241/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη Α. χήρα Σ. Γ., το γένος Δ. Β., απεβίωσε στις 27/5/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 25/7Β/12 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Σερρών Η. Π., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος αυτής Β. Γ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο.
Legislator headnote
AI generated241/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ.β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Full text
Απόφαση 241 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 241/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. - Π. Π. του Α., 2) Γ. Γ. του Χ., 3) Μ. χήρας Κ. Γ., το γένος Γ. Γ., 4) Μ. Γ. του Κ. συζύγου Σ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Σ. Γ., το γένος Δ. Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Β. Γ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ματίνα-Στέλλα Κωνσταντούλα και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) Α. συζύγου Γ. Δ. το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος της δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη Α. χήρα Σ. Γ., το γένος Δ. Β., απεβίωσε στις 27/5/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 25/7Β/12 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Σερρών Η. Π., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος αυτής Β. Γ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 24/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 19-4-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4/2023 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και με την οποία απορρίφθηκε η από 5-6-2009 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθ.44/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία είχε απορρίψει την από 12-9-2007 αγωγή αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων περί 1) αναγνώρισης της συγκυριότητας τους εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφομένου σ' αυτή ακινήτου (κλήρου σε παραμεθόρια περιοχή), κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, την οποία απέκτησαν κατά πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία και 2) περί διόρθωσης, μετά ταύτα, της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σχετικά με το άνω δικαίωμα στο ακίνητο αυτό, στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, όπου αναγράφονται ως δικαιούχοι και κατά τα αναφερόμενα ποσοστά οι αναιρεσίβλητες.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.( ΑΠ 1061/2010).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ.β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 2710Δ/19-9-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών Σ.
Μ., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 24 τη δικάσιμο της 3-2-2014, κατά την οποία η άνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122 παρ.1, 123, 126 παρ.1περ.α, 128 παρ.1-3, 230 παρ.2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη η τρίτη αναιρεσίβλητη και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-10-2014, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη αυτή όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.
Όμως η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291, και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 43/2014, 1501/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξουσία δικηγόρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ματίνα-Στέλλα Κωνσταντούλα, με προφορική δήλωσή της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης στις 3-2-2014, γνωστοποίησε στους αντιδίκους αυτής αναιρεσείοντες τη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου, στις 27-5-2012, της πρώτης αναιρεσίβλητης και δήλωσε, ότι αυτή (δεύτερη αναιρεσίβλητη) ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, επαναλαμβάνει τη διακοπείσα κατά τα παραπάνω δίκη.
Μετά ταύτα, νομίμως επαναλήφθηκε στο πρόσωπο της παραπάνω καθολικής διαδόχου της θανούσας δεύτερης αναιρεσίβλητης η προκείμενη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 1464/10, ΑΠ 1428/08, ΑΠ 839/08).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους.
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. (Ολ.ΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 764/09). Εξάλλου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγομένου δικαιώματός του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και σε περίπτωση αποβίωσης τους κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ 1817/2011).
Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθ.76 παρ.1 περ.γ'ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 12-9-2007 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων περί αναγνώρισης της συγκυριότητάς τους εξ αδιαιρέτου και κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσοστά για τον καθένα επί του περιγραφομένου σ' αυτή ακινήτου (κλήρου σε παραμεθόρια περιοχή) και της, μετά ταύτα, διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σχετικά με το δικαίωμά τους αυτό στα κτηματολογικά βιβλία, όπου έχουν εγγραφεί ως δικαιούχοι του δικαιώματος συγκυριότητας και κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου οι αναιρεσίβλητες και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε ερήμην της τρίτης από αυτούς (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) η υπ' αριθ. 44/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση, ερήμην και πάλι της τρίτης εναγόμενης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης , την οποία έκρινε εσφαλμένως, ως απλή ομόδικη των λοιπών εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κρίση όμως που δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, ενόψει της αυτεπάγγελτης έρευνας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την παραδεκτή άσκηση των ενδίκων μέσων.
Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης οι εκκαλούντες, που ηττήθηκαν, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς την ερημοδικασθείσα ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη (αναγκαία ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων), αφού αυτή δικαιούται να την προσβάλλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, και γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους, είτε επίδοση προς αυτή της προσβαλλομένης ως άνω εφετειακής απόφασης και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτηση αυτής από το σχετικό δικαίωμα.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το υπ' αριθ. 4178989/2013 διπλότυπο, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 96/23-4-2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν εν μέρει, ως εκ του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, σε σχέση με το χαρακτήρα της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων της προσβαλλομένης απόφασης ομοδικίας και της συνδεομένης με αυτή παραδεκτής ή μη άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου από αυτούς, ως προς τον οποίον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (179 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων μέρος της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητη για τον εαυτό της και ως υπεισελθούσα στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων ευρώ (300€), που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το υπ' αριθ. 4178989/2013 διπλότυπο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