Legislator Case Law & Legislation
240/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal, remands case for substantive trial on civil liability claims.

Case Number 240/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the fifth defendant and remanded the case for a new substantive trial. The court held that while the appeal against the fifth defendant was admissible, the appeal against the other defendants was inadmissible due to lack of specific request. Consequently, the judgment against the fifth defendant was revoked, and the case was sent back to the appellate court for a new hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 581(2) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must try the case substantively on remand if it is the second appeal, but cannot immediately proceed to substantive judgment without a new summons and opportunity for new arguments.

Keywords

AI generated
second appeal procedure substantive trial remand inadmissible appeal civil liability claims judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 240 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. ή Κ., το γένος Κ. - Δ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κούρβα, που κατέθεσε προτάσεις.

Α.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Α. συζ. Σ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή, που κατέθεσε προτάσεις,

2) Γ. Κ. Μ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μεντή, που κατέθεσε προτάσεις,

3) Ε. Β. Κ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

4) Ε. Μ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

5) Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

6) Κ. Κ. Χ., κατοίκου ... Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

7) Ε. Κ. Χ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

8) Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ε. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

9) Μ. θυγ. Γ. Α., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 25-01-2011, Γ. Τ. Α., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

10) Ε. Α. Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

11) Α. χήρας Β. Π., το γένος Ν. Τ., κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις,

12) Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Β. Π., κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αργυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", που εδρεύει στην Σητεία Κρήτης, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Γαβουνέλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Γ. Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσείουσας:

1) Γ. Π. Α., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη-Μαρία Καχρημάνη,

2) Δ. Π. Α., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

3) Χ. Π. Α., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Τριανταφυλλιάς Κιουρκτσίδου, η οποία διορίστηκε με την 211/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατέθεσε προτάσεις,

4) Β. συζ. Κ. Π., το γένος Π. Α., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

5) του Δήμου Μεταμόρφωσης, νομίμως εκπροσωπουμένου, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

6) Ι. Ν. Α., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Λουκάκου,

7) Γ. Χ. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

8) Ν. Χ. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

9) Ε. χήρας Κ. Π., κατοίκου ... Αττικής, ως μόνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου με τους επόμενους τρεις, του αποβιώσαντος την 17-12-2010 Κ. Χ. Π., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

10) Χ. Κ. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

11) Β. θυγ. Κ. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

12) Μ. Κ. Π., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

13) Ν. - Π. Ι. Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως μόνου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου, μαζί με τον επόμενο, της Δ. Χ. Π., που απεβίωσε την 03-02-2013, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

14) Χ. I. Μ., κατοίκου ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, που κατέθεσε προτάσεις,

15) Γ. Ν. Λ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτόπαππα,

16) Χ. συζ. Γ. Λ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ... Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πρωτόπαππα,

17) Α. Κ., κατοίκου ... Αττικής, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

18) Κ. Γ. Κ., κατοίκου ... Πάρου, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

19) Π. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου ... Αττικής, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

20) του κ. Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από αυτόν, που εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο Α, 5ος αναιρεσίβλητος, απεβίωσε στις 04-11-2019, σύμφωνα με το προσκομισθέν υπ' αριθμόν 155/1/2019 από 05-11-2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Αίγινας και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείον Α, αναιρεσιβλήτων 1ης και 2ου, Γεώργιος Μεντής, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως: α) 5900/15-5-1991, β) 5901/15-5-1991, γ) 5795/14-5-1992 αγωγές των (Α) 4ου, 5ου, 8ης και 11ης των ήδη (Α) αναιρεσιβλήτων και δικαιοπαρόχων των λοιπών, δ) 7460/1991 και 7461/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του ήδη (Β) 13ου προσθέτως παρεμβαίνοντος, ε) 9150/1991 και 9013/16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των 15ου και 16ης ήδη (Γ) προσθέτως παρεμβαινόντων και ζ) 11350/1991, 11518/1991, 11410/1991, 11351/1991, 11517/1991 και 11411/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη (Γ) προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Κατά αυτών των εφετειακών αποφάσεων ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-07-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, ανέγνωσε την από 28-09-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί προηγουμένως. Εφόσον, επομένως, με την υπ' αριθ. 1452/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 10-04-2008 αίτηση για την αναίρεση των: 1) 6558/2004 προδικαστικής (με την οποία αναβλήθηκε η επί της ουσίας οριστική απόφαση και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη) και 2) 4251/2007 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και αναιρέθηκε η δεύτερη, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται και πάλι κατά της ως άνω συμπροσβληθείσας με αυτήν 6558/2004 μη οριστικής απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος κατ' έφεση αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997, ΑΠ 39/2008).

