Legislator Case Law & Legislation
241/2010 AI generated

241/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

241/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της από 17-10-2005 ανακοπής τους κατά της υπ' αριθ. 21060/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ.ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΣ ΑΕ- ΝΕΣΤΟΣ ΑΕ" και ήδη (μετά τροποποίηση) δεύτερης αναιρεσείουσας με την επωνυμία "Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΕΡΡΩΝ (ΤΕΣ) ΑΕ" που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ. ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ -ΤΕΣ ΑΕ-ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "Κ/Ξ ΚΑΡΔΙΑΣ Ν.ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΕΙΑΣ" που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Παπαγιάννη.

Της αναιρεσιβλήτης : Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ LTD", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, καθώς εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κουκούζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26484/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Κατά το άρθρο δε 64 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, οι πιο πάνω ενώσεις προσώπων και οι εταιρείες χωρίς νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνη του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ, η οποία ορίζει ότι, όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων), γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή και φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν, κατ' εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 Κ.Πολ.Δ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκολύνσεως των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που, κατά το καταστατικό, τις αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους.

Εφόσον δε απονεμήθηκε από τον νομοθέτη στις εν λόγω εταιρείες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους, και κατ' επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.

Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρείες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσεως της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσεως είναι τα κατ' ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσεως της δίκης, ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και, τέλος, καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία, όμως, δεν απορρέει από καμία διάταξη του Κ.Πολ.Δ (ΟλΑΠ 14/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της από 17-10-2005 ανακοπής τους κατά της υπ' αριθ. 21060/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί κατά της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ.ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΣ ΑΕ- ΝΕΣΤΟΣ ΑΕ" και ήδη (μετά τροποποίηση) δεύτερης αναιρεσείουσας με την επωνυμία "Κ.

ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΣ ΑΕ- ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ", εξέθεταν ότι με το από 24-10-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δεν δημοσιεύθηκε, η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με την επωνυμία "ΤΕΣ Α.Ε" και οι εταιρίες "Κ.ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ" και "ΝΕΣΤΟΣ ΑΤΕ" είχαν συστήσει κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ. ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΣ ΑΕ - ΝΕΣΤΟΣ ΑΤΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ/Ξ ΚΑΡΔΙΑΣ Ν.

ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΕΙΑΣ", για την εκτέλεση του έργου "Διαπλάτυνση του οδικού άξονα Θεσσαλονίκης - Ν. Μουδανιών, τμήμα Καρδιά - Ν. Καλλικράτεια από Χ.Θ 0+ 100 έως Χ.Θ 17 + 558, 31", ότι με την από 4-10-2002 τροποποίηση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, που δεν δημοσιεύθηκε επίσης, η εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΣΤΟΣ ΑΤΕ" συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ" και η νέα επωνυμία της ως άνω κοινοπραξίας είναι "Κ.

ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ - ΤΕΣ - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ" (δεύτερη ανακόπτουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα). Ότι στο από 24-10-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε ορισθεί ότι διαχειριστές και εκπρόσωποι της κοινοπραξίας θα είναι οι: α) ..., β) ... και γ) ..., οι οποίοι, είτε από κοινού, είτε ανά δύο χωριστά, δεσμεύουν με την υπογραφή τους και εκπροσωπούν την κοινοπραξία και, συνεπώς, η επίδικη επιταγή, που φέρει μόνο την υπογραφή του ...

και βάσει της οποίας (επιταγής) εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν τις υποχρεώνει, ως μέλος της κοινοπραξίας την πρώτη και ως κοινοπραξία τη δεύτερη, στην πληρωμή του ποσού αυτής, καθώς και ότι, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων δημοσιότητας, η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα και δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ζητούσαν δε την ακύρωσή της.

Το Εφετείο έκρινε ότι, μέ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής είναι νόμω αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και δη ο μεν πρώτος, διότι η κατά παράβαση των συμφωνηθέντων στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό έκδοση της επίδικης επιταγής αφορά τις μεταξύ τους εσωτερικές σχέσεις των μελών της Κοινοπραξίας και δεν μπορεί, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων, να αντιταχθεί κατά των τρίτων [άρθρο 42 παρ.3 Ε.Ν.], ο δε δεύτερος, διότι η δεύτερη ανακόπτουσα Κοινοπραξία, σε βάρος της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ναι μεν δεν έχει νομική προσωπικότητα, πλην, όμως, για τη δικονομική διευκόλυνση των συναλλασσομένων με αυτήν τρίτων, μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στα δικαστήρια με τα πρόσωπα που την εκπροσωπούν.

Ακολούθως αυτό (Εφετείο), αφού αντικατέστησε την αιτιολογία της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε τον αντίστοιχο (πρώτο) λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών. Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 3, και 951 παρ. 1 εδ.

