Supreme Court allows appeal against fraud conviction due to lack of specific reasoning and erroneous application of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a Piraeus Court of Assizes conviction for fraud and attempted forgery. The defendant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding the legal consequences of the altered documents and misapplied the relevant criminal statute. The Court agreed, finding the judgment legally flawed and insufficiently motivated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d), (e) and 519 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if it lacks specific and reasoned justification for the application of substantive criminal law or if it fails to establish the necessary elements of the crime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 240 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π.-Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Μαχά και Δημήτριο Ζαγγανά, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΑΤ1907, 1932/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 7448/24-10-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 23-10-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. ΑΤ 1907,1932/2024 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 4-10-2024 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη, για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, έχει ασκηθεί, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-10-2024, συνταχθείσας της υπ' αριθ. 320/2024 έκθεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Περιέχει δε ορισμένους και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ` και Ε' ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α` του ισχύοντος μέχρι την 30.6.2019 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών...", κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".
Στο αντίστοιχο άρθρο 216 του νέου ΠΚ ορίζεται στην μεν παρ. 1, ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή", στη δε παρ. 2, ότι "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".
Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων είναι προφανές, ότι για το αδίκημα της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, σε βαθμό πλημμελήματος, η διάταξη του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του παλαιού ΠΚ, ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή και, συνεπώς, εφαρμοστέα εν προκειμένω, αφού με αυτή απειλείται πλέον για το εν λόγω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο.
Σύμφωνα με την παραπάνω δεύτερη παράγραφο του άρθρου 216 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η ύπαρξη πλαστού [με την έννοια είτε της απομίμησης του γραφικού χαρακτήρα, είτε της θέσης της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε της κατάχρησης της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου)] ή νοθευμένου (δηλαδή της αλλοίωσης της έννοιας του περιεχομένου του) εγγράφου (εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ` του ΠΚ) και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε, δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Προϋπόθεση, δηλαδή, της τέλεσης της αξιόποινης αυτής πράξης αποτελεί η πλαστότητα ή νόθευση, κατά την προεκτεθείσα έννοια του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου.
Η χρήση δε συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη της παραπλάνησης αυτής (ΑΠ 1029/2023, ΑΠ 91/2021, ΑΠ 314/2020, ΑΠ 487/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 §1 του ΠΚ, όπως ισχύει από την 1.7.2019, μετά την κύρωση του νέου ποινικού κώδικα με τον 4619/2019, που ως ευμενέστερη έχει εφαρμογή, στην προκείμενη περίπτωση, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης υφαρπαγείσας ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του Κ.ΠολΔ, έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια, ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος που εμπεριέχει τη γνώση, ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του, είτε για άλλον τρίτο, αλλά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο ή για να χρησιμοποιήσει την ψευδή βεβαίωση με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό.
Δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 του Κ.ΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, γιατί το άρθρο 13 περ. γ` του Π.Κ. δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό ( ΑΠ 1471/2019).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ,ΑΠ 3/2012).
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019).
3. Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως προσδιορίζονται κατ` είδος, με την ως άνω ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Η μεν 1η εκκαλούσα - κατ/νη Γ.
Κ. - Κ. του Μ., - κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό από πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση -, στον Πειραιά Αττικής στις 24-3-2017 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον, ήτοι σε τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο την απόφαση να διαπράξει, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, την κατωτέρω άδικη πράξη που διέπραξε, και δη η ίδια ανωτέρω εκκαλούσα - κατηγορουμένη στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προκάλεσε στο ανωτέρω τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο την απόφαση να νοθεύσει γνήσια έγγραφα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό την παραπλάνηση με τη χρήση τους άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα, ομοίως στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, το τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο, κατόπιν της απόφασης που με πειθώ και φορτικότητα του προκάλεσε η ανωτέρω εκκαλούσα - κατηγορούμενη προς διάπραξη άδικης πράξης εκ μέρους του, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αλλοίωσε το περιεχόμενο: 1.1) του με αριθμό πρωτοκόλλου ...
Ειδικού Εντύπου Πληροφοριών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής "Σ. I." ΝΠ ... εταιρίας με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα: στην εγγραφή 10 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 3η-10-2010 έως την 5η-10-2010, διέγραφε τον αριθμό "2" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "3" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο, στην εγγραφή 30 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 27η-4-2014 έως την 4η-5-2014, διέγραφε τον αριθμό "8" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "9" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο. 1.2) του με αριθμό πρωτοκόλλου 16507/15-5-2014 Ειδικού Εντύπου Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής "Σ.
