Legislator Case Law & Legislation
241/2009 AI generated

241/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 241/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 5916/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

241/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το ποσό των 45.781,36 ευρώ, που συνίσταται στο ποσό το οποίο κατέβαλε σε δυο αποκλειστικές νοσοκόμες, που χρησιμοποίησε για την φροντίδα της στην οικία της κατά το χρονικό διάστημα από 13/10/1999, ημερομηνία κατά την οποία εξήλθε από το ως άνω Δημόσιο Νοσοκομείο Αττικής έως τον Οκτώβριο του έτους 2000, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ΙΙΙ.

Keywords

AI generated
psychiatric work incapacity reapplication for disability benefits reintegration into employment deportation despite health issues voluntary unemployment social security for migrant workers
AI generated
853/2013
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
1793/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
214/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
1126/2014
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο και επιδικάστηκε αποζημίωση.
1163/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 241 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 241/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολυμενέα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 5916/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 271/28.2.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5916/31.8.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 170133/10815/27.11.2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, απορρέουσες από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 2604/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 9785/29.11.2006 έφεση της ενάγουσας, η 5916/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα διετείνετο δι' αυτής ότι:

α) με την εναγομένη συνήψε το 1995 σύμβαση ασφαλίσεως ζωής και πρόσθετων ασφαλιστικών καλύψεων δυνάμει της οποίας ασφαλίστηκε μεταξύ των άλλων και με ασφάλιση εισοδήματος με μηνιαία παροχή 300.000 δραχμών καθώς και με ασφάλιση υπέρ κάρτας Υγείας Plus 1, β) στις 14/6/1998 αιφνιδίως παρουσίασε προκάρδιο άλγος, αρρυθμία, καταβολή και στρες τα οποία διαγνώσθηκαν από τους αναφερόμενους ιατρούς, οι οποίοι της συνέστησαν να απέχει από την εργασία της και ακολούθως γνωστοποίησε στην εναγομένη τα σχετικά έγγραφα ιατρικές γνωματεύσεις, ζητώντας την καταβολή του οφειλόμενου ασφαλίσματος, το οποίο η τελευταία αρνήθηκε, γ) στις 13/9/1998, εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου και νοσηλεύθηκε έως τις 18/9/1998, όπου διαγνώσθηκε πρόπτωση μιτροειδούς βαλβίδος, σύνοδο φύσημα, προκάρδιο άλγος, αρρυθμία και στρες και παρόλο που γνωστοποίησε στην εναγομένη την κατάσταση της υγείας της και την κάλεσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της αυτή όμως, όχι μόνο δεν της κατέβαλε το ασφάλισμα αλλά στις 4/11/1998 με την από 3/11/1998 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση, ισχυριζόμενη αναληθώς ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως της είχε αποκρύψει δολίως ότι ήταν ασφαλισμένη στην "INTERAMERICAN", παρότι το γεγονός αυτό το γνώριζε η εναγομένη, δ) η εν λόγω καταγγελία της ένδικης συμβάσεως αναγνωρίσθηκε ως άκυρη με την 759/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη όμως έκτοτε αρνείται να της καταβάλει την ασφάλιση εισοδήματος ποσού 880,41 ευρώ μηνιαίως, καθώς και έξοδα κλίνης και διατροφής, ε) λόγω δε επιδεινώσεως της ασθένειάς της και ενώ είχε επιλέξει να νοσηλευθεί στο προαναφερόμενο ιατρικό κέντρο, η εναγομένη αρνήθηκε να τις καλύψει τα έξοδα νοσηλείας σε αυτό κλίνης και τροφής και αναγκάσθηκε γι' αυτό το λόγο να νοσηλευθεί στο Δημόσιο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρεται σε αυτή, όπου οι συνθήκες νοσηλείας της δεν ήταν κατάλληλες για την αντιμετώπιση της ασθενείας της, όπως ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή και γι' αυτό δεν αποκαταστάθηκε πλήρως η υγεία της, δεν θα συνέβαινε δε αυτό, αν η εναγομένη είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και είχε νοσηλευθεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών.

