Legislator Case Law & Legislation
240/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against labor contract termination, ruling arguments inadmissible and claims baseless.

Case Number 240/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two companies against a labor court decision terminating a contract with an individual. The appellants argued the lower court erred in finding the contract void or that the claim was vague, but the court rejected these as baseless and inadmissible. The court held that the appellants failed to prove the employer acted without authorization and that their arguments did not alter the established legal basis of the original claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573 § 1, 559 § 14, 562 § 2, 224, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure; Appeals are dismissed when the appellate court finds the arguments baseless, inadmissible due to lack of prior presentation, or irrelevant to the final judgment.

Keywords

AI generated
labor contract termination appeal inadmissibility legal basis alteration joint employer liability civil procedure code court costs award authorization scope

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 240 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 240/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α.Ε." (προηγούμενη επωνυμία: Μ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ), που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. – Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, ο οποίος ανακάλεσε την από 27/9/2021 δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Β. Κ. Χ. Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο S. που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σινέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. - Β. Κ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμφιτρίτη Καραβίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2012 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 413/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 8/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η Α αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15/6/2020 αίτησή της και τους από 24/8/2021 προσθέτους λόγους και η Β αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 22/6/2020 αίτησή της και τους από 25/8/2021 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της Α αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 15-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 22/6-7-2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΕ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Β. -Κ. ΑΕ" και ο από 24-8-2021 και με αριθ.

κατάθεσης 79/25-8-2021 πρόσθετος λόγος αυτής (αρ.πιν. 5) και β) η από 22-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 21/2-7-2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.Β. Κ.Χ. ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "S." και οι από 25-8-2021 και με αριθ. κατάθεσης 80/26-8-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής (αρ.πιν. 6), κατά του ίδιου αναιρεσίβλητου -καθού οι πρόσθετοι λόγοι Κ. -Β.

Κ., με τα οποία (ένδικα μέσα) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 8/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτά (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).

Είναι δε συναφή και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (ΚΠολΔ 246, 573 § 1). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006). Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992). Εξάλλου, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ωστόσο, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλομΑΠ 2/2013, ΑΠ 416/2018). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο -αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 15/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλομΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, πρωτοποριακές για την εποχή τους, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή έργου που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως (ΟλομΑΠ 20/2007).

Ακόμη, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν πολυπρόσωπη ενοχική σχέση και τις απορρέουσες απ' αυτήν ειδικότερες ενοχές ελευθέρως. Τούτο ευρίσκει εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή ή ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρίες, που απασχολούν το μισθωτό ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του για την πληρωμή του μισθού του, στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών, που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση κ.λπ. (ΑΠ 413/2017, ΑΠ 454/2006).

Τέλος, από το άρθρο 1 του ν. 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", ορίζονται: "1. Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. 2.

Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις του άρθρου 1 εδ.

α' ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στη δεύτερη περίπτωση, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης περίπτωσης όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (ΚΠολΔ 338 § 2 ΑΠ 1672/2010).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 14-7-2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, στρεφόμενη εναντίον α) της εταιρείας Μ.

ΑΕ, η οποία από το έτος 2017 απορροφήθηκε από την αναιρεσείουσα Μ. ΑΕ και β) της εταιρείας S. AE. Με την αγωγή ο ενάγων -αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι με αλληλοδιάδοχες συμβάσεις έργου που υπογράφηκαν μεταξύ αυτού και των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών εταιριών, πότε με τη μια και πότε με την άλλη, απασχολήθηκε, για λογαριασμό και των δύο, κατά το χρονικό διάστημα από 21.11.2005 μέχρι 24.9.2009 στο εργοτάξιο της πρώτης εξ αυτών στη ….., όπου και οι δύο ανέπτυσσαν τη δραστηριότητά τους, ως βαφέας, αντί μηνιαίου μισθού 1.100 ευρώ καθαρών για 40ωρη, επί πενθημέρου βάσεως, εβδομαδιαία απασχόληση από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή σε δύο βάρδιες εναλλάξ, την πρωινή βάρδια, από τις 06.00 έως τις 14.00 και την απογευματινή βάρδια από τις 14.00 έως τις 22.00.

