Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of specific statutory violation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment. The appellants argued that the lower court failed to provide reasoning and violated procedural principles, but the Court found these claims insufficient under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that the appeal arguments were either repetitive, contradictory, or lacked specific statutory citations required for admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds do not cite specific statutory provisions violated or fail to meet the substantive requirements of Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 240 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Ν. Μ., 2) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., και 5) Π. Μ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, προσωπικά και ως καθολικών διαδόχων του Ν. Δ. Μ.. Η 5η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως πληρεξούσια δικηγόρο, η οποία δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι λοιποί (2η, 3ος, 4η και 5η) και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χήρας Δ. Τ., 2) Ν. Τ. του Δ. και 3) Α. Τ. του Δ., κατοίκων .... Ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και οι λοιποί (1η και 3ος) εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και 25-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2012, και κατόπιν άσκησης ανακοπής ερημοδικίας 60/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 4957/2018 μη οριστική και 2106/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.
Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 575/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (31-10-2023), εμφανίστηκε η δικηγόρος Αθηνών και πέμπτη αναιρεσείουσα Π.
Μ. του Ν., η οποία, με προφορική δήλωση της, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι η πρώτη ενάγουσα της από 15-3-2010 και με αριθμό κατάθ. 51775/128/2010 αγωγής και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Ε. χήρα Ν. Μ., της οποίας ήταν πληρεξούσια δικηγόρος, απεβίωσε στις ...
και κατέθεσε την από 11-2-2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών. Επίσης δήλωσε, ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζουν εκούσια οι δεύτερη έως και πέμπτη των αναιρεσειόντων, ως καθολικοί διάδοχοι της θανούσας, πρώτης αναιρεσείουσας. Η γνωστοποίηση του θανάτου της ως άνω διαδίκου, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 23-7-2021, ως και η δήλωση συνέχισης της δίκης, ενόψει του ότι προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου ότι, οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω αναιρεσειόντων ως κληρονόμων της αποβιώσασας, είναι παραδεκτή και νόμιμη και επάγεται στη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους της θανούσας πρώτης αναιρεσείουσας.
Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. β' και 2 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για Την αγωγή ή την ανταγωγή... Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση".
Εξάλλου, οριστική είναι η απόφαση με την οποία τελειώνει η δίκη με την παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε άλλη εξουσία επί της δικαζόμενης υπόθεσης. Αντίθετα, μη οριστική είναι η απόφαση που παρασκευάζει την υπόθεση για την οριστική επίλυση της διαφοράς.
Έτσι, μη οριστική είναι η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία αναβάλλεται η συζήτηση της υπόθεσης για οποιοδήποτε λόγο π.χ. για την προσκομιδή των πληρεξουσίων των διαδίκων στους δικηγόρους τους, αφού το δικαστήριο δεν αποξενώνεται από την υπόθεση, αλλά διατηρεί την εξουσία, μετά τη επανεισαγωγή της σ' αυτό, να ερευνήσει την υπόθεση και να τάμει κατ' ουσίαν τη διαφορά (πρβ Α.Π. 1742/2017, ΑΠ1593/2008, ΑΠ 989/2009, ΑΠ 1619/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22 Ιουλίου 2021 και με αριθ. κατάθεσης 6054/780/23-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η υπ' αριθ. 2106/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η προεκδοθείσα υπ' αριθμ. 4957/2018 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών, επί:
α) της από 24-7-2014 και με αριθμό κατάθ. 5146/2014 έφεσης των εναγόντων-εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων Ε. χήρας Ν. Μ. (ήδη αποβιώσασας), Α. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Ν., Χ. Μ. του Ν. και Π. Μ. του Ν., κατά των εναγόμενων-εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων Β. χήρας Δ. Τ., Α. Τ. του Δ. και Ν. Τ. του Διονύσιου και β) της από 26-2-2015 και με αριθμό κατάθ. 1230/2015 αντίθετης έφεσης και των από 17-3-2016 με αριθ.
κατάθ. 80/2016 πρόσθετων λόγων έφεσης των εναγόμενων-εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Β. χήρας Δ. Τ., Α. Τ. του Δ. και Ν. Τ. του Δ. κατά των εναγόντων- εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων Ε. χήρας Ν. Μ., Α. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Ν. .Χ. Μ. του Ν. και Π. Μ. του Ν.. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη μη οριστική με αριθμό ... απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επετράπη στους δικηγόρους Αθηνών Η.