Ζήτησε, ακολούθως, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 295 ΚΠολΔ), Α) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει: Ι. το συνολικό ποσό των 15.206,15 ευρώ ως ασφάλισμα λόγω της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, για απώλεια εισοδημάτων 15 μηνών, ήτοι από τον Μάρτιο του 1999 έως και τον Μάιο του 2000, με το νόμιμο τόκο το κάθε ποσό των 880,41 ευρώ από 15/3/1999 έως 15/5/2000, κατά την κάθε ημεροχρονολογία, που αναφέρεται σε αυτή άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ΙΙ.

το ποσό των 45.781,36 ευρώ, που συνίσταται στο ποσό το οποίο κατέβαλε σε δυο αποκλειστικές νοσοκόμες, που χρησιμοποίησε για την φροντίδα της στην οικία της κατά το χρονικό διάστημα από 13/10/1999, ημερομηνία κατά την οποία εξήλθε από το ως άνω Δημόσιο Νοσοκομείο Αττικής έως τον Οκτώβριο του έτους 2000, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ΙΙΙ.

Το ποσό των 709.490,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής έως την εξόφληση ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε από την άσκηση του επαγγέλματός της ως ιδιωτικού αστυνομικού από το 1999 έως το έτος 2003 και IV. το ποσό των 5.000.000 ευρώ με επιφύλαξη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής έως την εξόφληση ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που η ενάγουσα υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της ασφαλιστικής εταιρείας.

Οι φερόμενες με την εν λόγω αγωγή προς διάγνωση αξιώσεις αξιολογήθηκαν, η με στοιχ. IV μη νόμιμη, η με στοιχ. ΙΙΙ αόριστη και οι λοιπές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, περί πραγμάτων κρίση της την οποία η δευτεροβάθμια απόφαση στήριζε στις ακόλουθες, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Με σύμβαση ασφαλίσεως, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, η οποία κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας μετονομάσθηκε από εταιρεία με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" σε εταιρεία με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", τον Ιούνιο του 1995 η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει ασφαλιστικά την πρώτη έναντι των κινδύνων προσωπικών ατυχημάτων και απώλειας εισοδήματος με την αντικαταβολή του συμφωνηθέντος ποσού ασφαλίστρων.

Σύμφωνα με προσάρτημα VII του προαναφερομένου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη εκ μέρους της εναγομένης περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την κάλυψη του κινδύνου απώλειας εισοδήματος της ασφαλισμένης εξ αιτίας ατυχήματος ή ασθένειας με την αναγραφόμενη στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων μηνιαία παροχή ποσού 300.000 δραχμών και για διάστημα έως 24 μηνών, κατά τον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών.

Στον όρο 6 περ. 1 του ιδίου προσαρτήματος προβλέφθηκε ότι η εν λόγω ασφάλιση δεν καλύπτει κινδύνους που προέρχονται ολικά η μερικά, μεταξύ άλλων, από μια ή περισσότερες από τις παρακάτω αιτίες, κύηση, διανοητικές, νευρικές ή νευροφυτικές διαταραχές. Στον όρο 8 του προσαρτήματος XXIII του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όσον αφορά την ασφάλιση υπερκάρτας υγείας PLUS1, προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη αναλαμβάνει να καλύψει και υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από ιδιωτική επαγγελματία νοσοκόμο (αποκλειστική), εφόσον έχει πλήρη απασχόληση, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια νοσηλείας της ασφαλισμένης ή καλυπτόμενου μέλους της οικογένειάς της και παραμονής της στο νοσοκομείο ως εσωτερικός ασθενής.

Ακολούθως, η ενάγουσα με την από 23/2/1999 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της εναγομένης της κρινόμενης αγωγής, ισχυρίστηκε ότι: α) Αισθάνθηκε προκάρδιο άλγος, αρρυθμία, καταβολή δυνάμεων και στρες, στις 14/6/1998 συνεπεία των οποίων απείχε της εργασίας της ως ιδιωτικής αστυνομικού, κατά σύσταση των ιατρών, β) στις 13/9/1998 εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί πρόπτωση βαλβίδας προκάρδιο άλγος και αρρυθμία με "στρες" και εξήλθε του εν λόγω Νοσοκομείου στις 18/9/1998 και οι θεράποντες ιατροί την έκριναν ανίκανη προς εργασία και την έθεσαν υπό τακτική ιατρική παρακολούθηση και της συνέστησαν να παραμείνει εκτός εργασίας μέχρι της επανεκτιμήσεως της κατάστασής της, γ) παρότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, στις 4/11/1998 κατήγγειλε αδικαιολογήτως την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση και αρνήθηκε να της καταβάλει τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως ποσού 1.818.000 δραχμών καθώς και το ποσό των 3.300.000 δραχμών για απώλεια των μηνιαίων εισοδημάτων της από 14/6/1998 έως την άσκηση της ως άνω αγωγής και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως ποσού 1.818.000 δραχμών καθώς και του ποσού των 3.300.000 δραχμών για απώλεια των μηνιαίων εισοδημάτων της από 14/6/1998 έως την άσκηση της ως άνω αγωγής και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα ως άνω ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1401/2001 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η πάθηση, που εμφάνισε η ενάγουσα στις 14/6/1998, εξαιτίας της οποίας νοσηλεύτηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο, είναι οργανικό πρόβλημα και συγκεκριμένα καρδιακό πρόβλημα, που χρήζει νοσηλείας και καθιστά την ενάγουσα ανίκανη προς εργασία, ή είναι αγχώδης κατάσταση νευρολογικής-νευροφυτικής αιτιολογίας, που εξαιρείται ρητώς της ασφαλιστικής καλύψεως.

Μετά τη διενέργεια της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε εκδόθηκε η 759/2003 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, αφού δέχτηκε ότι η νοσηλεία της ενάγουσας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο, ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση του καρδιολογικού της προβλήματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη ανίκανη προς εργασία τουλάχιστον για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών και έκρινε ότι η καταγγελία της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν ανίσχυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 300.000 δρχ.

μηνιαίως επί 9 μήνες καθώς και το ποσό των 5.159,38 ευρώ για δαπάνες νοσηλείας στο ως άνω Νοσοκομείο. Ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως από την εναγομένη, εκδόθηκε η 2132/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα στις 14/6/1998 παρουσίασε προβλήματα υγείας και, σε επίσκεψή της στον ιατρό του ασφαλιστικού ταμείου (ΤΕΒΕ) αλλά και τον προσωπικό της θεράποντα ιατρό Α, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από προκάρδιο άλγος, αρρυθμία, καταβολή και "στρες" και της συνεστήθη πρόσκαιρη αποχή από την εργασίας της ιδιωτικής αστυνομικού, που μέχρι τότε ασκούσε .

Ακολούθως στις 13-9-1998 εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί πρόπτωση βαλβίδας, προκάρδιο άλγος και αρρυθμία σε "στρες". Στις 18-9-1998 εξήλθε με την παρατήρηση ότι χρήζει συνεχούς και τακτικής παρακολουθήσεως, ενώ της συνεστήθη αποχή από την εργασία της έως επανεκτιμήσεως της όλης κατάστασής της.

Αμέσως μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο, για την εισαγωγή στο οποίο είχε ειδοποιήσει την εναγομένη, υπέβαλε στην τελευταία τα αναγκαία δικαιολογητικά προκειμένου να της καταβάλει το ανάλογο ασφάλισμα. Με την από 3-11-1998 εξώδικη δήλωση της η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, επικαλούμενη απόκρυψη εκ μέρους της προηγουμένης ασφαλιστικής ασφαλίσεως με την INTERAMERICAN, θεωρώντας ότι είχε παραβιάσει την υποχρέωσή της για μη απόκρυψη στοιχείων σχετικών με την σύναψη προηγούμενης ασφαλιστικής συμβάσεως.