Τέτοια έλλειψη εννόμου συμφέροντος υφίσταται και στην περίπτωση που η αναίρεση του ηττηθέντος εκκαλούντος απευθύνεται κατά του ηττηθέντος προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος στον πρώτο βαθμό, εφόσον αμφοτέρων οι ασκηθείσες αυτοτελείς εφέσεις, στρεφόμενες κατά του κοινού αντιδίκου τους (εφεσίβλητου), απορρίφθηκαν.

Περαιτέρω, ειδικώς από τη διάταξη του άρθρου 558 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι• στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους», προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1049/2010).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των αντιδίκων των εκκαλούντων στην κατ' έφεση δίκη υπό τα στοιχεία του δικογράφου της Α1 έως Α12 (Α. συζ. Σ. Λ.., Γ. Κ. Μ., Ε. Β. Κ., Ε. Μ. Π., Μ. Ε. Π., Κ. Κ. Χ., Ε. Κ. Χ., Χ. συζ. Ι. Μ., Μ. Γ. Α., Ε. Α. Π., Ά. χήρας Β. Π., Δ. συζ. Γ. Π. και Β του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Σητείας) [εφεξής αναιρεσιβλήτων] και κατά των υπό στοιχεία Γ 1 έως και Γ 19 προσώπων, τα οποία (προσθέτως παρεμβάντες στην πρωτόδικη δίκη) υπήρξαν εκκαλούντες επίσης στην κατ' έφεση δίκη με αυτοτελή δικόγραφα εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία απορρίφθηκαν αυτές κατ' αυτών, ενώ δεν έπρεπε να στραφεί κατ αυτών σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, άλλωστε ούτε οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης αφορούν τις πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις.

Συνεπώς, ως προς τα τελευταία αυτά πρόσωπα, μη νομιμοποιούμενα παθητικώς κατά τα προεκτεθέντα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Το δικόγραφο της όμως κατ' αυτών, μαζί με την κατά των υπολοίπων υπό στοιχεία Γ 5 (Δήμου Μεταμόρφωσης) και Γ 20 (Ελληνικού Δημοσίου), ως προσθέτως παρεμβάντων, απευθυνόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις, εκτιμάται και ως κλήση τούτων κατά τη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου εκείνοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκησή της, στην οποία νομίμως παρίστανται και ζητούν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης , πλην του Δήμου Μεταμόρφωσης (με τον αριθμό Γ 5) και των Α.

Κ. (με τον αριθμό Γ 17) Κ. Κ. (με τον αριθμό Γ 18) και Π. Κ. (με τον αριθμό Γ 19), οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, όπως όμως προκύπτει από τις αντιστοίχως προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως .../7.7.2020, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Παναγιώτη Κοτσανίδη, .../7.8.2020 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Ι.-Φ.

Σάλεμ, .../4.8.2020 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σύρου, Μαρίας Φραγκούλη και .../4.8.2020 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Παναγιώτη Κοτσανίδη, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ίδιους.

