Legislator Case Law & Legislation
241/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding disability compensation calculation in traffic accident case.

Case Number 241/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision denying future income compensation for a traffic accident victim. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its reasoning, but the Court found the First Instance Court provided sufficient and consistent justification for rejecting the claim based on the specific disability assessment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 K.Pol.D.; Art. 559 para. 20 K.Pol.D.: An appeal for lack of legal basis is inadmissible when the lower court's reasoning is sufficient and clear, and does not constitute a distortion of documentary evidence or a failure to apply the law correctly.

Keywords

AI generated
lack of legal basis appeal disability compensation claim future income loss traffic accident liability insufficient reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 K.Pol.D.
Art. 559 para. 20 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 96/2003
AP 553/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βέμμο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 553/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του και τους από 2/12/2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Εκδόθηκε η 738/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 553/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 409/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/1/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 15/10/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 409/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 738/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. 553/2005 προηγούμενης απόφασης του Εφετείου, δικάζον επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε τη μελλοντική απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα, κατά το οποίο κεφάλαιο (και μόνον) αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση, έκρινε, κατά το αίτημα αυτό, την αγωγή απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου, από την 553/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα την 11-5-1998, κατά το οποίο συγκρούσθηκαν το δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων - νυν αναιρεσείων, με το ΔΧ (ταξί) αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος - νυν αναιρεσίβλητος, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δευτέρα εξ αυτών, ασφαλιστική εταιρεία, οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των δύο οδηγών και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 30% στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα και κατά ποσοστό 70% στον εναγόμενο αναιρεσίβλητο, καθώς και ότι ο ενάγων ευθύνεται επί πλέον, κατά ποσοστό 20%, για την έκταση των ζημιών του, που συνδέονται αιτιωδώς με την υποστάσα, εκ του ατυχήματος, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, λόγω έλλειψης κράνους, και ότι, εκ του ατυχήματος υπέστη, επίσης, κάταγμα δεξιού ιερολαγόνιου και δεξιών ηβοϊσχιακών κλάδων, κάταγμα διάφυσης δεξιού μηριαία και υπερκονδύλιο κάταγμα αριστερού μηριαίου.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι: Με την ίδια απόφαση και κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου ότι από ιατρικής απόψεως ο ενάγων εμφανίζει, εξαιτίας του τραυματισμού του, μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό 29% αλλά ότι αυτή η ιατρικώς προσδιορισμένη σωματική αναπηρία του δεν του προκαλεί πλήρη ανικανότητα να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο λόγος της έφεσης του, για εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με τη διάταξη εκείνη της εκκαλουμένης, με την οποίαν απερρίφθη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η εξ 73.000 ευρώ απαίτηση αποζημίωσής του για τη στέρηση, εξ αιτίας της πλήρους εκ του τραυματισμού του ανικανότητάς του για εργασία, των εισοδημάτων που θα αποκόμιζε στο διάστημα από 11.3.2000 έως και 11.3.2020.

Κατά το χρόνο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος ο ενάγων είχε συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του και φοιτούσε στην Α' τάξη του 2ου Ενιαίου Λυκείου Τριπόλεως. Το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος σχολικό έτος 1997 -1998 είχε φοιτήσει στην Γ' τάξη του Πειραματικού Γυμνασίου Τριπόλεως, από την οποία και απεφοίτησε με τον γενικό βαθμό 13 και 4/13 "καλώς" (σχετ.

η από 8.10.2001 βεβαίωση του υποδιευθυντή του παραπάνω γυμνασίου). Το αμέσως επόμενο του τροχαίου ατυχήματος σχολικό έτος 1998 - 1999 ενεγράφη στη Β' τάξη του 2ου Ενιαίου Λυκείου Τριπόλεως, στην οποία όμως απερρίφθη, επειδή δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τα μαθήματα της τάξεως αυτής (σχετ. η από 14.12.2000 βεβαίωση του διευθυντή του παραπάνω Λυκείου).

Το επόμενο σχολικό έτος 1999 - 2000 ενεγράφη στην Α' τάξη του 1ου Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου Τριπόλεως στον Τομέα Οικονομίας και Διοίκησης και μέχρι την 7.2.2000 παρακολουθούσε τα μαθήματα της τάξης αυτής κανονικά (σχετ. η από 7.2.2000 βεβαίωση σπουδών του διευθυντή του παραπάνω Λυκείου). Την 3.3.2003 κατετάγη στην Πολεμική Αεροπορία, κριθείς ικανός τρίτης κατηγορίας (Ι3ΧΟ), ως πάσχων από "χειρουργηθέν κάταγμα μηριαίου φέρον υλικό οστεοσύνθεσης", και υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του στην 124 Πτέρυγα Βασικής Εκπαίδευσης στην Τρίπολη με την ειδικότητα του τραπεζοκόμου (σχετ.

