241/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 241 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2012
Legislator headnote
AI generated241/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 241 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2012
Full text
Απόφαση 241 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Α., συζ. Φ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Κατσογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Σ. του Π., 2. Π. Σ. του Ν., 3. Α. Σ. του Ν. και 4. α) Ν. Σ. του Π., β) Θ. συζ. Ν. Σ. ως ασκούντων από κοινού την γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου των Α. Σ., απάντων κατοίκων ... . Οι πρώτος, τρίτη και τέταρτοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αριστέα Μαρούντα, ο δεύτερος παραστάθηκε με την αυτή ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 684/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 969/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Απριλίου 2010 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερα, από 1-12-2010 και 29-3-2011, δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της Α. 78/21-5-2010 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερα, α) 210/1-12-2010 και β) 78/29-3-2011, δικόγραφα πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 969/10-12-2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους αυτής λόγους ως και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη Α 78/21-5-2010 αίτηση, με τους ιδιαίτερα α) 210/1-12-2010 και β) 78/29-3-2011, δικόγραφα, πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 969/10-12-2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 3819/1088/30-9-2002 δικόγραφο αγωγών οι δι' αυτής ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι 1) Ν. Σ., 2) Α. Ν. Σ., 3) Π. Σ. και 4) Α. Ν. Σ., παριστάμενος λόγω της ανηλικότητάς του, με τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς του Ν. και Θ. Σ. (ΚΠολΔ 64 παρ. 1, ΑΚ 1510 παρ. 1) διετείνοντο, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτών, ιδία, "ότι, συνδεόμενοι με στενή φιλική σχέση με την οικογένεια της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας), η τελευταία προσφέρθηκε να τους βοηθήσει όταν της γνωστοποίησαν τον επικείμενο πλειστηριασμό των ειδικότερα σ' αυτήν περιγραφομένων ακινήτων τους, από την επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια Τράπεζα Πειραιώς. Ότι, κατά τη μεταξύ τους άτυπη συμφωνία, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πλειοδοτήσει, ώστε να κατακυρωθούν σ' αυτήν οι πλειστηριαζόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, με όσο το δυνατόν χαμηλώτερο πλειστηρίασμα, το οποίο θα κατέβαλλε η ίδια, αλλά θα συμπληρωνόταν και από τον πρώτο των εναγόντων, ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, μετά δε την κατακύρωση τους σ' αυτήν ότι θα αναμεταβίβαζε στους αρχικούς ιδιοκτήτες τα ίδια ακίνητα, έως την 31-12-2002, οπότε θα είχαν την οικονομική δυνατότητα να της επιστρέψουν νομιμότοκα το ποσό του πλειστηριάσματος και των φόρων μεταβίβασης. Ότι, μετά τη μεταγραφή των - ακινήτων στο όνομα της, η εναγομένη αρνείται να τα μεταβιβάσει στους ενάγοντες, παρά τις προφορικές και έγγραφες προς τούτο οχλήσεις τους, με τις οποίες της πρόσφεραν νομιμότοκα το πλειστηρίασμα και τους φόρους μεταβίβασης". Με βάση τα εν λόγω και λοιπά των αγωγών πραγματικά περιστατικά εδίωκαν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτών, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης όπως προβεί σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για τη μεταβίβαση κατά την κυριότητα στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων των περιγραφομένων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, ως αποζημίωση, με την μορφή της αποκαταστάσεως της προηγουμένης καταστάσεως, για την ζημία την οποία υπέστησαν από την αποδιδόμενη στην εναγομένη υπαίτια, από πρόθεση, και εναντίον των χρηστών ηθών άδικη πράξη της. Επί των εν λόγω παραδεκτώς υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74 περ. 1) εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 684/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 697/25-11-2005 εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 