Όσον αφορά την καταγγελία αυτή, δέχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει γνώση για την ασφάλιση της ενάγουσας και στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία μέσω της ασφαλιστικής της πράκτορος, ότι η σχετική αρνητική απάντηση της ενάγουσας στο σχετικό ερωτηματολόγιο οφειλόταν σε έλλειψη της προσοχής ως προς ότι είχε σημειώσει η ασφαλιστική πράκτορας και όχι σε πρόθεση αποκρύψεως του στοιχείου αυτού από την ενάγουσα και ότι, σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως είχε γίνει μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας του ενός μηνός και ότι συνεπώς η καταγγελία της ενδίκου ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν ανίσχυρη.

Στη συνέχεια αυτή δέχθηκε την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που είχε διαταχθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας εξαιτίας προπτώσεως, την οποία υπέστη η ενάγουσα συνιστά μορφή καρδιοπάθειας, που δεν είναι απόρροια νευροφυτικών διαταραχών και έχει καταστήσει την πάσχουσα ανίκανη προς εργασία επί ικανό χρονικό διάστημα.

Επίσης, στην απόφαση εκτίθενται ότι: α) τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την τεχνική έκθεση του ιατρού Β, αφού από την έκθεση αυτή δεν αποδεικνύεται ότι η πάθηση της ενάγουσας είναι απόρροια νευροφυτικών διαταραχών και ότι από το συμπέρασμα αυτής προκύπτει ότι από ψυχιατρικής απόψεως δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε συσχέτιση μεταξύ νευρολογικής - νευροφυτικής αιτιολογίας συμπτωμάτων και προπτώσεως μιτροειδούς και β) ότι η ενάγουσα ήταν ανίκανη για εργασία για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών και ότι για την παραμονή της στο ανωτέρω νοσοκομείο δαπάνησε το ποσό του 1.758.000 δρχ., απορρίπτοντας έτσι την έφεση της εκκαλούσης ασφαλιστικής κατ' ουσίαν.

Τα γεγονότα αυτά κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την τελεσίδικη προαναφερόμενη απόφαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 559 αρ. 9, 322 παρ. 1, 324, 331 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε, είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως το οποίο και επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό την θετική λειτουργία), γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν "είχε προβληθεί", κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Μπορεί, λοιπόν, ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Ενόψει όλων αυτών, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι από την ως άνω απόφαση παράγεται δεδικασμένο και για το επίδικο χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 1999 έως τον Μάιο του 2000, για το οποίο ζητεί με την κρινόμενη αγωγή την καταβολή του συνολικού ποσού των 13.206,15 ευρώ, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας, λόγω της απώλειας των εισοδημάτων της για το διάστημα αυτό των δεκαπέντε μηνών, οφειλόμενης στην ανικανότητά της προς άσκηση του επαγγέλματος της ιδιωτικής αστυνομικού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι δεν έχει καταστεί αντικείμενο έρευνας στην προηγούμενη δίκη, ώστε να δεσμεύεται το παρόν ως προς το κρίσιμο αυτό γεγονός.

Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε με την απόφαση αυτή, έχει κριθεί τελεσίδικα μόνο ότι ο λόγος της νοσηλείας της για το χρονικό διάστημα από 13/9/1998 έως 18/9/1998 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών ήταν η ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδος εξαιτίας προπτώσεως και ότι εξαιτίας της ασθένειας αυτής κατέστη ανίκανη προς εργασία για το χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών, ήτοι από Ιούνιο του 1998 έως το Φεβρουάριο του έτους 1999.

Αλλά και ο πραγματογνώμονας, στην υπ' αριθμόν ...... έκθεσή του, αποφαίνεται για την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας, για το ίδιο χρονικό διάστημα που αυτή νοσηλεύθηκε. Περαιτέρω, όμως, αποδεικνύεται ότι η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΤΕΒΕ: α) με την υπ' αριθμόν ...... γνωμάτευσή της, αφού εξέτασε την ενάγουσα, όπως αναφέρει στη γνωμάτευση αυτή, απεφάνθη ότι η τελευταία παρουσιάζει βαρείας μορφής χρόνια ψυχωσική κατάθλιψη και βρίσκεται σε συνεχή αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση, (νοσηλεύεται στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής) και γνωμάτευσε ότι είναι ανίκανη προς εργασία, με ποσοστό αναπηρίας 67%, για το χρονικό διάστημα από 5/3/1999 έως 31/3/2002 και για το ίδιο χρονικό διάστημα το ΤΕΒΕ, με την υπ' αριθμόν ......