I." ΝΠ ... κυριότητας της εταιρίας με την επωνυμία "..." και συγκεκριμένα: στην εγγραφή 1 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 15η-5-2014 έως την 29η-5-2014, διέγραψε τον αριθμό "14" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "15" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο, στην εγγραφή 2 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 28η-6-2014 έως την 10η-7-2014, διέγραψε τον αριθμό "12" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "13" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετο και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο, στην εγγραφή 3 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 28η-7-2014 έως την 3η-8-2014, διέγραψε τον αριθμό "6" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "7" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίο κανένα δικαίωμα προς τούτο, στην εγγραφή 4 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 7η-8-2014 έως την 1η-9-2014, διέγραψε τον αριθμό "25" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης" και πρόσθεσε τον αριθμό "26", ενώ από το πεδίο "αριθμός επιβαινόντων" διέγραψε τον αριθμό "5" και πρόσθεσε τον αριθμό "6", κάτωθι δε των διορθώσεων έθεσε τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο" και στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο, στην εγγραφή 6 του εγγράφου, η οποία αφορούσε τη ναύλωση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από την 15η-10- 2014 έως την 25η-10-2014, διέγραψε τον αριθμό "10" από το πεδίο "ημέρες ναύλωσης", πρόσθεσε τον αριθμό "11" και τη φράση "όπως προκύπτει από το ναυλοσύμφωνο", πλησίον δε της διόρθωσης αυτής έθεσε στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με δυσδιάκριτες ενδείξεις, αυθαίρετα και χωρίς κανένα δικαίωμα προς τούτο, προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "7", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 25η-10-2014 έως την 1η-11-2014, ήτοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί στην εταιρία με την επωνυμία "...
LTD" και είχε έξι (6) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "25-10-2014", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του, προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "8", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 1η-11-2014 έως την 22η-11-2014, ήτοι για είκοσι μία (21) ημέρες, είχε ναυλωθεί στην εταιρία με την επωνυμία "...
LTD" και είχε επτά (7) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "1-11-2014", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "9", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 23η-11-2014 έως την 14η-12-2014, ήτοι για είκοσι μία (21) ημέρες, είχε ναυλωθεί στην εταιρία με την επωνυμία "...
LTD" και είχε έξι (6) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "23-11-2014", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "10", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 16η-12-2014 έως την 10η-1-2015, ήτοι για είκοσι πέντε (25) ημέρες, είχε ναυλωθεί στην εταιρία με την επωνυμία "...
LTD" και είχε επτά (7) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "16-12- 2014", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "11", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 10η-1-2015 έως την 17η-1-2015, ήχοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "K.
D." και είχε πέντε (5) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "10-1-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "12", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 17η-1-2015 έως την 24η-1-2015, ήτοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "D.
Q." και είχε έξι (6) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "17-1-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "13", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 24η-1-2015 έως την 31η-1-2015, ήτοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "L.
H." και είχε πέντε (5) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "24-1-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "14", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 31η-1- 2015 έως την 7η-2-2015, ήτοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "F.
P." και είχε δύο (2) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "31-1-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ. Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "15", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 7η-2-2015 έως την 14η-2-2015, ήτοι για επτά (7) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "Edouard Achambeaw" και είχε τέσσερις (4) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "7-2-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ.
Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. προέβη σε προσθήκη εγγραφής με αριθμό "16", σύμφωνα με την οποία το πλοίο κατά το χρονικό διάστημα από την 14η-2-2015 έως την 25η-2-2015, ήτοι για έντεκα (11) ημέρες, είχε ναυλωθεί σε πρόσωπο με στοιχεία "J. M. V." και είχε έξι (6) επιβαίνοντες, πλησίον δε της προσθήκης έθεσε την ημερομηνία "14-2-2015", καθώς και το όνομα, τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μ.
Φ., Επικελευστή υπηρετούντος στο Λιμεναρχείο ..., εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή του. Στη συνέχεια η κατηγορουμένη παρέδωσε τα παραπάνω πλαστά έγγραφα στον δεύτερο κατηγορούμενο (Π. - Γ. Λ.) προκειμένου αυτός να τα επισυνάψει ως απαραίτητα δικαιολογητικά κατά την υποβολή της αίτησης της πλοιοκτήτριας εταιρίας, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα, προς το Τμήμα Δ' Θαλάσσιου Τουρισμού του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, για να παύσει η ισχύς της άδειας του πλοίου.