Σ. και Ν. Τ. του Δ. αφενός και Π. Μ. του Ν. αφετέρου, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο πιο πάνω δικαστήριο εμφανίσθηκαν ως πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων της από 26-2-2015 έφεσης και των από 17-3-2016 πρόσθετων λόγων έφεσης οι πρώτος και δεύτερος και της από 24-7-2014 έφεσης η τρίτη, να μετάσχουν προσωρινά στη δίκη, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αναφερόμενες στο σκεπτικό ελλείψεις πληρεξουσιότητας και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, τάσσοντας προθεσμία ενός μηνός από την επίδοσή της γιο τη συμπλήρωση των ελλείψεων.
Ακολούθως, με την πρώτη προσβαλλόμενη με αριθμό ... οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε συνέχεια της πρώτης, μη οριστικής απόφασης κατά την ίδια διαδικασία των διαφορών από αμοιβών, απορρίφθηκαν οι εφέσεις καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής, εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο. Αν, όμως, το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα απ' αυτά (νομική αοριστία), ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αν δε έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ (ΑΠ 497/2021, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 119/2008).
Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που απορρίφθηκε ως αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, και σε τί συνίσταται η αοριστία, ώστε μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτή ήταν παραδεκτή, ως ορισμένη (ΑΠ 1262/2019, ΑΠ 1631/2009, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 519/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο με στοιχεία 1Α, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος. Για την πληρότητα, όμως, αυτού του λόγου αναίρεσης, δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της, για τη θεμελίωση αυτής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν, με την απόρριψή της ως αόριστης, το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Συνεπώς, έτσι όπως διατυπώνεται, ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε περίπτωση παράβασης κανόνων δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 14/2022), όπως προδήλως είναι και οι περί πληρεξουσιότητας διατάξεις του ΚΠολΔ και ειδικότερα των άρθρων 94 επόμ., με τις οποίες καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται γενική ή ειδική δικαστική πληρεξουσιότητα (ΑΠ 386/2020, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 203/2003).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημόσιας τάξης (άρθρο 562 παρ 2 του ΚΠολΔ-ΑΠ 449/ 2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε, ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος κατά το άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν αυτός που παρίσταται ως πληρεξούσιος δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει σύντομη προθεσμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης και να επιτρέψει σε εκείνον που δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του να συμμετάσχει στη δίκη προσωρινά.
Το κύρος των πράξεων που επιτράπηκαν εξαρτάται από την εμπρόθεσμη συμπλήρωση της έλλειψης. Η οριστική απόφαση δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προτού συμπληρωθεί η έλλειψη ή πριν παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε. Με τους πρώτο με στοιχεία 1Γ και έκτο λόγους αναίρεσης, ενιαία εκτιμώμενους, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο γιατί, ενώ κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης σ' αυτό, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους, στους οποίους δεν είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα και επομένως όλες οι πράξεις που αυτοί, δια των συνηγόρων τους, είχαν από την αρχή της διένεξής τους πραγματοποιήσει ήταν άκυρες, όπως και με σχετικό λόγο της έφεσής τους ισχυρίζονταν, το ως άνω δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 4957/2018 μη οριστική απόφασή του, που συμπροσβάλλεται με την υπ' αριθμ. 2106/2020 οριστική απόφαση του ίδιου, τους έδωσε τη δυνατότητα να θεραπεύσουν την εν λόγω έλλειψη πληρεξουσιότητας, ενώ (το Εφετείο) ζήτησε και από τους ίδιους, χωρίς να χρειάζεται, να προσκομίσουν πληρεξούσια.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν ποια ή ποιές δικονομικού δικαίου διατάξεις παραβιάσθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι οι παραπάνω πλημμέλειες επιχειρείται να θεμελιωθούν στις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΚΠολΔ, οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, γιατί από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της υπ' αριθμ. 4957/2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και των ταυτάριθμων πρακτικών αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα:
Κατά τη δικάσιμο 21-11-2017 συζητήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Α) η από 26-2-2015 με αριθ. κατάθ. 1230/2015 έφεση( και αριθμό πινακίου 13) και οι από 17-3-2016 και με αριθ. κατάθ. 80/2016 πρόσθετοι λόγοι έφεσης των εναγόμενων-εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Β. χήρας Δ. Τ., Α. Τ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Η.
Σ. και Ν. Τ. του Δ. και του εναγόμενου-ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος Ν. Τ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Η. Σ. κατά των εναγόντων- εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων Ε. χήρας Ν. Μ., Α. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Ν. Χ. Μ. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Π.