απόφασή του, της χορήγησε σύνταξη αναπηρίας, β) με την υπ' αριθμόν ...... γνωμάτευσή της, που έλαβε χώρα στις 11/3/2002, αφού εξέτασε την ενάγουσα, όπως τούτο αναφέρεται στη γνωμάτευση αυτή, απεφάνθη ότι η τελευταία, έχοντας ιστορικό βαρείας μορφής χρόνιας ψυχωσικής κατάστασης, παρουσιάζει χρονίσασα καταθλιπτική συνδρομή με ψυχωτικά στοιχεία, με νοσηλείες σε ψυχιατρικά ιδρύματα ευρισκόμενη υπό φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση και γνωμάτευσε ότι είναι ανίκανη προς εργασία με ποσοστό αναπηρίας 67%, για το χρονικό διάστημα από 1/4/2002 έως 31/10/2004 και για το ίδιο χρονικό διάστημα το ΤΕΒΕ, με την ......

απόφασή του, αποφάσισε την παράταση της συνταξιοδοτήσεως της ενάγουσας λόγω ανικανότητας. Στις δε 13/9/2004 η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την από 9/9/2004 εξώδικη πρόσκλησή της, με την οποία ζητούσε να της αναγνωρίσει την απαλλαγή της από την πληρωμή ασφαλίστρων λόγω διαρκούς ανικανότητάς της, επικαλούμενη τις ως άνω δύο (2) γνωματεύσεις και την ......

απόφαση του ΤΕΒΕ. Απ' όλα, επομένως, τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, στα οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, η ενάγουσα ήταν ανίκανη για εργασία, όχι λόγω του οργανικού της προβλήματος και δη καρδιολογικού (ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας συνεπεία προπτώσεως), αλλά λόγω βαρείας μορφής χρόνιας ψυχωσικής καταθλίψεως υπό συνεχή αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση.

Στο σημείο αυτό μάλιστα, πρέπει να τονιστεί ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα αμφισβητεί την εγκυρότητα των γνωματεύσεων και αποφάσεως του ΤΕΒΕ για λόγους που υπάγονται σε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, ειδικότερα, ισχυριζόμενη ότι οι υγειονομικές επιτροπές των ασφαλιστικών ταμείων δεν προβαίνουν σε κλινική εξέταση του ασθενή και επιλέγουν την πιο πρόσφορη αιτία για να δικαιολογήσουν την ανικανότητα.

Όμως τις αποφάσεις αυτές τις προσκόμισε η ίδια η ενάγουσα ζητώντας την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, κατά τα ανωτέρω. Είναι επομένως, τουλάχιστον αντιφατικό από τη μία να στηρίζει την απαίτησή της για καταβολή σε αυτή αποζημιώσεως απώλειας εισοδήματος λόγω ανικανότητας στις γνωματεύσεις και απόφαση που την έκριναν ανίκανη σε ποσοστό 67% και από την άλλη να αμφισβητεί την ορθότητα του πορίσματος των επιτροπών όσον αφορά στην αιτία για την οποία την έκριναν ανίκανη.

Με τις σκέψεις αυτές η εναγομένη δεν υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 13.206,15 ευρώ ως ασφάλισμα για απώλεια εισοδημάτων 15 μηνών, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 6 περ. 1 του προσαρτήματος VII για την ασφάλιση εισοδήματος του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου της εναγομένης, δεκτής γενόμενης και ως ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης (361 ΑΚ).

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα :

Ι.- Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 298 εδ. β ΑΚ, διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Ειδικότερα, δεν αρκεί η αφηρημένη επανάληψη της διατυπώσεως του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που πιθανολογούν το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτού, επιτρέπουν στον εναγόμενο να αμυνθεί και καθιστούν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας.