Ότι οι αλληλοδιάδοχες αυτές συμβάσεις έργου, καταρτίσθηκαν προσχηματικά ως τέτοιες, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα των διατάξεων περί του τύπου της καταγγελίας αυτής και της καταβολής της προβλεπομένης αποζημιώσεως, και στην πραγματικότητα η παροχή της εργασίας του αποτελούσε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτή γινόταν και προς τις δύο εναγόμενες υπό τις οδηγίες και τις εντολές, την εποπτεία και τον έλεγχο των υπευθύνων οργάνων και των δύο, όσον αφορά στον τόπο, χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών του, κάλυπτε δε πάγιες, μόνιμες, τακτικές και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες, έκτακτες και παροδικές ανάγκες των επιχειρήσεών τους.

Ότι την 24.4.2009, οι εναγόμενες αναιρεσείουσες, κατήγγειλαν την εργασιακή του σύμβαση προφορικά, χωρίς δηλαδή να τηρήσουν τον έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως και έκτοτε έπαυσαν να τον απασχολούν, παρότι ο ίδιος προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος πλην άλλων: 1) Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι ανάμεσα σε αυτόν και τις αναιρεσείουσες λειτούργησε από 21.11.2005 μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. 2) Να αναγνωρισθεί ότι η από 24.4.2009 προφορική καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, από τις εναγόμενες εργοδότριές του εταιρίες είναι άκυρη. 3) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις υπηρεσίες του. 4) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμιά τους, ως αποδοχές υπερημερίας, του διαστήματος από 24.4.2009 έως 14.7.2009, το αποτελούμενο από το μισθό του διαστήματος αυτού συνολικό ποσό των 3.014 ευρώ εντόκως, επικουρικά δε για την περίπτωση που η καταγγελία θεωρηθεί έγκυρη, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 2.566,66 ευρώ, εντόκως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου έκανε μερικώς δεκτή την αγωγή (απέρριψε το αίτημα προσωποκράτησης) και κατ' έφεση των αναιρεσειουσών (2 εφέσεις) το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δεχόμενο αυτές, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Μετ' αναίρεση του αναιρεσίβλητου ο Άρειος Πάγος με την 413/2017 απόφαση έκανε δεκτή την αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (κρίνοντας την αγωγή ορισμένη) και παρέπεμψε αυτή προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την 8/2020 απόφαση (αναιρεσιβαλλόμενη) απέρριψε ουσία τις εφέσεις, με τις παρακάτω (μεταξύ των άλλων) παραδοχές: "Οι εναγόμενες - εκκαλούσες εταιρίες (ήδη αναιρεσείουσες) έχουν ως αντικείμενο την παραγωγή και εν γένει επεξεργασία μεταλλικών κατασκευών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται εργασίες κοπής, διαμόρφωσης (χάραξη και κατεργασία) μετάλλου και συναρμολόγησης, συγκόλλησης, μηχανουργικής κατεργασίας, αμμοβολής και βαφής.

Στο πλαίσιο αυτό οι εναγόμενες (αναιρεσείουσες) εταιρίες που συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση, αναλαμβάνουν, σε συνεργασία, την εκτέλεση διάφορων έργων έτσι ώστε να μην μπορεί να διαχωριστεί, ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά, σε ποια από τις δυο εναγόμενες ανήκει το τελικό έργο που εκτελείται από αυτές.

Μεταξύ των έργων που αναλαμβάνουν είναι και έργα αμυντικού εξοπλισμού ήτοι κατασκευής αρμάτων μάχης και συναφών κατασκευών. Προς εκτέλεση των εργασιών αμμοβολισμού -βαφής των αρμάτων μάχης, πύργων αρμάτων μάχης και άλλων συναφών κατασκευών, η πρώτη εναγόμενη (Μ. ΑΕ) προσέλαβε (για τον εαυτό της και για λογαριασμό και της δεύτερης), στις 21.11.2005, τον ενάγοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να παρέχει τις εργασίες του ως βαφέας σε αμφότερες τις εταιρίες στο εργοτάξιο της μιας (Μ.