969/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Με την εν λόγω απόφαση οι αγωγές αξιολογήθηκαν ως νόμιμες κατά την θεμελίωσή τους στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με έρεισμα τις διατάξεις, των άρθρων 914, 912, 297 εδ. 2, 298 εδ. 1 ΑΚ, βάση τους κατά την οποία και κρίθηκαν κατ' ουσίαν βάσιμες ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, την κρίση της δε αυτή στήριξε στις ακόλουθες ανερετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους. Η οικογένεια των εναγόντων συνδεόταν με στενή φιλική σχέση με την οικογένεια της εναγομένης, η οποία είναι μόνιμα εγκατεστημένη στη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, επισκεπτόταν όμως κάθε χρόνο και συγκεκριμένα από τέλος Μαΐου έως τέλος Αυγούστου, την πατρίδα της την Πάτρα. Η στενή αυτή οικογενειακή σχέση των διαδίκων επιβεβαιώνεται και από τις προσαγόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, που λήφθηκαν με ευκαιρία το ταξίδι των εναγόντων στο Μαϊάμι των ΗΠΑ. Ο πρώτος ενάγων, εργολάβος οπλισμένου σκυροδέματος, το έτος 2000 αντιμετώπιζε οξύ οικονομικό πρόβλημα, αφού στις 7 Ιουνίου του ιδίου έτους επρόκειτο να πλειστηριασθούν από την ενυπόθηκη δανείστρια Τράπεζα Πειραιώς , σε εκτέλεση της 1188/1999 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και δυνάμει της 2323/4-10-1999 εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ... οι κατωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ευρισκόμενες επί της οδού ... στην περιοχή Κουκούλι Πατρών, ήτοι: α] ισόγειο κατάστημα επιφανείας 143,83 Μ2, αποτελούμενο από ενιαίο χώρο, κουζίνα και δύο WC επί οικοπέδου επιφανείας 403,20Μ2, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον τέταρτο ενάγοντα ..., β] διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, αποτελούμενο από χωλ, ανισόπεδο καθιστικό, τραπεζαρία, κουζίνα, τρία υπνοδωμάτια, λουτρό, WC, αποθήκη και διαδρόμους επικοινωνίας και ενιαία βεράντα προς το νοτιοανατολικό χώρο του οικοπέδου, επιφανείας 143,83 Μ2, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην τρίτη ενάγουσα Α. Ν. Σ. και γ] διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της ίδιας οικοδομής, επιφανείας 143,83 Μ2, αποτελούμενο από χωλ, ανισόπεδο καθιστικό, τραπεζαρία, κουζίνα, τέσσερα υπνοδωμάτια, λουτρό, WC, αποθήκη, διαδρόμους επικοινωνίας και ενιαία βεράντα στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον ανήλικο Α. Ν. Σ., την επιμέλεια και γονική μέριμνα του οποίου έχουν οι γονείς του πρώτος και δεύτερη ενάγουσα. Οι τελευταίοι, συζήτησαν το πρόβλημα τους με την εναγομένη και εξέθεσαν σ' αυτήν τους προβληματισμούς τους, σχετικά με την αδυναμία εξευρέσεως χρημάτων για την εξόφληση του χρέους τους προς την επισπεύδουσα τράπεζα, συνολικού ύψους 40.000,000 δρχ.. Η εναγομένη προσφέρθηκε οικειοθελώς να τους βοηθήσει, οπότε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι μεν ενάγοντες δεν θα απέτρεπαν με οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια τη διενέργεια του πλειστηριασμού την προαναφερόμενη ημερομηνία, η δε εναγομένη θα πλειοδοτούσε μεν για λογαριασμό της, έτσι ώστε να κατακυρωθούν σ' αυτήν τα πλειστηριαζόμένα, ακίνητα, με όσο το δυνατόν χαμηλότερο πλειστηρίασμα, το οποίο θα κατέβαλλε εξ ιδίων, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, θα συμπληρωνόταν όμως και από τον πρώτο ενάγοντα, κατά την οικονομική δυνατότητα του. Επίσης , συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα αναμεταβίβαζε τα ακίνητα αυτά στους ενάγοντες, μόλις οι τελευταίοι θα συγκέντρωναν το ποσό το οποίο θα κατέβαλλε αυτή για την κατακύρωση των ακινήτων στην ίδια. Κατά την ως άνω άτυπη, πλην όμως νόμιμη συμφωνία τους, το ποσό αυτό θα της επέστρεφαν οι ενάγοντες νομιμότοκα, όχι δε πέραν της 31-12-2002. Η εν λόγω σύμβαση εντολής των διαδίκων έγινε προφορικά, αφού λόγω της ιδιαίτερα στενής οικογενειακής φιλίας που τους συνέδεε υπήρχε ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Πράγματι, μετά την ανωτέρω συμφωνία τους οι ενάγοντες, εμπιστευόμενοι την οικογενειακή τους φίλη, δεν επιχείρησαν να αποτρέψουν τον επικείμενο πλειστηριασμό, ούτε απευθύνθηκαν σε οποιαδήποτε τράπεζα για αναδανειοδότηση, ή ιδιώτη για την ανεύρεση χρημάτων. Έτσι, στις 7-6-2000 εμφανίσθηκε η εναγομένη