οι από 19.5.2003 και 3.12.2003 βεβαιώσεις του γραφείου στρατολογίας της πιο πάνω μονάδας). Ο πραγματογνώμονας ορθοπεδικός Θ. Μ. στην από 6.1.2003 έκθεση του αποφαίνεται: α) ότι μετά τη χειρουργική αποκατάσταση των καταγμάτων των μηριαίων οστών και τη συντηρητική αντιμετώπιση των καταγμάτων της λεκάνης εξακολουθεί υφιστάμενη υπολειμματική βλάβη του περονιαίου νεύρου δεξιά, η οποία περιορίζει τη λειτουργία του στα 4/5 της φυσιολογικής και προκαλεί αναπηρία σε ποσοστό 4%, και ότι το εξάρθρημα της ιερολαγονίου αρθρώσεως προκαλεί πρόσθετες λειτουργικές διαταραχές και αναπηρία σε ποσοστό 5%, β) ότι η κινητική κατάσταση του ενάγοντος δεν σχετίζεται με την κρανιοεγκεφαλική του κάκωση, γ) ότι οι ως άνω αναπηρίες θεωρούνται μόνιμες, δ) ότι οι αναπηρίες αυτές δεν επηρεάζουν τον ενάγοντα να σπουδάσει σε ανώτερα ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα πέραν της φυσιολογικής αποχής του την περίοδο του ατυχήματος, ε) ότι ο ενάγων μπορεί να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα από ορθοπεδικής πλευράς και στ) ότι η υπολειμματική βλάβη του περονιαίου νεύρου του δεξιού σκέλους επηρεάζει την άριστη επίδοσή του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Ο πραγματογνώμονας νευρολόγος - ψυχίατρος Π. Κ. αποφαίνεται στην από 6.1.2003 έκθεσή του: α) ότι υπάρχει υπολειμματική βλάβη του δεξιού περονιαίου νεύρου και συγκεκριμένα πτώση της μυϊκής ισχύος των εκτεινόντων και απαγωγών μυών του άκρου ποδός, με αποτέλεσμα να υπολείπεται η κάμψη του άκρου ποδός προς την κνήμη, β) ότι υπάρχει επίσης υπαισθησία της ράχεως του ποδός και της έξω επιφανείας της κνήμης, γ) ότι η βλάβη αυτή ήταν εντονότερη κατά τον πρώτο καιρό μετά το ατύχημα, χαρακτηριζόμενη ιατρικώς ως βαρειά μικτή, αξονική και απομυελινωτική, βλάβη του δεξιού περονιαΐου νεύρου, στη συνέχεια όμως με την πάροδο του χρόνου βελτιώθηκε, δ) ότι οι επιπτώσεις της υπολειμματικής αυτής βλάβης σήμερα είναι ότι ο ενάγων δύναται μεν να βαδίζει σχετικώς καλά αλλά δεν δύναται να ασχοληθεί με τον αθλητισμό και προπαντός με ποδόσφαιρο και μάλιστα επαγγελματικό, ε) ότι η υπολειμματική αυτή βλάβη του δεξιού περονιαΐου νεύρου δεν συνδέεται άμεσα με τις εγκεφαλικές βλάβες και πιθανόν να οφείλεται σε παρατεταμένη πίεση του νεύρου κατά τη διάρκεια των εγχειρήσεων για την ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος του μηρού, στ) ότι ο ενάγων εμφανίζει μετατραυματικό ή μεταδιασεισικό σύνδρομο, το οποίο είναι απότοκο της βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη από το ατύχημα, με πλήρη σχεδόν συμπτωματολογία, ήτοι 1) κεφαλαλγία, η οποία αποτελεί κυρίαρχο σύμπτωμα του συνδρόμου αυτού και επιτείνεται με τις κινήσεις της κεφαλής, 2) ζάλη με σκοτοδίνη, εμβοές ώτων, και μεγάλη ευαισθησία στους θορύβους, 3) ψυχικές διαταραχές με αϋπνίες, έλλειψη ικανότητας προσαρμογής στην εργασία, μείωση επαγγελματικής δραστηριότητας, και 4) διαταραχές του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς, ήτοι ευερεθιστότητα, εκρηκτικότητα, συναισθηματική αστάθεια και σύντομο κάματο σε κάθε σωματική και πνευματική δραστηριότητα, 5) ότι ο ενάγων εμφανίζει επιπλέον ανώριμη προσωπικότητα, με κύριο χαρακτηριστικό τη μη ρεαλιστική αντιμετώπιση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε συνεπεία του τραυματισμού του, αρνούμενος να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της παθήσεως του και μη επιδεικνύοντας κανένα ενδιαφέρον για σπουδές, για τέχνη, για βιοποριστικό επάγγελμα, για γάμο και για δημιουργία οικογένειας, 6) ότι τα συμπτώματα αυτά, που είναι εν πολλοίς ψυχολογικά, είναι υποκειμενικά, γιατί δεν συνοδεύονται από αντικειμενικά ευρήματα (π.χ.