ΑΕ) στη ΒΙΠΕ Βόλου, όπου δραστηριοποιείται και η άλλη (S. ΑΕ), Η απασχόλησή του ορίστηκε πενθήμερη επί οκταώρου καθημερινά από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή σε δύο βάρδιες εναλλάξ, την πρωινή βάρδια, από τις 06.00 έως τις 14.00 και την απογευματινή βάρδια από τις 14.00 έως τις 22.00, οι οποίες καθορίζονταν και κοινοποιούνταν στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) από τους εργοδηγούς -ελεγκτές βαφής των εταιριών αυτών Κ.

Κ. και Α. Λ., οι οποίοι και έδιναν οδηγίες σχετικά με τα καθήκοντα του ενάγοντα, ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές των νομίμων εκπροσώπων των εργοδοτριών εταιριών. Ο μηνιαίος συμβατικός μισθός ορίστηκε σε 1.100 €. Ο ενάγων παρείχε τη συμφωνηθείσα εργασία του και προς τις δύο εναγόμενες εταιρίες του ίδιου ομίλου, έτσι ώστε η εργασία του να μην μπορεί να διαχωριστεί χρονικά, ποιοτικά και ποσοτικά σε ποια από τις δυο εταιρίες παρείχε αυτή.

Υπέγραφε δε ο ενάγων διαδοχικές συμβάσεις και με τις δύο εταιρίες όπως, ενδεικτικά -πλην της αρχικής σύμβασης- την από 1.1.2006 με την εταιρία "S. ΑΕ", την από 1.3.2006 με την εταιρία " Μ. ΑΕ", την από 1.7.2006 με την εταιρία "S. ΑΕ" την από 1.3.2007 με την εταιρία "Μ. ΑΕ" και την από 7.5.2007 με την εταιρία "S. ΑΕ" οι οποίες τιτλοφορούνται ως συμβάσεις έργου και εξέδιδε, κατ' απαίτηση των συνεργοδοτριών του εταιριών, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών στα οποία αναφέρονταν ως πελάτης πότε η μια εταιρία και πότε η άλλη και ως είδος παρεσχεθείσας υπ' αυτού εργασίας "αμμοβολή -βαφή εντός εργοστασίου σας με υλικά σας".

Στην πραγματικότητα όμως παρείχε εξαρτημένη εργασία με μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι εργαζόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, από της πρόσληψής του 21.11.2005 έως 24.4.2009 ως αμμοβολιστής βαφέας των μεταλλικών κατασκευών των εναγομένων εταιριών, στο εργοτάξιο της Μ. ΑΕ στο Βόλο όπου δραστηριοποιούνταν και η S. ΑΕ, με συγκεκριμένο ωράριο, καθημερινά επί πενθημέρου, υπό τις οδηγίες των υπαλλήλων -εργοδηγών-ελεγκτών βαφής των εταιριών αυτών Κ.

Κ. και Α. Λ. οι οποίοι και του έδιναν εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής της εργασίας του με αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσής του. Την κατάρτιση αλλεπάλληλων συμβάσεων σύναψε ο ενάγων κατ' απαίτηση των εναγομένων εταιριών και στις οποίες συναίνεσε για να αποκτήσει εργασία στην επιχείρησή τους, δοθέντος ότι ήταν ουσιαστικά άνεργος απασχολούμενος περιστασιακά σε οικοδομικές εργασίες και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.

Με τα δεδομένα αυτά η ένδικη σύμβαση του ενάγοντος ήταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι διαδοχικές συμβάσεις έργου όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες. Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της εργασιακής σχέσης του ενάγοντα με τις εναγόμενες συνεργοδότριές του (άρθρα 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2, 5 του ν.3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920) και των όρων αυτής σχηματίστηκε από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, οι εναγόμενες ουδέποτε κατέθεσαν τις κατ' αυτές συμβάσεις έργου στο Υπουργείο Εργασίας τμήμα κοινωνικής επιθεώρησης Μαγνησίας, όπως είχαν υποχρέωση από το άρθρο 1 του Ν. 2639/1998, όπως βεβαιώνεται από την τελευταία αυτή υπηρεσία [...].

Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τα επικαλούμενα από τις εναγόμενες περιστατικά της ασφάλισης του ενάγοντος στο ΤΕΒΕ και την έκδοση από αυτόν για την αμοιβή του αποδείξεων παροχής υπηρεσιών - τιμολογίων, καθόσον τα περιστατικά αυτά από μόνα τους δεν είναι ικανά να προσδώσουν στη σχέση των διαδίκων το χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λειτουργούσε ως ελεύθερος επαγγελματίας - εργολάβος και αναλάμβανε έργα για άλλους πελάτες ή ότι παρείχε τις ίδιες ή παρόμοιες υπηρεσίες, ως βαφέας σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο πέραν των εναγομένων, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίες. Το μοναδικό εισόδημα ήταν ο μισθός, που λάμβανε από τις εναγόμενες εταιρίες.

Ούτε αναιρείται από την επικαλούμενη με αριθ. 916/102/1.11.2017 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Περιφερειακού Καταστήματος ΕΦΚΑ μισθωτών Βόλου, η οποία δέχθηκε τους ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης περί των συμβάσεων που την συνέδεαν με τους εργαζομένους Σ.Κ. και Μ.Κ. ότι είναι συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών καθόσον, αφενός, αφορά άλλους εργαζομένους, αφετέρου οι αποφάσεις των διοικητικών αυτών υπηρεσιών δεν παράγουν δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εργασιακής σχέσης μεταξύ του ασφαλισμένου και του εργοδότη, αφού είναι συλλογικό όργανο της δημόσιας διοίκησης και όχι δικαστήριο, των οποίων και μόνο οι αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ (ΑΠ 720/1999, Νόμος)....

Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, ότι ο χαρακτήρας της συμβατικής σχέσης του ενάγοντος με τις εναγόμενες ήταν αυτός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε στις εναγόμενες από της προσλήψεώς του 21.11.2005 έως στις 13.4.2009, οπότε ο Κ.

Κ. εργοδηγός -ελεγκτής βαφής της S. ΑΕ δήλωσε στον ενάγοντα ότι τίθεται σε "άδεια" δυο εβδομάδων και στη συνέχεια και δη στις 24.4.2009 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ενάγων με τις εταιρίες μέσω του εργοδηγού -ελεγκτή βαφής Λ., που ενεργούσε κατ' εξουσιοδότηση των εργοδοτριών εταιριών και για λογαριασμό τους, του ανακοίνωσε την επ' αόριστον παράταση της άδειάς του.

Ο ενάγων απευθύνθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Μαγνησίας, όπου και δήλωσε, ότι θεωρεί άκυρη την με τον τρόπο αυτό καταγγελία και ότι προσφέρει τις συμφωνηθείσες εργασίες στις εναγόμενες, όπως ήδη είχε δηλώσει στις ίδιες. Κληθείσα η εταιρία Μ. ΑΕ στη συζήτηση περί παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα στην ως άνω διοικητική υπηρεσία στις 30.4.2009, δεν αρνήθηκε την καταγγελία, αλλά δήλωσε αυτή, ότι συνδεόταν με τον ενάγοντα με συμβάσεις έργου.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πρώτη εναγόμενη ενεργούσα και για λογαριασμό της δεύτερης (αναιρεσείουσες) απέκρουσε με τον τρόπο αυτόν την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου), εκφράζοντας τη βούληση αμφοτέρων των εργοδοτριών να καταγγείλουν την επίμαχη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντα, την οποία είχε εκφράσει κατ' εξουσιοδότησή τους και για λογαριασμό τους ο ως άνω υπάλληλός τους, όταν δήλωσε στις 24.4.2009 στον ενάγοντα ότι τίθεται σε άδεια επ' αόριστον...".