στον τόπο του πλειστηριασμού, καθώς επίσης και άλλοι υποψήφιοι πλειοδότες, οι οποίοι όμως, μόλις πληροφορήθηκαν από τους ενάγοντες, οι οποίοι παρευρίσκονταν εκεί οικογενειακώς, ότι η εναγομένη, στενή οικογενειακή τους φίλη, επρόκειτο να υπερθεματίσει για λογαριασμό της, προκειμένου να κατακυρωθούν σ' αυτήν τα ακίνητα, τα οποία όμως εν συνεχεία θα τους αναμεταβίβαζε, αποχώρησαν από τον τόπο του πλειστηριασμού, επιδεικνύοντες ιδιαίτερη ευαισθησία στο πρόβλημα των εναγόντων, όπως έπραξαν και οι εκπρόσωποι της δανείστριας τράπεζας, κατόπιν συνεννοήσεως με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων. Κατ' αυτό τον τρόπο η εναγομένη ανακηρύχθηκε μόνη υπερθεματίστρια, όπως προκύπτει από την .../7-6-2000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Πατρών Όλγας Στράγκα - Αλεξανδροπούλου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση αυτή κατακυρώθηκαν στην εναγομένη οι κατωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες στην τιμή: α] των 15.620.000 δρχ. για το ισόγειο κατάστημα, ήτοι μόλις 120.000 δρχ. πάνω από την τιμή της πρώτης προσφοράς που ανερχόταν σε 15.500.000 δρχ., β] των 13.560.000 δρχ. για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ήτοι μόλις 60.000 δρχ. πάνω, από την τιμή πρώτης προσφοράς που ανερχόταν σε 13.500.000 δρχ. και γ] των 18.001.000 δρχ. για το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, ήτοι μόλις 1.000 δρχ. πάνω από την τιμή πρώτης προσφοράς που ανερχόταν σε 18.000.000 δρχ.. Κατά την ημέρα του πλειστηριασμού η εναγομένη κατέβαλε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ποσό 15.670.000 δρχ., ενώ στις 21-6-2000 κατέβαλε ποσό 13.560.000 δρχ., ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία του ισογείου καταστήματος και του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Το υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος, ήτοι 18.001.000 δρχ. το οποίο αντιστοιχούσε στην αξία της κατοικίας του δευτέρου ορόφου, καθυστέρησε να καταβάλει η εναγομένη, με αποτέλεσμα η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος να αποστείλει προς αυτήν την από 27-6-2000 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση της, με την οποίαν της υπενθύμιζε την υποχρέωση της αυτή και της χορηγούσε προθεσμία πέντε [5] ημερών για την εκπλήρωση της, άλλως θα ανατρεπόταν η γενομένη κατακύρωση για την κατοικία του δευτέρου ορόφου. Μάλιστα, το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού βρίσκεται στα χέρια των εναγόντων, αφού η εναγομένη τους το παρέδωσε, προκειμένου να επιμεληθούν οι ίδιοι για την εξόφληση του πλειστηριάσματος. Πράγματι δε, το ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε τελικά από τον πρώτο ενάγοντα στις 10.10.2000, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους, πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Από το από 9-10-2000 ένταλμα πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς εξάλλου, προκύπτει ότι την ανωτέρω ημερομηνία ο πρώτος ενάγων προέβη σε ανάληψη από τον τηρούμενο στην τράπεζα αυτή λογαριασμό του, ποσού 17.300.000 δρχ., το οποίο συμπλήρωσε και εκδόθηκε τραπεζική επιταγή ποσού 18.001.000 δρχ., σε διαταγή της Όλγας Στράγκα, δηλαδή της επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου για την εξόφληση του πλειστηριάσματος που αντιστοιχούσε στον δεύτερο όροφο. Η επιταγή αυτή παραδόθηκε στην αδελφή της εναγομένης Ι. Δ., η οποία την κατέθεσε στην προαναφερόμενη επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Όσα η Ι. Δ. [αδελφή της εναγομένης] αναφέρει στην .../25-6-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Μαρίας Αμπατζή - Φωτοπούλου, η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό προέρχεται από χρήματα που της απέστειλε ο σύζυγος της αδελφής της από την Αμερική, δεν κρίνονται αληθή, αφού κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίζεται για την εισαγωγή στην Ελλάδα ενός τόσο σημαντικού ποσού. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν κατέβαλαν ολόκληρο το πλειστηρίασμα, όπως διερωτάται η εναγομένη, αλλά μόνον το προαναφερόμενο ποσό, οφείλεται στην προαναφερόμενη οικονομική τους δυσχέρεια προς ανεύρεση χρημάτων για την εξόφληση του δανείου της Τράπεζας. Εν συνεχεία η εναγομένη στις 26-11-2001 κατέβαλε καθυστερημένα στην αρμόδια Γ' Δ.