Μ. του Ν. και της ενάγουσας-εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας Π. Μ. του Ν., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και Β) η από 24-7-2014 με αριθ. κατάθ. 5146/2014 (και αριθμό πινακίου 14) έφεση των εναγόντων-εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων Ε. χήρας Ν. Μ., Α. Μ. του Ν., Δ. Μ. του Ν. Χ. Μ. του Ν. προσωπικά και ως καθολικών διαδόχων του Ν.
Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Π. Μ. του Ν. και της ενάγουσας-εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας Π. Μ. του Ν., προσωπικά και ως καθολικής διαδόχου του Ν. Μ., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, κατά των εναγόμενων-εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Β. χήρας Δ. Τ., Α. Τ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Η.
Σ. και Ν. Τ. του Δ. και του εναγόμενου-ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος Ν. Τ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Ηλία. Κατά τη συζήτηση των παραπάνω αντίθετων εφέσεων η Π. Μ. του Ν. υπέβαλε προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά αλλά και εγγράφως ένσταση έλλειψης πληρεξουσιότητας των δικηγόρων των αντιδίκων της ίδιας και των ομοδίκων της Η.
Σ. και Ν. Τ. του Δ., ενώ και ο τελευταίος υπέβαλε εγγράφως όμοια ένσταση έλλειψης πληρεξουσιότητας της δικηγόρου των αντιδίκων του ίδιου και των ομοδίκων του Π. Μ. του Ν., επισυναφθείσα στα πρακτικά. Μετά ταύτα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη μη οριστική με αριθμό ... απόφαση |του, επέτρεψε στους δικηγόρους Αθηνών Η.
Σ. και Ν. Τ. του Δ. αφενός και Π. Μ. του Ν. αφετέρου, να μετάσχουν προσωρινά στη δίκη, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αναφερόμενες στο σκεπτικό ελλείψεις πληρεξουσιότητας και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, τάσσοντας προθεσμία ενός μηνός από την επίδοσή της για τη συμπλήρωση των ελλείψεων.
Μετά δε τη συμπλήρωση των ελλείψεων, οπότε η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση, το ίδιο ως άνω δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη με αριθμό ... οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε σε συνέχεια της πρώτης, απέρριψε τις εφέσεις καθώς και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμους. Επομένως, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 104 και 105 του ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη με αρ. 4957/2018 απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει λόγο αναίρεσης και ποιό συγκεκριμένα από τους περιοριστικά οριζόμενους από την διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει την συγκεκριμένη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα, τη νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια της διάταξης αυτής, το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, εάν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ή, εάν απορρίφθηκε η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικά συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, την οικεία ιστορική βάση, και εάν απορρίφθηκε ένσταση, και τον τρόπο της παραδεκτής προβολής αυτής (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 32/1996).
Τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαία, ώστε να εξειδικεύεται και να οριοθετείται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον μάλιστα ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προτείνει και να θεμελιώσει αυτεπαγγέλτως τους αναιρετικούς λόγους βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται επί της αναιρετικής διαδικασίας.
Με αντίθετη εκδοχή, θα είχε αναδεχθεί ο Άρειος Πάγος, όχι απλά την κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και την υποχρέωση της ανάσυρσης και διατύπωσης αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διάθεσης, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον μετά από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή υπόσταση και θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν την άσκηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης.
Πράγμα, επομένως, είναι υπό την έννοια αυτή και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης(ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 74/2019). Δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα κλπ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και εντεύθεν και εκκρεμοδικία. Προκειμένου να θεμελιώνεται ο εν λόγω λόγος, απαιτείται να υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας επί αυτοτελούς αίτησης τόσο κατά το αιτιολογικό όσο και κατά το διατακτικό της απόφασης, ως εκ τούτου, εάν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας έχει απορριφθεί στο σύνολο της, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος, έστω και εάν δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα αυτής (ΑΠ 220/2020, ΑΠ 1035/2019, 109/2019).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία.
Συνεπώς δεν ιδρύεται, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 754/2021, ΑΠ 376/2008, ΑΠ 2081/2007). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν.
Εάν από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καταλείπεται αμφιβολία εάν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και κατά περίπτωση και προσαγωγή, και αφορά ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο ο διάδικος νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε (ΟλΑΠ 8/2016,ΟλΑΠ 2/2008).
Ο εν λόγω λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και επομένως δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη ( ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 598/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τούτο συμβαίνει όταν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει παντελώς πραγματικά περιστατικά ή τα περιεχόμενα δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποκλειστικά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ1446/2019).