Καταλήγει δε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ορθά έκρινε το Πρωτοδικείο δεχόμενο (εν μέρει ως άνω) την αγωγή και μετά ταύτα απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις των αναιρεσειουσών.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 656, 669 § 2 ΑΚ, 1, 2, 5 ν. 3198/1955, 1, 3, 8 §§ 1, 3 ν. 2112/1920 και 6 ν. 765/1943. Ειδικότερα, το Εφετείο με το να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι συνδέουσες τον αναιρεσίβλητο με τις αναιρεσείουσες από 21-11-2005 συμβάσεις αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και ότι οι αναιρεσείουσες υποχρεούνται να αποδέχονται τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου ως βαφέα -αμμοβολιστή υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και να καταβάλουν σ' αυτόν το ποσό των 3.036 € για μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (το ύψος των οφειλόμενων μισθών, όπως και η εις ολόκληρο οφειλή των αναιρεσειουσών δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Εξάλλου, η ως άνω Εφετειακή κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, ώστε να τύχουν εφαρμογής τα άρθρα 173 & 200 ΑΚ, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων ως προς τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου ως βαφέα-αμμοβολιστή στις εγκαταστάσεις των αναιρεσειουσών εταιρειών.

Ήτοι, το Εφετείο δεν προσέφυγε σε ερμηνεία των επίδικων συμβάσεων έργου, αλλά προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση τα όσα αποδείχθηκαν. Επομένως, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 & 200 του ΑΚ δεν υφίσταται, αφού δεν τυγχάνουν εφαρμογής.

Ακόμη, ορθά εφάρμοσε το άρθρο 1 ν. 2639/1998 κρίνοντας το εκ της μη καταθέσεως των συμβάσεων έργου στην Επιθεώρηση ως μαχητό τεκμήριο, αφού σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και όχι ως αμάχητο τεκμήριο, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες. Τέλος, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται (συμβάσεις έργου, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, βιβλίο νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων στις αναιρεσείουσες), αλλά προέβη στην εκτίμηση και την αξιολόγηση αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος και των δύο αναιρέσεων εκ των αριθ. 1, 19 & 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι συναφείς μοναδικός πρόσθετος λόγος της πρώτης αναιρέσεως και πρώτος πρόσθετος λόγος της δεύτερης αναιρέσεως εκ του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι (δήθεν) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 281, 288, 648, 656, 669 § 2 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, 1, 2 & 5 ν. 3198/1955 και 1 ν. 2639/1998, χαρακτηρίζοντας τις επίδικες συμβάσεις αντί έργου ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι εσφαλμένα δεν ερμήνευσε τις συμβάσεις αυτές με τα κριτήρια των άρθρων 173 & 200 ΑΚ, ότι εσφαλμένα έκρινε το εκ άρθρου 1 ν. 2639/1998 τεκμήριο ως αμάχητο και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά οι αναφορές στους ίδιους λόγους ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε τους ισχυρισμούς τους ότι ο αναιρεσίβλητος δεν λάμβανε δώρα και άδειες, ότι δεν υπήρχε εξάρτηση, ως προς τον χρόνο εργασίας και τον έλεγχο της εργασίας του, ότι οι συμβάσεις αποσκοπούσαν στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος, ότι αμειβόταν με τιμολόγια, ανάλογα με την πρόοδο του έργου και ότι ο μισθός του δεν ήταν σταθερός, δεν στερούν την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειουσών που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου και επομένως κατά το μέρος τούτο οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 561 § 1).

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση απάντησε επ' αυτών.

Με το δεύτερο λόγο της πρώτης αναίρεσης και δεύτερο των προσθέτων λόγων της δεύτερης, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και το άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920, δεχόμενο ότι η μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου σύμβαση εργασίας είχε αόριστη διάρκεια, διότι δεν διαλαμβάνει η απόφαση κανένα κριτήριο από το οποίο να προκύπτει ότι ο ορισμένος χρόνος δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης.

Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δέχεται εμμέσως πλην σαφώς, ότι οι αλληλοδιάδοχες συμβάσεις έργου, καταρτίσθηκαν από τις αναιρεσείουσες προσχηματικά ως τέτοιες, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσίβλητου από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα των διατάξεων περί του τύπου της καταγγελίας αυτής και της καταβολής της προβλεπομένης αποζημιώσεως, και στην πραγματικότητα η παροχή της εργασίας του αποτελούσε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτή γινόταν και προς τις δύο εναγόμενες υπό τις οδηγίες και τις εντολές, την εποπτεία και τον έλεγχο των υπευθύνων οργάνων και των δύο, όσον αφορά στον τόπο, χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών του, κάλυπτε δε πάγιες, μόνιμες, τακτικές και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες, έκτακτες και παροδικές ανάγκες των επιχειρήσεών τους (εργασίες αμμοβολισμού -βαφής κατά την επεξεργασία μεταλλικών κατασκευών που αποτελούσαν αντικείμενο της παραγωγής τους).

Με τον τρίτο λόγο της πρώτης αναίρεσης και δεύτερο στη δεύτερη, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις διατάξεις των ν. 3198/1955 και 2112/1920 ως προς την καταγγελία της σύμβασης, διότι τα πρόσωπα που κατήγγειλαν τη σύμβαση δεν δεσμεύουν και δεν εκπροσωπούν τις εταιρείες, σύμφωνα με τα άρθρα 65-68 ΑΚ και 18-23α ν. 2190/1920 και έτσι η καταγγελία είναι ανυπόστατη. Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δέχεται ότι ο καταγγέλλων εργοδηγός (Α.Λ.) ενεργούσε κατ' εξουσιοδότηση και για λογαριασμό των αναιρεσειουσών (ΑΠ 105/2020), ενώ παράλληλα δέχεται ότι η εταιρεία Μ. ΑΕ, ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης, δεν αρνήθηκε ότι πράγματι προέβη σε καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης, αμφισβητώντας απλώς το είδος αυτής,(σχέσης), ως εργασιακής.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της πρώτης αναίρεσης και τρίτο στους πρόσθετους λόγους της δεύτερης εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη άλλως νόμω αβάσιμη για άλλους λόγους από εκείνους που κρίθηκαν με την υπ' αρ. 413/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθότι, στην αγωγή ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εργοδότριές του ήταν αμφότερες οι αναιρεσείουσες, ενώ με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ισχυρίστηκε ότι η Μ.

ΑΕ ήταν η πραγματική εργοδότρια και η S. AE η τυπική και διότι η αγωγή ερείδεται σε πλείονες βάσεις, δίχως να διευκρινίζει αν οι βάσεις αυτές σωρεύονται στο δικόγραφο επικουρικώς ή αυτοτελώς η καθεμιά, τα οποία δεν ερευνήθηκαν από το Ακυρωτικό. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου λόγω αοριστίας, αφού οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι προέβαλαν σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του Εφετείου και τον τρόπο προβολής αυτού (αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δηλαδή η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν μπορεί να έχει επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού η συγκεκριμένη διευκρίνιση με τις προτάσεις (και αληθής υποτιθέμενη) δεν αποτελεί, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, το δε Δικαστήριο δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής, ότι συνεργοδότριες του αναιρεσίβλητου ήταν αμφότερες οι αναιρεσείουσες εταιρείες.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένων άλλων λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, απορριπτομένου μετά ταύτα και του αιτήματος των αναιρεσειουσών για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που ευρίσκονταν πριν την εκτέλεση της απόφασης ως άνευ αντικειμένου και να καταδικαστούν εκάστη των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει α) την από 15-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 22/6-7-2020 αίτηση αναίρεσης και τον από 24-8-2021 και με αριθ. κατάθεσης 79/25-8-2021 πρόσθετο λόγο αυτής και β) την από 22-6-2020 και με αριθ. κατάθεσης 21/2-7-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-8-2021 και με αριθ. κατάθεσης 80/26-8-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει αυτές.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της (α) αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της (β) αναίρεσης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