Ο.Υ. Πατρών για φόρους μεταβιβάσεως των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών και με βάση την αντικειμενική τους αξία: α] ποσό 2.359.885 δρχ. για το ισόγειο κατάστημα, β] ποσό 2.893.455 δρχ. για την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου και γ] ποσό 4.405.180 δρχ. για την οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου. Ήτοι συνολικά η εναγομένη κατέβαλε για την ανωτέρω αιτία ποσό 38.888.520 δρχ., ήδη 114.126,25 ευρώ [15.670.000 δρχ. (ήδη 45.986,79 ευρώ) + 13.560.000 δρχ., (ήδη 39.794,57 ευρώ) + 9.658.520 δρχ. για φόρους μεταβίβασης (ήδη 28.344,89 ευρώ)]. Ενόψει της προαναφερθείσας συμφωνίας τους οι ενάγοντες κάλεσαν την τελευταία για να της καταβάλουν το ανωτέρω χρηματικό ποσό, νομιμότοκα, προκειμένου να τους αναμεταβιβάσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, αυτή όμως αρνήθηκε να εκπληρώσει την εν λόγω συμβατική υποχρέωση της, οπότε της κοινοποίησαν την από 2-8-2002 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση τους, με την οποίαν την καλούσαν να προσέλθει στις 30-8-2002 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Ν, Φωτοπούλου για την υλοποίηση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Ωστόσο, ούτε και σ' αυτή την πρόσκληση των εναγόντων φίλων της ανταποκρίθηκε, οπότε συντάχθηκε η 368/30-8-2002 πράξη μη εμφάνισης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, επιβεβαιώνοντας πλέον πανηγυρικά την πρόθεση της η εναγομένη να μην επιστρέψει στους ενάγοντες τις αποκτηθείσες κατά τον προαναφερόμενο τρόπο οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, παρά την αντίθετη συμφωνία τους. Η τελευταία αρνείται τόσο τη στενή φιλική σχέση που τη συνέδεε με την οικογένεια των εναγόντων, γεγονός που επιβεβαιώνεται όμως από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους τελευταίους φωτογραφίες όσο και την προαναφερόμενη συμφωνία τους. Η συμφωνία αυτή όμως συνάγεται με βεβαιότητα και από την .../31-7-2001 πράξη ανάκλησης της συμβολαιογράφου Λεχαινών Ελένης Βασιλ. Κωστοπούλου, με την οποίαν ανακλήθηκε το προηγούμενο .../14-8-2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Δημητρ. Μητροπούλου, το οποίο καίτοι επικαλούνται δεν προσκομίζουν οι ενάγοντες και με το οποίο η εναγομένη παρέσχε στην δεύτερη ενάγουσα πληρεξουσιότητα για την μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων προς οιονδήποτε και προς τον εαυτό τους, γεγονός που δεν αρνείται ειδικώς η εναγομένη, συναγόμενης εξ αυτού ομολογίας [άρθρο 261 ΚΠολΔ]. Εξάλλου, η επιθυμία της εναγομένης για την κτήση μόνιμης στέγης στην πατρίδα της, αποδεικνύεται ότι ικανοποιήθηκε από το έτος1997, όπως προκύπτει από το .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ευθυμίας συζ. Νικ. Οικονόμου, έτσι τα όσα ισχυρίζεται σχετικά με την επιθυμία της να επενδύσει τις οικονομίες για το λόγο αυτό δεν κρίνονται αληθή. Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης έναντι των εναγόντων, στενών οικογενειακών της φίλων, αντιβαίνει προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι από πρόθεση παρέβη τη συμφωνία τους, για την αναμεταβίβαση των ακινήτων τους, μετά την καταβολή εκ μέρους των τελευταίων του πλειστηριάσματος και των φόρων μεταβίβασης, νομιμοτόκως, παρά δε τη γνώση της, ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά της θα τους προκαλούσε, την προαναφερόμενη ζημία, αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό. Έτσι, η εναγομένη, κατέληξε να έχει στην κυριότητα της, τις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταβάλλοντας για τη κτήση τους ποσό, καταφανώς υποδεέστερο τόσο της αντικειμενικής, όσο και της εμπορικής τους αξίας. Αυτό δε επιτεύχθηκε, λόγω της τυφλής εμπιστοσύνης που έτρεφαν οι ενάγοντες στην οικογενειακή τους φίλη και τα αισθήματα συμπαράστασης που φαινόταν ότι αυτή εκδήλωνε στο πρόβλημα τους, έτσι ώστε με τις επίμονες παρακλήσεις τους να απομακρύνουν τους λοιπούς υποψήφιους υπερθεματιστές, προκειμένου τα ακίνητά τους να κατακυρωθούν στην εναγομένη. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να αποζημιώσει τους ενάγοντες. Η αποζημίωση αυτή, λόγω των ειδικών περιστάσεων που έλαβαν χώρα και του τρόπου ενεργείας της, πρέπει να γίνει με αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, δηλαδή με την αναμεταβίβαση των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών στους ενάγοντες, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, αφού η ενέργεια αυτή δεν προσκρούει στο συμφέρον των τελευταίων, λόγω του συναισθηματικού δεσμού που συνδέει αυτούς με τα συγκεκριμένα ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν την κατοικία τους. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε ο πρώτος ενάγων, ορίσθηκε μεσεγγυούχος των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, δυνάμει της 3091/2002 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αξίωση όμως του τελευταίου να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να αναμεταβιβάσει τα ακίνητα αυτά στα ανήλικα τέκνα του, απαραδέκτως υποβάλλεται από τον ίδιο, ως φορέα της υποχρέωσης αυτής". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία αξιολογείται προεχώντος ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των εφεσιβλήτων, το αμέσως παραπάνω αναφερόμενο και διατυπούμενο με την αγωγή του αίτημα του οποίου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς παράλληλα η αναιρεσείουσα να προβάλλει αναιρετική αιτίαση, η οποία να συνδέεται με τις αιτιολογίες του απορριπτικού αυτού κεφαλαίου της και να δικαιολογεί το απαιτούμενο στο πρόσωπό της έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 556 παρ. 2). Αντίθετα το τυπικά παραδεκτό αυτής κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων επιτρέπει την εξέταση της βασιμότητας των διατυπούμενων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως του κυρίου και των προσθέτων αυτής δικογράφων, έννοια με την οποία και κατ' αξιολογική σειρά ερευνώνται στη συνέχεια. Ειδικότερα: 1. Κατάς την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια θα ελεγχθεί με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά. Και τούτο για το λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και τελικά εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 578). Κατά τους ορισμούς και την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από τη προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε κανόνα δικαίου άλλον από εκείνον που εφαρμόσθηκε, εφόσον η υπαγωγή αυτή αιτιολογεί πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, η διάταξη δηλαδή του νόμου η οποία αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 337, 338, 559 αρ. 1, 8 και 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται από τα επικαλούμενα κατά τρόπο σαφή πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά στη συνέχεια βεβαιώνονται από την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, η οποία συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά σε αντιδιαστολή από τον αποδιδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, χωρίς παράλληλα στην διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση το δικαστήριο να λαμβάνει πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713, 719 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του αναθέτει ο εντολέας και να αποδώσει σε εκείνον κάθε τι που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Η συμβατική αυτή υποχρέωση του εντολοδόχου πραγματώνεται, αν κατά το περιεχόμενο της εντολής ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος του εντολέως, οπότε ο τελευταίος γίνεται άμεσα κύριος ή εντολοδόχος, με την απόδοση του πράγματος, σε περίπτωση δε έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, με τη μεταβίβαση του πράγματος κινητού ή ακινήτου, κατά τους κανόνες του εμπράγματου δικαίου (ΑΚ 1033, 1034), αξίωση του η οποία ικανοποιείται, αρνουμένου του εντολοδόχου να εκπληρώσει τη συμβατική αυτή υποχρέωσή του, με την άσκηση της παρεχομένης από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αγωγής περί καταδίκης του τελευταίου σε αντίστοιχου περιεχομένου δήλωση βουλήσεως. Η σύμβαση της εντολής, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκεινται σε τύπο και μάλιστα συμβολαιογραφικό, αλλά μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς. Η σύμβαση εντολής επιτρεπτώς έχει ως περιεχόμενο την πλειοδοσία του εντολοδόχου, ενεργούντος ως έμμεσου αντιπροσώπου του εντολέως, σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Χωρίς