Προς θεμελίωση της με στοιχ. ΙΙΙ αξιώσεώς της (διαφυγόν κέρδος), η αναιρεσείουσα διέλαβε στην αγωγή, κατά το επικαλούμενο με το αναιρετήριο περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, "Περαιτέρω δε, δεν θα είχα αναγκαστεί να προχωρήσω στην πώληση του μεγαλύτερου μέρους της ακίνητης περιουσίας μου, ούτε θα είχα κάνει διακοπή των εργασιών της ατομικής μου επιχείρησης και κατά συνέπεια σήμερα θα εργαζόμουν κανονικά.

Τα μηνιαία εισοδήματά μου κατά το έτος 1998 ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 3.000.000 δραχμών περίπου καθαρά κατ' ελάχιστο ποσό, ήτοι 8.804,00 ευρώ. Δηλαδή το ετήσιο εισόδημά μου ανερχόταν περίπου στο ποσό των 105.648,00 ευρώ. Επαγγελματικά δε βρισκόμουν στο απόγειο της καριέρας μου και υπήρχε προοδευτική αύξουσα ανοδική πορεία της πελατείας και των εισοδημάτων μου κατά ποσοστό τουλάχιστον 10% ετησίως.

Ηλικιακά δε, αναφορικά με το συγκεκριμένο επάγγελμα που ασκούσα, βρισκόμουν στην πλέον παραγωγική ηλικία των 43 ετών. Είναι βέβαιο ότι θα ασχολιόμουν με το συγκεκριμένο επάγγελμα για ακόμη τουλάχιστον 25 χρόνια. Εξαιτίας δε της παράνομης, απάνθρωπης και με πρωτοφανή τρόπο για "τα ασφαλιστικά χρονικά", αυθαίρετης, αντισυμβατικής, κακόπιστης, αντίθετης στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη και υπαίτια (με δόλο Α' βαθμού) εις βάρος μου συμπεριφοράς της εναγομένης πλέον της ηθικής βλάβης που υπέστην μου προκάλεσε και διαφυγόντα κέρδη (914, 298 ΑΚ), τα οποία θα είχα από την άσκηση του επαγγέλματός μου από το έτος 1998 μέχρι και σήμερα (2003), αλλά και για 20 επιπλέον έτη μέχρι το έτος 2023 και τα οποία μετά βεβαιότητας θα ανέρχονταν σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ιδίως με τις συνεργασίες που είχα με άλλα γραφεία ντετέκτιβ στο εξωτερικό και με τις πολυεθνικές εταιρίες, σε συνάρτηση και με την αύξουσα δυναμική της πελατείας μου, κατά έτος, ως ακολούθως:

Για το έτος 1999 (105.648,00 + 10%) 116.212,80 ευρώ Για το έτος 2000 (116.212,80+10%) 127.834,08 ευρώ Για το έτος 2001 (127.834,08 + 10%) 140.617,48 ευρώ Για το έτος 2002 (140.617,48 + 10%) 154.679,22 ευρώ Για το έτος 2003 (154.679,22 + 10%) 170.147,14 ευρώ Επομένως, τα διαφυγόντα κέρδη μου ανέρχονται συνολικά από το έτος 1999 μέχρι και σήμερα (2003) στο ποσό των 709.490,72 ευρώ, που μετά βεβαιότητος και με την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζα από την εργασία μου και η απώλειά τους, σύμφωνα με τα ανωτέρω, οφείλεται στη συμπεριφορά της εναγομένης και το οποίο ποσό των 709.490,72 ευρώ οφείλει να μου καταβάλει ως διαφυγόντα κέρδη.

Με βάση τους αγωγικούς αυτούς ισχυρισμούς, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και στους οποίους παραλείπεται παντελώς η αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που πιθανολογούν και προσδιορίζουν το κατά τρόπο γενικό καθοριζόμενο συνολικό ποσό των μελλοντικών εισοδημάτων της αναιρεσείουσας και την από την αιτία αυτή ισόποση αποθετική της ζημία, με ετήσια στη συνέχεια προσαύξησή τους σε ποσοστό 10/100 μέχρι το έτος 2023, ορθώς αξιολογήθηκε η αγωγή κατά την εν λόγω αξίωση ως αόριστη και επομένως οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 14 ΚΠολΔ, ελέγχονται ως αβάσιμες.

