμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών των εναγομένων από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης της πολυκατοικίας και η σύνδεση αυτών με το δίκτυο παροχής φυσικού αερίου, με τη χρήση του οποίου ικανοποιούν τις ανάγκες θέρμανσης των διαμερισμάτων τους. Με βάση αυτά που εκτέθηκαν, συνάγεται ότι η από 28-11-2012 απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της επίδικης οικοδομής, η οποία λήφθηκε παρά την απουσία των εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε κλήθηκαν νόμιμα και, επιπλέον, χωρίς την απαιτούμενη πλειοψηφία των ψήφων των συνιδιοκτητών, κατά προφανή παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 13 του κανονισμού διοίκησης της πολυκατοικίας και στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του π.δ. 420/1987, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 3175/2003, τυγχάνει άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή πρέπει να κηρυχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, όπως αιτούνται οι ενάγοντες με την αγωγή τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την υπό κρίση έφεσή τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε: α) ότι με ειδική συμφωνία των συνιδιοκτητών που περιλήφθηκε στον καταρτισθέντα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή κανονισμό της πολυκατοικίας, στον οποίο (κανονισμό) προσαρτήθηκε πίνακας κατανομής ποσοστών, το δικαίωμα της μελλοντικής καθ’ ύψος επεκτάσεως της οικοδομής, του οποίου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, στερείται ψήφων, αφού τα αναλογούντα σ’ αυτό ποσοστά ψήφων με βάση τον κανονισμό και τον προσηρτημένο σ’ αυτόν πίνακα κατανομής ψήφων έχουν κατανεμηθεί στις υφιστάμενες ιδιοκτησίες τόσον των εναγόντων όσο και των εναγομένων, με αποτέλεσμα τα ποσοστά ψήφων των διαμερισμάτων των διαδίκων να είναι διαφορετικά από τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους στο όλο οικόπεδο, β) ότι, συνακολούθως, το ποσοστό ψήφων που αντιστοιχεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων, με το οποίο και συμμετέχουν νομίμως στην διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως, ανέρχεται για μεν τις ιδιοκτησίες των εναγομένων σε 48,03%, για δε τις ιδιοκτησίες των εναγόντων σε 51.97%, γ) ότι η προαναφερόμενη απόφαση της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας λήφθηκε, χωρίς προηγουμένως να έχει συγκληθεί νομότυπα η γενική συνέλευση και χωρίς την απαιτούμενη κατά νόμο πλειοψηφία του μισού αριθμού και μιας επιπλέον των ψήφων, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του π.δ/τος 420/1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 3175/2003, και εν προκειμένω, όπου ο αριθμός των ψήφων ανέρχεται σε 100, με την απαιτούμενη πλειοψηφία των πενήντα (50) συν μίας ψήφων και δ) ότι μόνοι οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν κατά νόμο να λάβουν έγκυρη απόφαση για την σύνδεση των ιδιοκτησιών τους με το δίκτυο φυσικού αερίου, αφού δεν κατείχαν την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων, με περαιτέρω συνέπεια να πληρούται το πραγματικό των νομικών εννοιών της ακυρότητας της επίμαχης αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των συνιδιοκτητών, λόγω του ότι αυτή (γενική συνέλευση) δεν συνεκλήθη νομοτύπως και η απόφαση ελήφθη χωρίς την απαιτούμενη, κατά νόμο, πλειοψηφία και δικαιολογείται έτσι η κήρυξη της ακυρότητας αυτής. Ειδικότερα και καθ’ όσον αφορά στον υπολογισμό των παραπάνω αναφερομένων ποσοστών κατανομής των ψήφων, που αντιστοιχεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων, με τις οποίες συμμετέχουν νομίμως στην διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της τον προσαρτημένο στον κανονισμό της πολυκατοικίας πίνακα κατανομής δαπανών και ψήφων, που έχει συνταχθεί από την εργολάβο εταιρία και αποτελεί αναπόσταστο τμήμα του και ο οποίος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατανέμει τις ψήφους μεταξύ των υφισταμένων διηρημένων ιδιοκτησιών, χωρίς να συνυπολογίζει το αντιστοιχούν (4/% εξ αδιαιρέτου) στο δικαίωμα της καθ’ ύψος επεκτάσεως της οικοδομής μόνο στις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και σε εκείνες των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 εδ. β’ , 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 2 παρ. 5 του π.δ/τος 420/1987, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 3175/2003, 101, 1002 και 1117 του Α.Κ. Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα υπό στοιχ. α’ και β’ πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το πραγματικό ποσοστό συνιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, αφαιρουμένου του ποσοστού 4% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα της καθ’ ύψος επεκτάσεως της οικοδομής, είναι 48% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής, το οποίο (ποσοστό 4%) πρέπει να αφαιρεθεί, εφόσον η μελλοντική καθ’ ύψος επέκταση της οικοδομής δεν είναι περίκλειστος χώρος με τοιχώματα και στέγη και δεν συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες και στα εν γένει λειτουργικά έξοδα της οικοδομής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το ποσοστό του 4% στερείται ψήφων, αφού οι αναλογούντες σ’ αυτό ψήφοι έχουν κατανεμηθεί στις υφιστάμενες ιδιοκτησίες τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων, με συνέπεια τα ποσοστά ψήφων όλων των διαμερισμάτων να είναι διαφορετικά από τα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους στο όλο οικόπεδο, η προαναφερόμενη συμφωνία των συνιδιοκτητών της οικοδομής (περί καθορισμού δαπανών και ψήφων), γενομένη με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, είναι δεσμευτική για όλους τους συνιδιοκτήτες και για να μεταβληθεί αυτή πρέπει να γίνει τροποποίηση του κανονισμού, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. β’ δεύτερο σκέλος του, ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε, εν προκειμένω, την διάταξη του άρθρου 789 του Α.Κ., την οποία όφειλε να εφαρμόσει, γιατί, μετά την αφαίρεση του προαναφερθέντος ποσοστού 4% εξ αδιαιρέτου, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων είναι ίσα (48/% εξ αδιαιρέτου για κάθε διάδικο μέρος), οπότε, με βάση τον αριθμό των ιδιοκτησιών οι αναιρεσείοντες διαθέτουν την πλειοψηφία, εφόσον είναι έξι (6), ενώ οι αναιρεσίβλητοι είναι πέντε (5), κρίνεται απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος (ως προς την αφαίρεση του ποσοστού 4% εξ αδιαιρέτου) και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον οι διατάξεις του ν. 3741/1929 ως ειδικότερες κατισχύουν των διατάξεων των άρθρων 785 επ. του Α.Κ. περί κοινωνίας (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1681/2008) και εν προκειμένω, εφόσον η κατανομή των ψήφων προβλέπεται από τον κανονισμό, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 789 του Α.Κ. Ο ίδιος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. γ’ σκέλος του, ότι η γενική συνέλευση της πολυκατοικίας είναι έγκυρη παρά το γεγονός ότι υπήρξαν κάποιες παρατυπίες (έλλειψη γνωστοποιήσεως των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), γιατί με δεδομένη την πλειοψηφία των λοιπών συνιδιοκτητών (αναιρεσειόντων) η τυχόν παρουσία των αναιρεσιβλήτων δεν θα επηρέαζε το αποτέλεσμά της και δεν θα οδηγούσε στην λήψη διαφορετικής αποφάσεως, κρίνεται απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος (πλειοψηφία των αναιρεσειόντων). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσοστά που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων είναι εκείνα που προκύπτουν από τον προσαρτημένο στον κανονισμό της πολυκατοικίας πίνακα κατανομής δαπανών και ψήφων, ο οποίος, όπως έχει ήδη εκτεθεί παραπάνω, έχει συνταχθεί από την εργολάβο εταιρία και ο οποίος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, κατανέμει τις ψήφους μεταξύ των διηρημένων ιδιοκτησιών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναιρέσεως. Ο αυτός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δημιουργείται ασάφεια ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού ψήφων των αναιρεσιβλήτων, καθ’ όσον, καίτοι αναφέρεται σ’ αυτήν ότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας αυτών είναι 52%, "δεν διευκρινίζει αν δέχεται ότι αυτό είναι το συνολικό ποσοστό επί των κτισμένων επιφανειών ή αν συνυπολογίζει σ’ αυτό και το ποσοστό της καθ’ ύψος επέκτασης που τους αναλογεί", κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, για τον λόγο ότι, όπως επίσης προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν έγινε δεκτό ότι τα ποσοστά που αντιστοιχούν στις ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, αλλά και των αναιρεσειόντων - υπολογιζόμενα, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο - βάσει των οποίων έκρινε περί του κρισίμου ως άνω θέματος, ανέρχονται, όπως έχει προεκτεθεί, για μεν τους αναιρεσιβλήτους σε 51,97%, για δε τους αναιρεσείοντες σε 48,03%.