Ως προς τους λοιπούς διαδίκους η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 2501/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν αντιμωλία των διαδίκων έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 9029/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη ανατρεσίβλητων κατά της ίδιας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ), παρά το γεγονός ότι κατά της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ασκηθεί αναίρεση και από τους απλούς ομοδίκους της αναιρεσίουσας, Γ. Ν. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., και έχει αναιρεθεί αυτή, εκκρεμεί δε η εκδίκασή της κατ'ουσίαν, καθώς, πρόκειται περί απλής ομοδικίας των διαδίκων- εναγομένων διεκδικητικής αγωγής, οπότε ο κάθε ομόδικος ασκεί και αυτοτελώς αναίρεση, δοθέντος ότι η αναίρεση του ενός δεν ωφελεί και τους άλλους (άρθρο 75 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) ,ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης , κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Ο θάνατος όμως ενός απλού ομοδίκου επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον θανόντα διάδικο ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Στη διεκδικητική αγωγή, αν περισσότεροι είναι αυτοί που κατέλαβαν και κατέχουν από κοινού το διεκδικούμενο ακίνητο, η μεταξύ αυτών ομοδικία δεν είναι αναγκαστική (ΑΠ 1536/2012), αλλά απλή, κατά τα προαναφερόμενα, και συνεπώς το εμφανιζόμενο στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς διακοπτικό γεγονός κατ'άρθρο 286 ΚΠολΔ, δεν συνεπάγεται τη διακοπή της δίκης ως προς τους λοιπούς ως προς τους οποίους η δίκη συνεχίζεται ακωλύτως, δίχως να απαιτείται προηγούμενη επανάληψη της δίκης ούτε κλήτευση σ'αυτήν των κληρονόμων του θανόντος ομοδίκου (ΑΠ 1584/2006).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 , 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β'του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 § 1, 97 & 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά , μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 4ου, 6ου, 7ου, 8ης , 10ους, 11ης και 12ης των αναιρεσιβλήτων, Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος δήλωσε ότι ο Α05 αναιρεσίβλητος, Μ. Π. του Ε. αποβίωσε την 04-11-2019, ήτοι μετά την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως και προσκόμισε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της από 05-11-2019 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Αίγινας.

Συνεπώς, εφόσον στην συγκεκριμένη υπόθεση, δεν πρόκειται περί περιπτώσεως αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά απλής ομοδικίας μεταξύ διαδίκων διεκδικητικής αγωγής, υφίσταται βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον αποβιώσαντα πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, Μ. Π. του Ε., ως προς τον οποίο πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να προχωρήσει νόμιμα ως προς τους λοιπούς διαδίκους, καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε ο θάνατος τούτου δεν συνεπάγεται τη διακοπή της δίκης ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους του ως προς τους οποίους η δίκη συνεχίζεται ακωλύτως, δίχως να απαιτείται προηγούμενη επανάληψή της ούτε κλήτευση σ'αυτήν των κληρονόμων του θανόντος ομοδίκου.

Επί πλέον, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα .../5.8.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Παναγιώτη Κοτσανίδη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ένατη αναιρεσίβλητη Μ. θυγ. Γ. Α., η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 & 2 ΚΠολΔ.

Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο η 8η αναιρεσίβλητη Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ε. Π. εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο, πλην όμως από τα στοιχεία του φακέλου παραδεκτώς επισκοπούμενα, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αυτής προς τον ανωτέρω δικηγόρο, καθώς δεν προσκομίσθηκε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Συνεπώς η όγδοη αναιρεσίβλητη, απλή ομόδικος των λοιπών αναιρεσιβλήτων η οποία αν και φέρεται ότι εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, θεωρείται δικονομικώς απούσα, αλλά πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 576 & 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Με το .../2-11-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. Μ. εκ των Εθνικών Γαιών, αγρός έκτασης οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ..." του Δήμου Μεταμόρφωσης Αττικής (πρώην Κουκουβάουνες), ο οποίος (αγρός), κατά το εν λόγω παραχωρητήριο, συνορεύει ανατολικά με Γ.

Β., δυτικά με Σ. Κ., βόρεια με Π. Α. και νότια με δρόμο (σήμερα ρέμα). Τον αγρό αυτόν ο Γ. Μ. νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, επιβλέποντας αυτόν και καλλιεργώντας τον με σιτηρά, από την παραχώρησή του μέχρι το επόμενο έτος 1927, οπότε άτυπα τον παραχώρησε στον γιό του Κ. Μ., αρχικό πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών.