Δεν προσήκουν στην αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια αυτή οι υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 11, 19 ΚΠολΔ, που προϋποθέτουν ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε παράβαση του νόμου σχετικά με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου.

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώσει κάποιος υπαιτίως άλλον.

Προς θεμελίωση της με στοιχ. IV αξιώσεώς της (χρηματική ικανοποίηση), η αναιρεσείουσα υπεστήριζε με την αγωγή της, κατά το επικαλούμενο με το αναιρετήριο περιεχόμενο του δικογράφου αυτής: "5) Η ειδικότερη ζημία - ηθική βλάβη που υπέστηνΌπως αναλυτικά αναπτύσσω ανωτέρω, εξαιτίας της παράνομης, απάνθρωπης και με πρωτοφανή τρόπο για "τα ασφαλιστικά χρονικά", αυθαίρετης, αντισυμβατικής, κακόπιστης, αντίθετης στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη και υπαίτια (με δόλο Α' βαθμού) εις βάρος μου συμπεριφοράς της εναγομένης, καταστράφηκε ολοσχερώς και ανεπανόρθωτα η προσωπική μου ζωή και η επαγγελματική μου καριέρα και συγκεκριμένα:

Α) Να βρίσκεται σήμερα κανένας δίπλα μου, αλλά να επιβουλεύονται την περιουσία μου και να επιδιώκουν την φυσική μου εξόντωση, Β) Να μην έχει αποκατασταθεί η υγεία μου, Γ) Να είμαι ανίκανη για εργασία μέχρι 31-10-2004, Δ) Να έχω πωλήσει τα περισσότερα περιουσιακά μου στοιχεία για να αντιμετωπίσω τα προβλήματα υγείας μου, αλλά και να εξασφαλίσω τα απαραίτητα για να ζήσω, Ε) Να μην έχω κανένα εισόδημα πλην της πενιχρής αναπηρικής σύνταξης που λαμβάνω, η οποία φτάνει να καλύψει μόνο την συμμετοχή μου (10%) στα απαραίτητα φάρμακα και να κινδυνεύω να χάσω το σπίτι λόγω των δύο δανείων που έχω πάρει από την Εμπορική Τράπεζα, ΣΤ) Να έχω υποστεί τεράστια απώλεια εισοδημάτων μέχρι σήμερα, αλλά και για τα επόμενα χρόνια της ζωής μου, Ζ) Να έχω καταστραφεί επαγγελματικά, ακόμη και στην περίπτωση που με την βοήθεια του Θεού αποκατασταθεί πλήρως η υγεία, θα έχω απωλέσει για πάντα την δυνατότητα να εργαστώ στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ - ερευνητής, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά θα έχει μειωθεί εξαιρετικά η δυνατότητα προσλήψεώς μου λόγω της προϋφιστάμενης ψυχικής ταλαιπωρίας μου και προσωπικής δυσφημήσεως του ονόματός μου και κατ' επέκταση της προσωπικότητάς μου, αλλά και της ηλικίας που βρίσκομαι σήμερα, Η) Να έχει προσβληθεί ανεπανόρθωτα η προσωπικότητά μου σε τέτοιο βαθμό που να αισθάνομαι πλέον ότι δεν υπάρχει πια ζωή για μένα, διότι όλοι πλέον με αντιμετωπίζουν με οίκτο που προκαλεί τεράστιο ψυχικό πόνο, Θ) Να έχω υποστεί τέτοια ψυχική ταλαιπωρία και πόνους μέχρι σήμερα, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως "εν ζωή ενταφιασμός".

Κατά τους ενδιαφέροντες το ερευνώμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αγωγικούς αυτούς ισχυρισμούς, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η αποδιδόμενη στην αναιρεσίβλητη αδικοπραξία συνίσταται στην παραβίαση των απορρεουσών από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως υποχρεώσεών της, η οποία, αυτή και μόνη, δεν αρκεί για την πλήρωση του πραγματικού του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, κατ' ορθή εφαρμογή του οποίου αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά τη με στοιχ. IV αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 ΚΠολΔ ελέγχονται ως αβάσιμες. Η προσαπτόμενη στην απόφαση πλημμέλεια αυτή δε προσήκει στις προβαλλόμενες στον υπό την αυτή ρύθμιση λόγο αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αριθ. 11, 12, 14, 16 και 19 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ.- Κατά τους ορισμούς του άρθρου 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε μόνο σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ύπαρξη δεδικασμένου απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, καθώς και ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς, που κρίνεται, με εκείνη που ήδη κρίθηκε.