τούτο να προσκρούσει στην κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 965 παρ. 1 εδ. 2 και 1003 παρ. 1 ΚΠολΔ απαγόρευση της πλειοδοσίας του οφειλέτη, δοθέντος ότι υπερθεματιστής είναι ο τρίτος εντολοδόχος, ο οποίος και υποχρεούται σε αναμεταβίβαση του πλειστηριασθέντος στον εμμέσως αντιπροσωπευόμενο εντολέα. Μόνη όμως η μη εκλπήρωση του ενεργούντος ως έμμεσου αντιπροσώπου εντολοδόχου της συμβατικής υποχρεώσεώς του για μεταβίβαση στον εντολέα του πράγματος κατά τους κανόνες του εμπραγμάτου δικαίου, το αντικείμενο της οποίας εντοπίζεται και περιορίζεται στο πραγματικό και τα πλαίσια του συμβατικού μεταξύ αυτών δεσμού, δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 ΑΚ, η πραγμάτωση της οποίας άλλωστε δεν ήταν δυνατή χωρίς τη συμβατική σχέση. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγή των αναιρεσιβλήτων ορθώς εκτιμήθηκε ότι διατυπώνεται δι' αυτής ισχυρισμός περί άτυπης (προφορικώς), (πλην έγκυρης), συνομολογήσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής, κατά το περιεχόμενο της οποίας η αναιρεσείουσα εντολοδόχος, ενεργούσα ως έμμεσος αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων εντολέων, θα πλειοδοτούσε στον επισπευδόμενο σε βάρος τους, ως οφειλετών δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό των περιγραφομένων ακινήτων τους, με εντεύθεν υποχρέωσή της μεταβίβασή τους σε εκείνους, σε περίπτωση που αναδεικνυόταν τελευταία υπερθεματίστρια, όπως και έγινε, με μεταβολή στην τελευταία με το νόμιμο τόκο του χρηματικού ποσού το οποίο προς τούτο εκείνη διέθεσε, και θεμελιώθηκε παράλληλα στις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 1033, ΑΚ 949 ΚΠολΔ. Επομένως υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με τους Α1, 2, 3 (β' σκέλος) και α1 (β' σκέλος) λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβιάσεως των άρθρων 713, 719, 361, 166, 369, 1033, 158, 159, 180 ΑΚ, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη. Η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, παράλληλα διατυπούμενη αναφορικά με τις δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 965 παρ. 1 εδ. 2 και 1003 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η παραβίασή τους επιφέρει ακυρότητα της κατακυρώσεως με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 159 αρ. 3 ΚπολΔ. ακυρότητα την οποία δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, και σε κάθε περίπτωση μπορεί να επιδιωχθεί μόνο με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (περ. β') ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (περ, γ'). Στην τελευταία περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται η νομότυπη επίκληση του αποδεικτικού μέσου με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως της οποίας επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης εν προκειμένω δευτεροβάθμιας αποφάσεως, προϋπόθεση η οποία δεν τηρείται με την γενική αναφορά και παραπομπή στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις (ΚΠολΔ 240 ΟλΑΠ 23/2008) . Η ανάγκη νομότυπης επικλήσεως ισχύει και επί δικαστικής ομολογίας (ΚΠολΔ 352 παρ. 1) παρά το γεγονός ότι επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 261 ΚΠολΔ, "κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση απ' αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δεν έχει εφαρμογή το αρ. 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συναγάγει ομολογία, παρά την ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού από τον διάδικο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του. αρ. 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε . Με τους (i) A6, β1 και (ii) α3 λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ 11 περ. 2 και 3 ΚΠολΔ, (i) ότι με την παραδοχή της "η συμφωνία αυτή (εννοείται η σύμβαση εντολής) όμως συνάγεται με βεβαιότητα και από την .../31.7.2001 πράξη ανακλήσεως της συμβολαιογράφου Λεχαινών Ελένης Βασ. Κωστοπούλου, με την οποίαν ανακλήθηκε το προηγούμενο .../14.8.2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ειρήνης Δημ. Μητροπούλου, το οποίο καίτοι επικαλούνται, δεν προσκομίζουν οι ενάγοντες και με το οποίο η εναγομένη παρέσχε στην δεύτερη ενάγουσα πληρεξουσιότητα για την μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων προς οιονδήποτε και προς τους εαυτούς τους, γεγονός το οποίο δεν αρνείται ειδικώς η εναγομένη συναγόμενης ομολογίας" (άρθρο 261 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη το .../14-8-2000 πληρεξούσιο, το οποίο δεν προσκομίσθηκε και (ii) ότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στο δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσίβλητων δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων ότι η συνομολογηθείσα μετ' αυτών σύμβαση είχε τον χαρακτήρα της προσυμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 166 ΑΚ, δικαστική ομολογία τους την οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της. Από την επιτρεπτή όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτών προκύπτει (i) ότι δεν αμφισβήτησε ειδικώς η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, το περιεχόμενο του εν λόγω πληρεξουσίου, περί του οποίου επιτρεπτώς το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτής και (β) δεν επικαλέσθηκε δι' αυτών την επίμαχη δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων, χωρίς οι δικονομικές αυτές παραλείψεις της να θεραπεύονται από την όλως γενική αναφορά και παραπομπή τους στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεις της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.
ΙΙΙ. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται, κατά την έννοια αυτών, ιδία, (α) ότι ατύπως (προφορικώς), πλην εγκύρως, συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής, κατά το περιεχόμενο της οποίας η αναιρεσείουσα εντολοδόχος, ενεργούσα ως έμμεσος αντιπρόσωπος των αναιρεσίβλητων εντολέων, θα πλειοδοτούσε στον επισπευδόμενο σε βάρος τους, ως οφειλετών, δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό των περιγραφομένων ακινήτων τους, με εντεύθεν υποχρέωσή της σε μεταβίβασή τους σε εκείνους, σε περίπτωση που αναδεικνυόταν τελευταία υπερθεματίστρια, όπως και έγινε, με καταβολή στην τελευταία με το νόμιμο τόκο του χρηματικού ποσού το οποίο προς τούτο εκείνη διέθεσε μέχρι 31-12-2002, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στη σχετική εμπρόθεσμη, από 2-8-2002, πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων και (β) ότι η παρά ταύτα άρνηση της αναιρεσείουσας να ανταποκριθεί στην απορρέουσα από τη σύμβαση εντολής υποχρέωσή της μεταβιβάσεως στους αναιρεσίβλητους των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων τους, των οποίων ανακηρύχθηκε αυτή υπερθεματίστρια, συνιστά αδικοπραξία κατά την υποχρέωσή της προς αποκατάστασή της από την αιτία αυτή ζημίας τους και μάλιστα με την αποκατάσταση της προηγούμενης καταστάσεως (ΑΚ 297 εδ 2) και ειδικότερα με την αναμεταβίβαση από την αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, που εκπλειστηριάσθηκαν, προς πραγμάτωση της οποίας αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή κατά τούτο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, όπως προβεί σε αντίστοιχου περιεχόμενου δήλωση βουλήσεως (ΚΠολΔ 949). Οι με στοιχ. (α) αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν κατά τα άρθρα 713, 719 ΑΚ, 949, 70 ΚΠολΔ το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό αυτής, στο οποίο κατέληξε κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 914, 919, 297 εδ 2 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συνέτρεχαν. Στις λοιπές με στοιχ (β) αιτιολογίες της αναφέρονται οι προβαλλόμενες βασίμως με τους διατυπούμενους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων περιορίζεται στις εν λόγω αιτιολογίες, πραγματούμενη εν τοις πράγμασι και κατ' αποτέλεσμα με την αντικατάστασή τους με τις παρούσες και απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως, ενόψει του προκύπτοντος εξ αυτών διαφόρου, δυσμενέστερο και ευρύτερης εκτάσεως για την αναιρεσείουσα, δεδικασμένου, για το οποίο δικαιολογείται στο πρόσωπο της το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 578). Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700, 00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει Α, την 78/21-5-2010 αίτηση, με τους ιδιαίτερα, (α) 210/1-12-2010 και (β) 78/29-3-2011, δικόγραφα προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 969/10-12-2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