Έκτοτε ο Κ. Μ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατείχε και νεμόταν τον αγρό αυτόν, τον οποίο οριοθέτησε, επέβλεπε και καλλιεργούσε με σιτηρά και πατάτες, μετά δε τον θάνατο του πατέρα του Γ. Μ. το έτος 1936, εξακολούθησε με την συναίνεση των συγκληρονόμων του ήτοι της μητέρας του Α., χήρας Γ. Μ. και των τεσσάρων αδελφών του, να νέμεται αυτόν αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1946 και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι το 1962, που με το νόμιμα μεταγραμμένο, με αριθμό .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., αντάλλαξε τον αγρό αυτόν με άλλο αγροτεμάχιο του Ε.

Π. (δικαιοπαρόχου άμεσου και απώτερου των λοιπών εναγόντων των ένδικων αγωγών), κείμενο στην Αίγινα. Σύμφωνα με το συμβόλαιο ανταλλαγής, ο αγρός αυτός έχει εμβαδόν 4.500 τ.μ. πλέον ή έλαττον, όμως, με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτό (συμβόλαιο) πλευρικές διαστάσεις, το εμβαδόν του ανέρχεται σε 8.500 τ.μ., συνορευόμενου βόρεια, εν μέρει με δρόμο σε πρόσωπο 21 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Μ., της οποίας την νομή είχε ο Π. Χ. σε πλευρά μέτρων 49, νότια με ρέμα σε πλευρά 55 μέτρων, ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Β. και ήδη ιδιοκτησία Δ. Ζ., σε πλευρά 160 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ., σε πλευρά 47 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μέτρων.

Στον περιελθόντα σ' αυτόν αγρό, ο Ε. Π. συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής, όπως και ο προκάτοχός του Κ. Μ., επιβλέποντας και προβαίνοντας στην καλλιέργεια αυτού με σιτηρά.

Περί τα τέλη Νοεμβρίου του ιδίου έτους, ο Ε. Π., διαταραχθείς στην άσκηση της νομής και κυριότητας του εν λόγω αγρού του από τους Π. Α. (προσθέτως παρεμβαίνοντα υπέρ τών εναγομένων ως δικαιοπάροχος τους) και Χ. Π. (πατέρα των λοιπών προσθέτων παρεμβαινόντων υπέρ των εναγομένων, ως δικαιοπαρόχων τους), οι οποίοι αυθαίρετα περιέφραξαν τμήμα της βόρειας και δυτικής πλευράς του εν λόγω αγρού του, άσκησε εναντίον τους την από 10-12-1962 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επ’ αυτής κατόπιν διεξαγωγής μαρτυρικών αποδείξεων και πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 3840/1966 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του Ε. Π. και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Κ. Μ., αναγνωρίστηκε δε αυτός κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω αγρού, ο οποίος συμπίπτει κατά θέση, έκταση και όρια με αυτόν που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων και στις ένδικες αγωγές τους. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, οι Π. Α. και Χ. Π., με την από 23-04-1966 έφεοή τους, επί της οποίας, μετά την διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η 2566/1967 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες Π. Α. και Χ. Π. με την από 05-02-1968 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 612/1969 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους και έτσι η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέστη πλέον αμετάκλητη και εκτελέστηκε αναγκαστικά κατόπιν εντολής του ενάγοντος-ιδιοκτήτη Ε.

Π.. Στο πλαίσιο της ανοιγείσας, με την από 10-12-1962 αγωγή του Ε. Π. δίκης, μεταξύ αυτού και των φερομένων, ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων, διατάχθηκαν με τις αναφερθείσες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκαν οι από 20-11-1964 και 30-09-1967 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ι.

Μ. η πρώτη και Β. Κ. η δεύτερη, σύμφωνα με τις οποίες τα όρια του αγρού, στον οποίο αναγνωρίστηκε ο Ε. Π. αμετάκλητα κύριος, συμπίπτουν απολύτως με αυτά, που περιγράφονται στους τίτλους κτήσης του ιδίου και του δικαιοπαρόχου του Κ. Μ., ήτοι στο .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο .../1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας.