Σε κάθε περίπτωση, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Οι προαναφερόμενοι λόγοι, από τους αριθμούς 9 εδ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σωρευτικά ασκούμενοι, αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαία, αφού η πλημμέλεια να αφεθεί αίτηση αδίκαστη δεν είναι συμβατή προς την πλημμέλεια να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης και αντίστροφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πιο κάτω με στοιχεία 1Β,2,3,4 και 5 λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι: Το Εφετείο ουδόλως έκρινε την έφεση αλλά αντίθετα επανέλαβε την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι: "Η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη από την εκκαλούμενη δεδομένου ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες δικαστικές και εξώδικες εργασίες, χρόνος αυτών, τρόπος υπολογισμού αμοιβής κλπ (άρθρα 677, 678, 681 ΚΠολΔ,...ΒΔ3026./1954). Περαιτέρω δεν μπορεί να εκτιμηθεί και ως αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους καθόσον δεν γίνεται επίκληση εγγράφου(άρθρο 873 ΑΚ).
Συνεπώς η έφεση των εναγόντων που υποστηρίζει τα αντίθετα επιδιώκοντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον η εκκαλούμενη ορθά ερμήνευσε το νόμο" (1Β λόγος), ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικά με την απόρριψη των λόγων της έφεσης, στερούμενη έτσι νόμιμης βάσης (δεύτερος λόγος), ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα (προταθέντες ισχυρισμούς) και κανένα αποδεικτικό μέσο (τρίτος λόγος), ότι άφησε αδίκαστη ολόκληρη την έφεση και δεν εξέτασε κανέναν από τους λόγους της, αλλά αντίθετα επανέλαβε τα εσφαλμένα συμπεράσματα της πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε την έφεση (τέταρτος λόγος) και ότι δεν εξέτασε την έφεση αλλά αντίθετα δέχθηκε ως αληθή πράγματα (τα συμπεράσματα της πρωτόδικης απόφασης) χωρίς απόδειξη (πέμπτος λόγος).
Οι ως άνω λόγοι είναι σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο με στοιχεία 1Β λόγος, διότι η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έκρινε την έφεση, αλλά επανέλαβε συνοπτικά την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου χωρίς να περιλαμβάνει καμιά αιτιολογία ως προς την αοριστία της αγωγής και ο τέταρτος λόγος, διότι η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την έφεση, χωρίς να ερευνήσει τους επί μέρους λόγους αυτής, επαναλαμβάνοντας τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης , αντιφάσκουν προς εαυτούς.
Ο δεύτερος λόγος, διότι η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία σχετικοί με την απόρριψη των λόγων της έφεσης, στερούμενη έτσι νόμιμης βάσης, ο τρίτος λόγος, διότι η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα(προταθέντες ισχυρισμούς) και κανένα αποδεικτικό μέσο και ο πέμπτος λόγος, διότι η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή πράγματα χωρίς απόδειξη δεν ιδρύονται, αφού το Εφετείο, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, απέρριψε κατ' ουσίαν, την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε ομοίως απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αόριστη και, επομένως, δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση (δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία όπως, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτείται για να ιδρυθούν οι παραπάνω λόγοι).
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, για, εκ μέρους του Εφετείου, παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των διαδίκων, μεροληπτική σε βάρος τους συμπεριφορά, εξ αιτίας της οποίας αυτοί ζημιώθηκαν και παρέλκυση της διαδικασίας, επειδή το εν λόγω δικαστήριο βοήθησε τους αντιδίκους τους να θεραπεύσουν την έλλειψη πληρεξουσιότητας, ζήτησε από τους ίδιους πληρεξούσια χωρίς να χρειάζεται και έτσι χάθηκε πολύτιμος χρόνος, με αποτέλεσμα αυτοί να υποστούν ζημιά.
Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο της ίδιας αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι με τη συνεκδίκαση των εφέσεών τους και μάλιστα με αριθμό πινακίου της έφεσης των αντιδίκων τους που προηγήθηκε της δικής τους, αλλά και με τις συνεχείς αναβολές στη συζήτηση της υπόθεσής τους παραβιάσθηκαν οι κανόνες της κοινής λογικής, της χρηστής διοίκησης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, οι κανόνες και τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας καθώς και οι αρχές των συναλλακτικών και χρηστών ηθών.
Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού δεν αναφέρουν ποιες συγκεκριμένες διατάξεις και μάλιστα ενάριθμα παραβιάσθηκαν, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα ουδένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης θεμελιώνουν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ ... οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της προεκδοθείσας υπ' αριθμ. ... μη οριστικής απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων ,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