241/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 241 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated241/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 241 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 241 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 241/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/12/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 28/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Συνεπώς, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο τούτο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και, παρά το γεγονός αυτό, δεν τους εφάρμοσε. Το στοιχείο αυτό πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, προκειμένου να διαπιστώσει την έννοια του άρθρου 32 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της συγχωνευθείσης ήδη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα εργοδότριας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3789/1957, κυρώθηκε με την υπ΄ αριθ. 91607/6878/25-11-1970 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Εργασίας, δημοσιεύθηκε στο υπ΄ αριθ. 875/4-12-1970 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β΄) και έχει συμβατική ισχύ, κατά το οποίο η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό λύεται και με καταγγελία για σπουδαίο λόγο υπό την έννοια του άρθρου 672 Α.Κ., επιφυλλασσομένων των διατάξεων του Οργανισμού περί πειθαρχικού δικαίου, ώστε να γίνει δεκτό ότι η Τράπεζα όφειλε να αναμείνει την έκδοση από το τριτοβάθμιο διατραπεζικό πειθαρχικό συμβούλιο της αποφάσεως επί της προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου αυτής, με την οποία διαπιστώθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογούσε την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος. Όμως ο τελευταίος δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων σχετικά με την εν λόγω συμφωνία. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.-
Επειδή, κατά το άρθρο 672 Α.Κ., ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, του οποίου όμως η μη βασιμότητα καθιστά άκυρη την καταγγελία με συνέπεια ο εργοδότης να υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά, τα οποία κατ΄ αντικειμενική κρίση καθιστουν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως. Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις, που συνοδεύουν την περίπτωση αυτή (Ολ. Α.Π. 10/1995). Η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει, κατά το άρθρο 672 Α.Κ., για σπουδαίο λόγο τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση ως προς την οποία προβλέπεται από κανονισμό αποχώρηση του μισθωτού αυτοδικαίως από την υπηρεσία του λόγω ορίου ηλικίας. Εξάλλου, με το άρθρο 21 της από 4-8-1982 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ΄ αριθ. 18617/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας στο 601/19-8-1982 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β΄) και κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 1346/1983, ορίζεται ότι για όσες Τράπεζες δεν έχουν δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, που προεδρεύεται από Δικαστή, θεσπίζεται τριτοβάθμιο διατραπεζικό πειθαρχικό συμβούλιο από έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας, έναν εκπρόσωπο της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών και έναν εκπρόσωπο της ΟΤΟΕ, στο οποίο θα προσφεύγουν μέσα σε ένα μήνα οι τιμωρούμενοι με πειθαρχική ποινή άνω των δέκα ημερών, προσωρινή παύση ή απόλυση. Το ίδιο όργανο θα αποφαίνεται και σε περιπτώσεις αναλόγων πειθαρχικών ποινών, που επιβάλλονται από Τράπεζες, οι οποίες δεν έχουν πειθαρχικά όργανα. Από τις διατάξεις αυτές, αλλά και από καμιά διάταξη νόμου, οργανισμού υπηρεσίας ή άλλης σσε δεν συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής αναστολής εκτελέσεως πειθαρχικής ποινής, που επιβλήθηκε από αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο σε υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως απ΄ αυτόν προσφυγής ενώπιον του τριτοβάθμιου διατραπεζικού πειθαρχικού συμβουλίου, καθώς επίσης και σε περίπτωση εμπρόθεσμης ασκήσεως από τον τελευταίο προσφυγής κατ΄ αποφάσεως εργοδοτικού οργάνου, με την οποία επιβλήθηκε ως πειθαρχική ποινή η οριστική απόλυση ή διαπιστώθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αυτού. Περαιτέρω, από τα άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης της ΕΚ απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία, αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει απ΄ αυτή άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ΄ αντικειμενική κρίση. Η εν λόγω αρχή έχει εφαρμογή μόνο επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη, ενώ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της καταγγελίας από τον εργοδότη της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, γιατί δεν πρόκειται για εκπλήρωση οικειοθελούς εργοδοτικής παροχής, η οποία προϋποτίθεται για να εφαρμοσθεί η αρχή αυτή ως προς ορισμένους θιγόμενους μισθωτούς, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με άλλους συναδέλφους τους, έναντι των οποίων ο εργοδότης εκπληρώνει μονομερή ή συμβατική παροχή, η δε καταγγελία δεν μπορεί να νοηθεί ως αμοιβή ούτε και με την ευρύτατη ακόμη έννοια του όρου, αφού κατά το άρθρο 141 παρ. 2α της Συνθήκης της ΕΚ, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στις 23-9-1980 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, που ήδη έχει συγχωνευθεί με απορρόφηση στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, προκειμένου να παράσχει σ΄ αυτή μέχρι τις 23-9-1981 τις υπηρεσίες του ως εισπράκτορας, ενώ στη συνέχεια με την υπ΄ αριθ. 153/22-12-1982 πράξη της Διοικήσεως αυτής αποφασίσθηκε η οριστική πρόσληψή του στις 29-9-1980 με το βαθμό του δόκιμου υπαλλήλου και χρονική αφετηρία βαθμού τη 1-1-1981, ο δε αναιρεσείων με την από 10-1-1983 δήλωσή του αποδέχθηκε την οριστική του πρόσληψη και την εφαρμογή ως προς αυτόν των εγκυκλίων και κανονισμών της Τράπεζας και κάθε μεταβολή στο μέλλον του Οργανισμού της Υπηρεσίας αυτής. Στις 10-7-1990 με την 35 εγκύκλιο της Διοικήσεως της εργοδότριας Τράπεζας αποφασίσθηκε η έναρξη λειτουργίας από 12-7-1990 νέου υποκαταστήματος αυτής στη ..., ο δε αναιρεσείων τοποθετήθηκε σ΄ αυτό ως υποδιευθυντής με ανάθεση στον ίδιο προσωρινά της ασκήσεως καθηκόντων διευθυντή. Στις 25-4-1995, κατόπιν του από 17-4-1995 εγγράφου του Κλιμακίου Επιθεωρήσεως της εργοδότριας Τράπεζας, κατά το οποίο μετά από διενεργηθέντα κατ΄ εντολή της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως έλεγχο διαπιστώθηκαν παραβάσεις και παραλείψεις ικανές να βλάψουν τα συμφέροντα αυτής, για τις οποίες την κύρια ευθύνη φέρει ο διευθυντής του υποκαταστήματος ..., αποφασίσθηκε η θέση του αναιρεσείοντος στη διάθεση της Διευθύνσεως Διοικητικού στην Αθήνα μέχρις ότου κριθεί οριστικά η υπηρεσιακή του κατάσταση μετά από την έκδοση τελεσιδίκων πειθαρχικών αποφάσεων. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι για όλες τις παραβάσεις, ως πειθαρχικά παραπτώματα, που προβλέπονται από το άρθρο 26 του Οργανισμού της εργοδότριας Τράπεζας και τιμωρούνται με τις πειθαρχικές ποινές του άρθρου 28 του αυτού Οργανισμού, κλήθηκε ο αναιρεσείων σε απολογία και παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο με απόφασή του κήρυξε αυτόν ένοχο τελέσεως των παραπτωμάτων και του επέβαλε ομόφωνα την ποινή της οριστικής απολύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 672 Α.Κ. Επί της ασκηθείσης από τον αναιρεσείοντα εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως, το Διοικητικό Συμβούλιο της εργοδότριας Τράπεζας, που λειτούργησε ως δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1δ του Οργανισμού αυτής, στις 30-5-1996 με την υπ΄ αριθ. 3/1996 απόφασή του κήρυξε αυτόν ομόφωνα ένοχο για τις πράξεις, που συνιστούσαν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως με την έννοια του άρθρου 672 Α.Κ. και απέρριψε την έφεση αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στις 8-8-1996 κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα με δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του στην ... η από 2-8-1996 έγγραφη καταγγελία από την Τράπεζα της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αυτού για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 Α.Κ.. Μετά ταύτα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων με την από 5-9-1996 προσφυγή του, που άσκησε αυθημερόν ενώπιον του τριτοβάθμιου διατραπεζικού πειθαρχικού συμβουλίου, ζήτησε την ανάκληση των ως άνω πειθαρχικών αποφάσεων και τη μεταρρύθμιση αυτών σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έπρεπε να του επιβληθεί πειθαρχική ποινή, ώστε να του επιβληθεί ηπιότερη ποινή. Το τριτοβάθμιο αυτό πειθαρχικό συμβούλιο με την υπ΄ αριθ. 29/15-2-2001 απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την προσφυγή, τροποποίησε την απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου ως προς την επιβληθείσα ποινή και επέβαλε σ΄ αυτόν ως πειθαρχική ποινή τον υποβιβασμό του στον αμέσως κατώτερο βαθμό για ένα έτος. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι, εφόσον η εργοδότρια ως άνω Τράπεζα δεν είχε δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, που να προεδρεύεται από Δικαστή, ο αναιρεσείων στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του είχε τη δυνατότητα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 της από 4-8-1982 σσε, προσφυγής στο τριτοβάθμιο διατραπεζικό πειθαρχικό συμβούλιο. Όμως δεν συνέτρεχε στην παρούσα υπόθεση περίπτωση αναγκαστικής αναστολής της εκτελέσεως της επιβληθείσης στον αναιρεσείοντα πειθαρχικής ποινής όσο διάστημα ο ίδιος είχε δικαίωμα προσφυγής στο τριτοβάθμιο αυτό πειθαρχικό συμβούλιο. Η ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έγινε στις 8-8-1996, δηλαδή πριν από την άσκηση της προσφυγής του στις 5-9-1996 κατά των ανωτέρω αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων της Τράπεζας. Ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει πότε κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η υπ΄ αριθ. 3/30-5-1996 απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, δεν προβλεπόταν ρητά ούτε από όρο της συμβάσεως εργασίας αυτού ούτε από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της Τράπεζας ούτε από άλλη διάταξη αναστολή εκτελέσεως όσο διαρκούσε η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων από τον τιμωρηθέντα υπάλληλο κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, ως και σε περίπτωση εμπρόθεσμης ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εργοδοτικών οργάνων, που επέβαλαν ως πειθαρχική ποινή την οριστική απόλυση ή διαπίστωσαν τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του τιμωρηθέντος υπαλλήλου. ΄Ετσι, η άσκηση της από 5-9-1996 προσφυγής του αναιρεσείοντος ενώπιον του ως άνω τριτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου δεν συνεπαγόταν ακυρότητα της αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου της Τράπεζας, που διέγνωσε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού, καθώς και ακυρότητα της επακολουθησάσης καταγγελίας από την εργοδότρια Τράπεζα της εν λόγω συμβάσεως εργασίας. Επίσης, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη, κατ΄ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως από το τριτοβάθμιο διατραπεζικό πειθαρχικό συμβούλιο επί της ασκηθείσας ενώπιον αυτού ως άνω προσφυγής του αναιρεσείοντος πριν απολύσει αυτόν, αφού δεν επρόκειτο να εκπληρώσει οικειοθελή εργοδοτική παροχή και επιπλέον, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αρχής. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως εργασίας λόγω του ότι έγινε όσο εκκρεμούσε στο τριτοβάθμιο διατραπεζικό πειθαρχικό συμβούλιο η προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω αποφάσεως του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.-
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων, που ήταν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ. -Ολ. Α.Π. 27/1998, 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 3789/1957, της ΕΣΔΑ και 6 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, καθόσον αφορά τη μη αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσείοντος, στην οποία προέβη η εργοδότρια αυτού Τράπεζα, διότι η κρίση των πειθαρχικών συμβουλίων της τελευταίας, ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις αυτού αποτελούσαν σπουδαίο λόγο για καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, είναι δυσανάλογη με τη βαρύτητα των παραβάσεών του και συγκεκριμένα, τα παραπτώματα αυτά δεν οδηγούν κατά δίκαιη κρίση στην επιβολή της ανωτέρω πειθαρχικής ποινής. Όμως στο αναιρετήριο, ενώ εκτίθενται η νομική άποψη του αναιρεσείοντος περί της εννοίας των διατάξεων, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί της εννοίας αυτών, δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ΄ αυτό πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, τα πειθαρχικά παραπτώματα του αναιρεσείοντος, παρά μόνο γενικώς, αορίστως και εντελώς αποσπασματικά. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2005 αίτηση του ....για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 28/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