Στην παραπάνω πράξη της προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας ότι το πλοίο είχε συμπληρώσει 300 ώρες ναύλωσης την τελευταία πενταετία και επομένως ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της ως άνω απόφασης παύσης ισχύος της άδειάς του, λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου αυτού αριθμού, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2743/1999.
Ο δε 2ος εκκαλών - κατ/νος Π. - Γ. Λ. του Κ. στον Πειραιά Αττικής, στις 24-3-2017, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: 2.1) με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, την 24η-3-2017, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού πλοίου "Σ. I." ΝΠ ..., υπέβαλε στο Τμήμα Δ' Θαλάσσιου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας την από 24-3-2017 αίτηση της εταιρίας για να παύσει η ισχύς της άδειας του πλοίου, στην οποία επισύναψε εν γνώσει του τα παραπάνω πλαστά έγγραφα ως απαραίτητα δικαιολογητικά.
Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας που θα εξέταζαν την αίτηση ότι το πλοίο είχε συμπληρώσει 300 ώρες ναύλωσης την τελευταία πενταετία και ότι επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της ως άνω απόφασης παύσης ισχύος της άδειάς του, λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου αυτού αριθμού, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2743/1999. 2.2) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δηλαδή να πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεση του πλημμελήματος αυτού, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια.
Ειδικότερα, την 24η-3-2017, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού πλοίου "Σ. I." ΝΠ ..., υπέβαλε στο Τμήμα Δ' Θαλάσσιου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας την από 24-3-2017 αίτηση της εταιρίας, με την οποία ζητούσε να παύσει η ισχύς της άδειας του πλοίου.
Στην αίτηση επισύναψε εν γνώσει του τα παραπάνω πλαστά έγγραφα ως απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να εξαπατήσει με τη χρήση τους τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας που θα την εξέταζαν ότι το πλοίο είχε συμπληρώσει 300 ώρες ναύλωσης την τελευταία πενταετία και ότι επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της ως άνω απόφασης παύσης ισχύος της άδειος του, λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου αυτού αριθμού, Κατά το άρθρο 2 του Ν. 2743/1999.
Ωστόσο, η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθόσον κατά την εξέταση της από 24-3- 2017 αίτησης διαπιστώθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα ήταν πλαστά και αυτή απορρίφθηκε. Ειδικά δε ως προς το ζήτημα της (δια νοθεύσεως) πλαστογραφίας των ανωτέρω εγγράφων δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι αυτό τελέστηκε, πολλώ δε μάλλον εν όψει του γεγονότος ότι και ο ίδιος ο δικαστικώς (δια προηγούμενης μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου) διορισθείς πραγματογνώμονας Φ.
Γ., δικαστικός γραφολόγος, κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό στην από 1.2.2024 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του, αναγνωσθείσα στο ακροατήριο. Ως προς δε το γεγονός ότι ο ανωτέρω δικαστικός πραγματογνώμονας δεν κατέληξε σε ταυτοποίηση του προσώπου, το οποίο, δια της χειρός του, προέβη στην εν λόγω νόθευση των εγγράφων, μεταξύ κανενός των κατηγορουμένων - και ιδίως ως προς την κατηγορούμενη Γεωργία Καλούδη - Κουγιανού, που κατηγορείται για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση - τούτο ουδόλως δύναται να κλονίσει το παρόν αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου, καθώς με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το μοναδικό πρόσωπο που θα είχε συμφέρον και όφελος από μια τέτοια πράξη (πλαστογραφία) ήταν η ίδια η εν λόγω κατηγορουμένη, έμπειρη λογίστρια ασχολούμενη με συναφείς υποθέσεις σκαφών αναψυχής και όχι μόνο, διατηρούσα μάλιστα γραφείο ως έγγιστα της ΔΟΥ Πλοίων στον Πειραιά αλλά και πλοιοκτήτρια ούσα του πλοίου Γ.
ΝΠ ..., η οποία και έναντι αμοιβής είχε λάβει την εντολή από τον συγκατηγορούμενό της Π. - Γ. Λ. να προβεί στην συμπλήρωση των σχετικών εγγράφων κατά τρόπον που θα επέτρεπε την παύση της ισχύος της αδείας του ανωτέρω πλοίου, το οποίο ήδη ευρίσκετο σε ακινησία επί ξηράς λόγω προηγηθείσας πυρκαγιάς και εισροής υδάτων.