αξονική τομογραφία εγκεφάλου, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα ή άλλες εργαστηριακές εξετάσεις), 7) ότι δεν είναι εύκολο να αποφανθεί κανείς πως θα είχε διαμορφωθεί η προσωπικότητα του ενάγοντος σήμερα, αν σε αυτή την κρίσιμη ηλικία των 16 ετών δεν είχε υποστεί το ατύχημα, 8) ότι το βέβαιο είναι ότι σήμερα ο ενάγων είναι άτομο προβληματικό, 9) ότι "με την έννοια αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για μια μορφή μερικής τουλάχιστον αναπηρίας 15-20%", 10) ότι είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τη χρονική της διάρκεια, 11) ότι η θεραπεία του μετατραυματικού συνδρόμου δεν είναι χειρουργική αλλά φαρμακευτική, και 12) ότι, από απόψεως νευρολογικής και νευροχειρουργικής, δεν τίθεται ένδειξη εγχειρίσεων, δεδομένου ότι η αξονική τομογραφία του εγκεφάλου της 9.3.2000 δεν έδειξε αιμάτωμα η κάποιο άλλο παθολογικό στοιχείο που να απαιτεί επέμβαση.

Ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος νευροχειρουργός Δ. Σ. στην από 18.1.2003 έκθεσή του εκτιμά τη συνολική σωματική αναπηρία του ενάγοντος σε ποσοστό 50% και αποφαίνεται ότι "η ανωτέρω αναπηρία, με το συγκεκριμένο ποσοστό, τον περιορίζει και τον καθιστά ανίκανο (με το εν λόγω ποσοστό) να εξασκήσει βιοποριστική δραστηριότητα" και ότι "για να παρουσιάσει ο ενάγων ύφεση των εκδηλώσεων του οργανικού μετατραυματικού συνδρόμου, χρήζει επιμόνου, μακροχρόνιας θεραπευτικής ιατρικής βοήθειας".

Ο ίδιος πιο πάνω ιατρός, εξεταζόμενος ως μάρτυρας από την πλευρά του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 5.10.2001, κατά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, κατέθεσε μεταξύ άλλων και ότι: "Σε μένα ήρθαν για το πόδι του. Εγώ τους συνέστησα τότε ότι δεν έπαιρνε κάποια επέμβαση και ότι έπρεπε να κάνει ασκήσεις και πράγματι το πόδι του κατά 80% επανήλθε", "Όσο για το κεφάλι του, άφησε μετατραυματικό οργανικό σύνδρομο, δηλαδή αλλαγές συμπεριφοράς, νεύρα κ.λ.π., και με υπομονή και κάποια φάρμακα το αντιμετωπίσαμε", "Τα κατάγματα που είχε και στην ηλικία που του συνέβησαν θα του αφήσουν κάποια προβλήματα και στη μετέπειτα ζωή του", "Το ότι δεν κουτσαίνει και είναι με κάποιο ειδικό παπούτσι με πάτο είναι επιτυχία" και "Την αλλαγή συμπεριφοράς του παιδιού οι γονείς του μου την περιέγραψαν και αυτό οφείλεται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη".

Ο τεχνικός σύμβουλος της δευτέρας εναγομένης ορθοπεδικός Ι. Ν. στη σχετική από 2.1.2003 έκθεση του αποφαίνεται: α) ότι τα κατάγματα των κάτω άκρων έχουν πωρωθεί, 2) ότι η πάρεση του δεξιού περονιαίου νεύρου έχει αποκατασταθεί λειτουργικά σε ποσοστό τέτοιο που η βάδιση είναι απολύτως φυσιολογική, και 3) ότι το εξάρθρημα της ιερολαγονίου αρθρώσεως, αν και παραμένει όπως ήταν (σε πλημμελή θέση), σήμερα δεν αποτελεί αιτία αναπηρίας και τυχόν χειρουργική επέμβαση στην συγκεκριμένη ανατομική περιοχή δεν έχει τίποτα να προσφέρει, καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων σήμερα είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετείται, μπορεί να εργαστεί και σε καμιά περίπτωση δεν τίθεται θέμα αναπηρίας.

Τέλος, ο Δ. Κ., ψυχίατρος, στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα πρόσφατο από 25.2.2009 ιατρικό πιστοποιητικό, χαρακτηρίζει την πάθηση του ενάγοντος ως "συννοσηρότητα διαταραχής stress μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία και μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου", διαπιστώνει ότι τα συμπτώματα που περιγράφονται στην έκθεση του πραγματογνώμονα Π.