Μετά την αποβολή των τότε εναγομένων με την εκτέλεση της 3840/1966 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Ε. Π. επανεγκατασταθείς στη νομή και κατοχή του επιδίκου τμήματος του παραπάνω ακινήτου του, ενέπηξε σιδηροπασσάλους στη βόρεια και δυτική πλευρά του και κατασκεύασε περίφραξη, στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο και στην συνέχεια προέβη στην άροση ολοκλήρου του ακινήτου.

Το έτος 1968 ο Ε. Π., παραχώρησε άτυπα και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών, Κ. Μ., τη νομή και κατοχή του ίδιου αγρού, κατά ποσοστό 67,50% και το υπόλοιπο 32,50% κράτησε για τον εαυτό του και από τότε και οι δύο νέμονταν αυτόν με διάνοια συγκυριών κατά τα εν λόγω ποσοστά, ενεργώντας πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα, το έτος 1969, ο Κ.

Μ. καλλιέργησε με σιτηρά ολόκληρο τον αγρό για λογαριασμό και του συγκυρίου του Ε. Π., αμφότεροι δε συγκόμισαν την παραγωγή, ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητάς τους το δε έτος 1970 ανέθεσαν στον μηχανικό Ι. Μ. την οικοπεδοποίηση του ακινήτου τους, το οποίο ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου Μεταμόρφωσης.

Με βάση το από 10-06-1971 σχεδιάγραμμα του παραπάνω μηχανικού, η απομένουσα έκταση του ακινήτου μετά την ρυμοτόμηση, διαιρέθηκε σε οκτώ (8) οικόπεδα, από τα οποία επτά εντάχθηκαν στο Ο.Τ. … και ένα στο Ο.Τ. …, ενώ το υπόλοιπο τμήμα, μεταξύ της οδού ... και του ρέματος, έμεινε εκτός σχεδίου πόλης. Από τα παραπάνω οικόπεδα, τα τέσσερα (4) πρώτα του Ο.Τ.

… επί της ..., πώλησαν οι συνιδιοκτήτες Κ. Μ. και Ε. Π., στους..... και εισέπραξαν το τίμημα κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, που αναλογούσε σε καθένα, συνέχισαν δε να νέμονται με διάνοια κυρίου τα υπόλοιπα οικόπεδα. Μετά τον θάνατο του Ε. Π. (15-12-1982), οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του (τέταρτη έως και δωδέκατο των αρχικών εναγόντων), συνέχισαν να νέμονται το ανήκον σε αυτόν 32,50% ποσοστό εξ αδιαιρέτου του υπολοίπου πλέον τμήματος του ακινήτου του ασκώντας πράξεις νομής δια του αντιπροσώπου τους, πρώτου αρχικού ενάγοντα, Κ.

Μ. και ειδικότερα ο τελευταίος για τον εαυτό του με διάνοια κυρίου αλλά και για λογαριασμό τους, επισκεπτόταν τακτικά τα δημιουργηθέντα, κατά τα άνω, οικόπεδά τους, παρεμπόδιζε την ρίψη μπαζών από τρίτους σε αυτά και επέτρεψε, κατόπιν παράκλησης του όμορου προς νότον γείτονα, Δ. Μ., την εγκατάσταση σε τμήμα της οικοπεδικής τους έκτασης, πρόχειρου στεγάστρου βάρκας.

Αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση μέχρι το έτος 1990, οπότε οι ενάγοντες με την συνεχή και αδιάλειπτη νομή σε ολόκληρο το ακίνητο τους, όπως αυτό περιγράφεται, για χρονικό διάστημα πέραν της πεντηκονταετίας, απέκτησαν συγκυριότητα σε αυτό, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με τα προσόντα της οποίας, ως προς τον πρώτο, αρχικό ενάγοντα Κ.