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, σχετικώς με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, τα εξής: "Τέλος, η ένσταση, που πρότειναν παραδεκτά προς αντίκρουση της αγωγής οι εναγόμενοι περί της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των εναγόντων (άρθρο 281 του ΑΚ), για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκαν ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην άσκηση της αγωγής στα πλαίσια καθημερινών διενέξεων και προστριβών, που δημιουργούνται με δική τους υπαιτιότητα μεταξύ αυτών και των εναγομένων, περαιτέρω δε, με την ικανοποίηση της αξίωσής τους σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, ουδέν συμφέρον ή έννομο όφελος θα προκύψει γι’ αυτούς, ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες) παρελκυστικά και κακόπιστα επιχειρούν να εμποδίσουν την εφαρμογή των όσων οι εναγόμενοι αποφάσισαν ως κατέχοντες την πλειοψηφία των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής και, συνεπώς, καταχρηστικά και αντίθετα με τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος ασκούν το αγωγικό τους δικαίωμα, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως ορθά απορρίφθηκε, με όμοια αιτιολογία, και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται από τους εναγόμενους στις κατά την πρωτοβάθμια δίκη κατατεθείσες προτάσεις τους και επαναλαμβάνονται αυτούσια στις προτάσεις που κατέθεσαν κατά την παρούσα δευτεροβάθμια δίκη και, αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του επιδιωκόμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται συγκεκριμένα περιστατικά και συμπεριφορά τέτοια των δικαιούχων εναγόντων, πριν από την άσκηση της αγωγής, που να τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται οι ενάγοντες να ασκήσουν το δικαίωμά τους, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Με τον τέταρτο, κατά το τελευταίο (τρίτο) σκέλος του, λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι για την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προβάλει κατά τρόπο παραδεκτό, δεν περιέλαβε την από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και σε κάθε περίπτωση οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος της παραπάνω διατάξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει επί της απορρίψεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 του Α.Κ. ως μη νόμιμης, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1470/2005).
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ. για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1300/ 2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 148/1991, ΑΠ 311/1985). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, καθόσον αφορά στην σύγκληση της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, στον διορισμό διαχειρίστριας και στην απαιτούμενη πλειοψηφία, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε.
Συνεπώς, αφού από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν σ’ αυτό με επίκληση και συγκεκριμένα: α) τα με αριθμό 17120/2013 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του, με επιμέλειά τους, εξετασθέντος μάρτυρα Γ. Κ., από την οποία προέκυπτε ότι "παρά το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε ο τύπος της γραπτής προσκλήσεως για την σύγκληση της γενικής συνελεύσεως, όλοι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν εγκαίρως τον τόπο και τον χρόνο, αλλά και το μοναδικό θέμα της γενικής συνελεύσεως", 2) το πρακτικό της από 28.11. 2012 γενικής συνελεύσεως, 3) τις από 9.1.2006 και 31.1.2011 εξώδικες και 4) την με αριθμό καταθέσεως 10427/2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την παρά πόδας προσωρινή διαταγή. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του Εφετείου των προαναφερομένων εγγράφων πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (17120/2013) πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε για άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου" (11η σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως), αλλά και τα διαλαμβανόμενα περαιτέρω σ’ αυτήν, στις σελίδες 24 και 30, αντίστοιχα, ότι "περιφέρθηκε μεταξύ των εναγομένων το νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες προτυπωμένο έντυπο "πρακτικό απόφασης γενικής συνέλευσης"", καθώς επίσης και ότι "...στην ασκηθείσα από τους ενάγοντες κατά των εναγομένων και της εταιρίας, με την επωνυμία "Εταιρεία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης Α.Ε." από 19.4.2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10427/22.4.2013) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αίτηση για την προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε πράγματι υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, καθώς επίσης και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 57/2015 αίτηση για αναίρεση της 2634/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