Κ., παρά τις θεραπευτικές προσεγγίσεις που εφαρμόστηκαν, παρέμειναν αμετάβλητα και κατέστησαν ανθεκτικά και αποφαίνεται ότι αυτά τον καθιστούν μη ικανό προς εκτέλεση βιοποριστικού επαγγέλματος περιάγοντάς τον στη μεθόριο του κοινωνικού ιστού. Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω στοιχείων προκύπτει ότι ο ενάγων είναι σε θέση μετά τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα να ασκήσει επαρκώς οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα με μόνη εξαίρεση τον αθλητισμό και όσες άλλες εργασιακές ή επαγγελματικές δραστηριότητες συνεπάγονται ιδιαίτερη φόρτιση των κάτω άκρων και της λεκάνης.

Η μικρή κατά ποσοστό 9% ορθοπεδικής φύσεως αναπηρία του δεν τον εμποδίζει να επιλέξει και να ασκήσει επιτυχώς και μετά πλήρους αποδόσεως ένα από τα πολλά σύγχρονα επαγγέλματα των οποίων η άσκηση απαιτεί περισσότερο διανοητική και λιγότερο σωματική προσπάθεια, όπως του λογιστή, του υπαλλήλου γραφείου, ακόμη δε και του τεχνίτη.

Ένα τέτοιο επάγγελμα δε ο ενάγων, με βάση τα προσόντα του και τις δυνατότητές του, θα επέλεγε και θα ασκούσε και αν δεν είχε μεσολαβήσει το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Περαιτέρω, όλα τα παραπάνω συμπτώματα-εκδηλώσεις του μετατραυματικού-μεταδιασεισικού συνδρόμου, τα οποία δεν συνδέονται με κάποια υφιστάμενη εγκεφαλική βλάβη και η προέλευση τους είναι καθαρά ψυχολογική, ούτε ανεπίδεκτα βελτιώσεως είναι ούτε μη αναστρέψιμα και μπορούν τουλάχιστον να ελεγχθούν και να περιοριστούν στο ελάχιστο με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση, όπως οι πραγματογνώμονες νευρολόγοι-ψυχίατροι, Π.

Κ. και Δ. Σ. βεβαιώνουν στις παραπάνω εκθέσεις τους, ώστε να μην αποτελούν εμπόδιο στην επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα του ενάγοντος. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ότι η προαναφερόμενη μερική μόνιμη σωματική αναπηρία την οποίαν το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατέλειψε στον ενάγοντα του προκαλεί μερική έστω ανικανότητα για εργασία και επαγγελματική απασχόληση και μειώνει εν μέρει τα εξ αυτής προσδοκώμενα εισοδήματά του κατά το διάστημα από 11.3.2000 έως και 11.3.2020.

Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έκρινε απορριπτέο το αγωγικό αίτημα, για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω απώλειας έστω και μερικής των μελλοντικών εισοδημάτων του ενάγοντα. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν αποκρούει την εκ του ατυχήματος προκληθείσα μερική αναπηρία, ποσοστού 29%, η ύπαρξη της οποίας, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης έχει ήδη κριθεί με ισχύ δεδικασμένου, δέχεται, όμως, ότι "η προαναφερόμενη μερική μόνιμη σωματική αναπηρία, την οποία το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατέλειψε στον ενάγοντα δεν του προκαλεί μερική έστω ανικανότητα για εργασία και επαγγελματική απασχόληση, ούτε μειώνει έστω εν μέρει τα εξ αυτής προσδοκώμενα εισοδήματά του, κατά το διάστημα από 11-3-2000 έως 11-3-2020".

Επίσης, η περιεχόμενη στις παραδοχές της απόφασης φράση "η μικρή, κατά ποσοστό 9% ορθοπεδικής φύσεως αναπηρία του" τίθεται διευκρινιστικά και προς περαιτέρω ανάλυση των αιτιολογιών και δεν συνιστά αντίφαση με την παραδοχή περί (συνολικής) αναπηρίας ποσοστού 29%. Εξ άλλου, με τον ίδιο τρόπο είχε αναλύσει το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα και η αποφανθείσα με ισχύ δεδικασμένου ως προς το ζήτημα αυτό, υπ' αριθμ. 553/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς, κατ' άρθ. 561§2 Κ.

Πολ.Δ., ελεγχόμενο περιεχόμενο αυτής (σελ. 21, 22, 23). Επομένως, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

II. Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο παραμορφώσει το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Δεν αποτελούν "έγγραφα" υπό την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι εκθέσεις πραγματογνωμόνων ή οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΑΠ 96/2003). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τις δυο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης (την από 6-1-2003 έκθεση του νευρολόγου - ψυχιάτρου Π. Κ. και την από 18-1-2003 έκθεση του νευροχειρουργού Δ. Σ.), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση του Β. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 409/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