Έτσι η τελεσίδικη απόφαση, που έκρινε επί αγωγής του ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ότι η τελευταία οφείλει τις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση αξιώσεις του ασφαλισμένου για ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δέχθηκε ότι επήλθε ο καλυπτόμενος ασφαλιστικός κίνδυνος, αποτελεί δεδικασμένο για άλλη αγωγή του ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας από την ίδια ιστορική και νομική αιτία για το ίδιο χρονικό διάστημα που κρίθηκε, όχι όμως και για διαφορετικό, είτε προγενέστερο είτε μεταγενέστερο εκείνου, κατά το οποίο η σχετική αξίωσή του δεν κατάχθηκε στη δίκη και δεν κρίθηκε.

Από την εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας και του επικαλουμένου δι' αυτής περιεχομένου της 2132/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο λόγος νοσηλείας της ήδη αναιρεσείουσας κατά το από 13 έως 18.9.1998 χρονικό διάστημα στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών ήταν η ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδος εξ αιτίας προπτώσεως, ασθένεια από την οποία κατέστη ανίκανη προς εργασία από τον Ιούνιο του έτους 1998 έως τον Φεβρουάριο του έτους 1999.

Με βάση τις αιτιολογίες της αυτές, υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ήδη αναιρεσείουσα, κατά μερική παραδοχή της κατά την δίκη εκείνη αγωγής της τελευταίας, ποσό 300.000 δρχ. μηνιαίως για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών και 1.758.000 δρχ. για έξοδα νοσηλείας της. Κατά τις όμοιες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από την εν λόγω 2132/2004 απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για τις φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που αναφέρονται στο από μήνα Μάρτιο του έτους 1999 και επέκεινα χρονικό διάστημα, και ορθώς, εφόσον δεν κατατάχθηκαν κατά την δίκη εκείνη και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αυτής.

Επομένως, οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 16 ΚΠολΔ αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμες, ως και η από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η υπό τον αυτό αναιρετικό λόγο αιτίαση του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της 2132/2004 αποφάσεως, κατά την αξιολόγησή της ως προς την έκταση του απορρέοντος εξ αυτής δεδικασμένου, οι παραδοχές και αιτιολογίες της οποίας κατ' ακριβή αντιγραφή τους διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή κατά τούτο εκτίμησή της.

IV.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως περιέχουν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του ότι η αναιρεσείουσα κατά τα χρονικά διαστήματα, στα οποία αναφέρονται οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις της από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως, ήταν ανίκανη προς εργασία λόγω βαρειάς μορφής χρόνιας ψυχωσικής καταθλίψεως υπό συνεχή αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή και ιατρική παρακολούθηση, περίπτωση η οποία, κατά τον όρο 6 παρ. 1 του VII προσαρτήματος της συμβάσεως, δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς, παραδοχή της σε συνέπεια με την οποία, κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τις λοιπές με στοιχ. Ι και ΙΙ αξιώσεις.

Συνεπώς οι προβαλλόμενες με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ελέγχονται ως αβάσιμες. Όμοια αρνητικοί αξιολογούνται ως απαράδεκτες οι προτεινόμενες υπό τον αυτό αναιρετικό λόγο κατά τρόπο γενικό και αόριστο αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11, 16, 20 ΚΠολΔ, με τις οποίες όπως και με τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, εμμέσως, πλην σαφώς, ανεπιτρέπτως πλήττεται παράλληλα και η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και η με βάση αυτή περί πραγμάτων κρίση του. Μετά την αρνητική αξιολόγηση των αναιρετικών αυτών αιτιάσεων, που περιλαμβάνονται, επαναδιατυπούμενοι, στον φερόμενο ως πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 271/28-2-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5916/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