β Κ.Πολ.Δ, ως προς την ικανότητα της δεύτερης των αναιρεσειουσών κοινοπραξίας να είναι υποκείμενο και να ασκεί, ενεργητικώς και παθητικώς, τα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της από την επίδικη επιταγή, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο (όπως εκτιμάται), υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδονται πράγματι στο Εφετείο οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις, για παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων και για παράνομη μη κήρυξη απαράδεκτης της ασκηθείσας κατά της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας αιτήσεως προς έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, λόγω έλλειψης νομικής προσωπικότητας αυτής (Κοινοπραξίας) και συνακόλουθα έλλειψης δυνατότητας προς ανάληψη υποχρεώσεων και παθητικής νομιμοποίησής της, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εύνοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικά ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989). Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κάτω από το οποίο (δικόγραφο) συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, που ασκείται κατά της απορριπτικής της ανακοπής αποφάσεως ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης, και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων, κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 583 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, με τον οποίο προέβαλαν ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 748 παρ. 1 ΑΚ, ο ... δεν είχε την εξουσία να δράσει ατομικά και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών εταίρων της αναιρεσίβλητης και να προβεί εν αγνοία τους στη λήψη του βιβλιαρίου επιταγών και την έκδοση και μεταβίβαση της ένδικης επιταγής, υπογράφοντας κάτω απόν την επωνυμία της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσεσείουσες προέβαλαν τον άνω ισχυρισμό αυτό (ως λόγο) με το δικόγραφο της ανακοπής τους Κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφηση του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία.

Κατά δε το άρθρο 1255 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος. Εξάλλου, η ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση είχε θεσπισθεί ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρίες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεων τους με το άρθρο 38 του Ν.Δ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", που εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Εισ.

Ν.Α.Κ και το οποίο ορίζει ότι εάν αντικείμενο της ενεχυριάσεως είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχυρίαση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτούμενης άλλης εγγράφου συμβάσεως ενεχυριάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση.

Δεν αποκλείεται δε η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 του ΑΚ. Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 1251 του ΑΚ,. είναι και η επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στον Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αντίστοιχης διάταξης προς εκείνη του άρθρου 19 του Ν. 5325/1932, με την οποία προβλέπεται η οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου των συναλλαγματικών και των γραμματίων εις διαταγήν (βλ.

άρθρο 77 Ν. 5325/1932), δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1957/1991, με την οποία επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου στις "επιταγές" που προσκομίζονται στις Τράπεζες για είσπραξη ενεχυρίαση ή φύλαξη", προκύπτει ότι θεωρείται δεδομένη η νομιμότητα της ενεχυράσεως της τραπεζικής επιταγής.

Περαιτέρω, ο οπισθόγραφος που ενεργεί ενεχυρική οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής, χωρίς ρήτρα "άνευ ευθύνης", έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον εκδότη της επιταγής, εις ολόκληρον, αναφορικά με την αναγωγική του ευθύνη για τη μη πληρωμή της επιταγής και επομένως και η λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής επιφέρει για τον κομιστή και το, κατ' άρθρο 18 του Ν. 5960/1933, εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής των, ισχυρίσθηκαν με τον τρίτο λόγο αυτής (ανακοπής), ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει της επίδικης επιταγής, την οποία εξέδωσε η δεύτερη αναιρεσείουσα σε διαταγή της εταιρείας, με την επωνυμία "...

Ο.Ε.", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και η οποία την μεταβίβασε περαιτέρω στην αναιρεσίβλητη με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου η κατά τον τρόπο αυτό μεταβίβαση είναι, ως μη προβλεπόμενη από το νόμο, μη νόμιμη και συνεπώς δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα της οπισθογράφησης, η δε δικαιούχος κατά την οπισθογράφηση αυτή, τράπεζα δεν νομιμοποιείτο στην υποβολή αιτήσεως προς έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής.

Το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο, κρίναν ότι η μεταβίβαση τραπεζικής επιταγής με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, είναι νόμιμη και επιφέρει, πλην του νομιμοποιητικού και το κατ' άρθρο 18 του Ν. 5960/1933 εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης, χωρίς να απαιτείται ο υπέρ ου η οπισθογράφηση να επικαλεσθεί και την υφιστάμενη μεταξύ αυτών και του οπισθογράφου εσωτερική σχέση.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2008 αίτηση των 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΕΡΡΩΝ (ΤΕΣ) ΑΕ" και 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ. ΜΕΣΑΙΚΟΣ ΑΤΕΒΕ-ΤΕΣ ΑΕ- ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ ΑΕ" για αναίρεση της υπ'αριθ. 114/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