Ήταν δηλαδή η 1η κατηγορούμενη εκείνη που προκάλεσε σε άγνωστο, μη εξακριβωθέν, πρόσωπο (ενδεχομένως συνεργάτη, υπάλληλο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του περιβάλλοντος της), την απόφαση να προβεί αυτό, ως φυσικός αυτουργός, στην πλαστογραφία, ηθικής αυτουργίας όμως της ιδίας. Με τον τρόπο αυτό προφανώς - κατά απόλυτα λογικό συμπέρασμα που επιρρωνύεται από το συνολικό αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας - και θα έφερνε εις πέρας την εντολή που είχε λάβει από το συγκατηγορούμενό της ο οποίος και διακαώς προσπαθούσε να ανεύρει τρόπο να "κλείσει" την εκκρεμότητα με το σκάφος (Σ.
II) και έτσι και εκείνος με τη σειρά του να παράσχει "επιτυχώς" τις υπηρεσίες του στους πραγματικούς, αλλοδαπής υπηκοότητας, ιδιοκτήτες της εταιρίας του σκάφους, ..., κερδίζοντας πέραν της όποιας αμοιβής και κατά τον τρόπο αυτό ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπο του με προοπτική μακρόπνοης και έτι περαιτέρω κερδοφόρας συνεργασίας μαζί τους.
Και βέβαια τουλάχιστον στο σημείο αυτό, κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Π. - Γ. Λ. ότι εκείνος απευθύνθηκε στη συγκατηγορουμένη του, λογίστρια, προκειμένου να βρεθεί τρόπος ώστε να παύσει η άδεια ισχύος του σκάφους. Ωστόσο, ο αυτοτελής ισχυρισμός του ιδίου (2ου) κατηγορουμένου περί ύπαρξης πραγματικής πλάνης κατ' άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ, στο πρόσωπο του ως προς την πλαστότητα των ανωτέρω κρισίμων εγγράφων (Ειδικών Εντύπων Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής - ΕΕΠΣΕΠΑ), τα οποία εν συνεχεία προσκομίστηκαν από τον ίδιον προς το αρμόδιο Τμήμα Δ' Θαλασσίου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας για να παύσει η ισχύς της αδείας του ανωτέρω πλοίου, ελέγχεται ως μη πειστικός δοθέντος μάλιστα ότι ο ίδιος τυγχάνει πρόσωπο αποδεδειγμένα ιδιαίτερα έμπειρο ως από ετών ιδιοκτήτης εταιρίας πλοιοκτησίας και εκμετάλλευσης τουριστικών σκαφών (...) αλλά και με πολυετή ενασχόληση με το χώρο της ναυτιλίας όσον αφορά στα σκάφη αναψυχής (yachting) και εν γένει στο θαλάσσιο τουρισμό έχοντας μάλιστα διατελέσει και Πρόεδρος του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Τουριστικών Επαγγελματικών Σκαφών άνευ Πληρώματος (ΣΙΤΕΣΑΠ).
Με άλλα λόγια δηλαδή ο 2ος εκκαλών - κατηγορούμενος πλήρως αντιλήφθηκε ότι ο τρόπος που ακολουθήθηκε δεν ήταν νόμιμος, πλην όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να προχωρήσει ο ίδιος στη διαδικασία κατάθεσης των εγγράφων αυτών στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων προς επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού του.
Παράλληλα, κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (σε κάθε περίπτωση αλυσιτελούς) αναφορικά με τους υπηρετούντες λιμενικούς υπαλλήλους και το εν γένει προσωπικό του τότε λιμεναρχείου ..., ήδη Σαρωνικού, καθώς το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές προς μόρφωση υπό του Δικαστηρίου δικανικής πεποίθησης επί της προκείμενης πλημμεληματικού βαθμού υπόθεσης, της οποίας άλλωστε ο φερόμενος χρόνος τέλεσης ανάγεται στις 24.3.2017, δηλαδή σε χρόνο απώτερο της πενταετίας.
Πρέπει επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό ''.Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για τις οποίες του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια, με το κάτωθι διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον 2ο εκκαλούντα - κατ/νο Π. - Γ.
Λ. του Κ. του ότι στον Πειραιά Αττικής, στις 24-3-2017, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά τον νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα: 1) με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, την 24η-3-2017, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού πλοίου "Σ. I." ΝΠ ..., υπέβαλε στο Τμήμα Δ' Θαλασσίου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας την από 24-3-2017 αίτηση της εταιρίας για να παύσει η ισχύς της άδειας του πλοίου, στην οποία επισύναψε εν γνώσει του τα παραπάνω πλαστά έγγραφα ως απαραίτητα δικαιολογητικά.
Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας που θα εξέταζαν την αίτηση ότι το πλοίο είχε συμπληρώσει 300 ώρες ναύλωσης την τελευταία πενταετία και ότι επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της ως άνω απόφασης παύσης ισχύος της άδειάς του, λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου αυτού αριθμού, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2743/ 1999. 2) έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δηλαδή να πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεση του πλημμελήματος αυτού, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια.
Ειδικότερα, την 24η-3-2017, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...", πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού πλοίου "Σ. I." ΝΠ ..., υπέβαλε στο Τμήμα Δ' Θαλάσσιου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας την από 24-3-2017 αίτηση της εταιρίας, με την οποία ζητούσε να παύσει η ισχύς της άδειας του πλοίου.
Στην αίτηση επισύναψε εν γνώσει του τα παραπάνω πλαστά έγγραφα ως απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να εξαπατήσει με τη χρήση τους τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας που θα την εξέταζαν ότι το πλοίο είχε συμπληρώσει 300 ώρες ναύλωσης την τελευταία πενταετία και ότι επομένως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης της ως άνω απόφασης παύσης ισχύος της άδειος του, λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου αυτού αριθμού, Κατά το άρθρο 2 του Ν. 2743/1999.
Ωστόσο, η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθόσον κατά την εξέταση της από 24-3-2017 αίτησης διαπιστώθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα ήταν πλαστά και αυτή απορρίφθηκε''. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι η απαιτούμενη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί, πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο, όμως, ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται σ` αυτό και μάλιστα με σαφήνεια και πληρότητα, όπως απαιτείται από τις ως άνω διατάξεις τα πραγματικά περιστατικά που ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.
Ειδικότερα, 1) Ως προς την κρίση περί ενοχής για την πράξη της χρήσης πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η συνδρομή του αναγκαίου για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος δόλου του αναιρεσείοντος.
Και τούτο καθόσον, μόνη η αναφορά στο σκεπτικό ότι η πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου[χρήση των αναφερόμενων στο σκεπτικό και το διατακτικό πλαστών (νοθευμένων) εγγράφων ] έγινε με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του Τμήματος Δ' Θαλάσσιου Τουρισμού του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, σχετικά με το ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης για παύση ισχύος της άδειας του επαγγελματικού πλοίου ''Σ.
ΙΙ'', χωρίς όμως να εκθέτει ποίες ήταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τούτο, γεγονός απαραίτητο προκειμένου να κριθεί και εν προκειμένω να ελεγχθεί εάν οι αναφερόμενες αλλοιώσεις του περιεχομένου των επιδίκων εγγράφων μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες , δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω άδικης πράξης και δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί πληρούται ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ακόμη οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης για παύση ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου είναι η συμπλήρωση 300 ημερών ναύλωσης την τελευταία πενταετία κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2743/1999 , η οποία όμως , κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ( 24-3-2017) , είχε ήδη καταργηθεί με τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 4256/2014, δημιουργεί ασάφεια και λογικό κενό που επίσης καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την πλήρωση ή μη της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. 2)Ως προς την κρίση περί ενοχής για την πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος και ειδικότερα ότι το αιτούμενο να βεβαιωθεί ως αληθές στο επίμαχο δημόσιο έγγραφο γεγονός ήταν ψευδές και ότι αυτός (αναιρεσείων) τελώντας σε γνώση τούτου, ήθελε και αποπειράθηκε να παραπλανήσει το Τμήμα Δ' Θαλάσσιου Εμπορίου του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, με τη χρήση των επίμαχων πλαστών εγγράφων, ενόψει του ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία από τα οποία προέκυψε η αναλήθεια του αιτούμενου να βεβαιωθεί στο δημόσιο έγγραφο περιστατικού ήτοι η ύπαρξη των προϋποθέσεων έκδοσης απόφασης για παύση ισχύος της άδειας του επίμαχου επαγγελματικού πλοίου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ουδόλως αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποίες ήταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τούτο .
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1. στοιχ Δ' και Ε του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου και λοιπών αιτιάσεων της υπό κρίση αναιρέσεως, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ` αριθμ. ΑΤ 1907,1932/2024 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. -
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ανωτέρω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις5 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