Μ., συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του και ως προς τους λοιπούς, κληρονόμους του Ε. Π., με τον συνυπολογισμό στο χρόνο της νομής τους, την οποία απέκτησαν με καθολική διαδοχή, αυτού του δικαιοπαρόχου τους. Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση, οι εναγόμενοι κατά τα έτη 1990 και 1991, αυθαίρετα και παράνομα, κατέλαβαν τμήματα του ακινήτου των εναγόντων, τα οποία κατέχουν μέχρι σήμερα και αρνούνται να τα αποδώσουν και ειδικότερα:

οι Γ. και Χ. Λ., εναγόμενοι στην με αριθ. κατάθ. 5900/1991 αγωγή στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1990, κατέλαβαν προβαίνοντας σε ανέγερση οικοδομής [...]. Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στην με αριθμ. καταθ. 5901/1991 αγωγή Π. Κ., τον Δεκέμβριο του 1990, κατέλαβε το βορειοδυτικό άκρο της ίδιας οικοπεδικής έκτασης των εναγόντων του Ο.Τ.

… επί της συμβολής των οδών ... και ιδιωτικής οδού, έκτασης 1050 τ.μ. που συνορεύει βορειοδυτικά εν μέρει με οδό ... σε πρόσωπο 15,50 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη έκταση των εναγόντων σε πλευρά 25 μέτρων, βορειοανατολικά σε πλευρά 34,85 μέτρων με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων, νοτιοανατολικά σε πλευρά 38,70 μέτρων με ιδιοκτησίες Μ., Λ.

και Μ. και νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιωτική οδό σε πλευρά 23,60 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων σε πλευρά 12 μέτρων, αρχίζοντας οικοδομικές εργασίες σε αυτή. Οι εναγόμενοι της με αριθ. κατάθ. 5795/1992 αγωγής Α. και Γ. Κ., στις 12-03-1991, κατέλαβαν τμήμα της οικοπεδικής έκτασης των εναγόντων [...].

Τις επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις κατέχουν μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι και αρνούνται να τις αποδώσουν στους ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι έγιναν κύριοι αυτών με βάση τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ. και δη του .../30.5.1990 η Π. Κ. ...που νόμιμα μεταγράφηκαν, από τους παρεμβαίνοντες αληθείς κυρίους Π.

Α., Ι. Α., Ν. Π., Κ. Π., Γ. Π., Α. Π. και Δ. Π. καθώς και ότι τα διεκδικούμενα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στην έκταση που περιγράφεται στους τίτλους του άμεσου και απώτερου δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Ε. Π. και Γ. Μ., δηλαδή στο .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο .../1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν επαληθεύεται ο ισχυρισμός αυτός.

Οι επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις που κατέχονται από τους εναγομένους, περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη έκταση, η οποία, περιήλθε, όπως προαναφέρθηκε, στον δικαιοπάροχο των αρχικών εναγόντων, Ε. Π. δυνάμει του, ως άνω, .../1962 συμβολαίου ανταλλαγής, όπως βεβαιώνουν οι μάρτυρες των εναγόντων αλλά και αποφαίνεται στην έκθεσή του, ο διορισθείς με την προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 9463/1993, πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός Θ.

Γ.. Ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει επί πλέον στην έκθεσή του, ότι τα επίδικα οικόπεδα περιλαμβάνονται στην έκταση, που οριοθετεί η 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία συνιδιοκτήτες αυτής είναι οι ενάγοντες. Οι μάρτυρες απόδειξης περιγράφουν τα επίδικα κατά θέση, έκταση και όρια και βεβαιώνουν ότι αυτά περιλαμβάνονται στον αγρό των οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων που είχαν ανταλλάξει το έτος 1962, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Κ.

Μ. και Ε. Π. και ότι ο αγρός αυτός είναι ο ίδιος που είχε παραχωρηθεί στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. με το .../1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας [...]. Στο συμβόλαιο αγοράς συμβλήθηκε μεν, ως πωλητής, ο Ε. Π., ρωτήθηκε όμως για την πώληση αυτή και παρίστατο κατά την υπογραφή του συμβολαίου και ο Κ.

Μ.. Όλοι οι μάρτυρες απόδειξης είναι κατηγορηματικοί για το ότι, από το έτος 1962 μέχρι το θάνατο του Ε. Π., το έτος 1982, δεν είδαν άλλον να εμφανιστεί στο ακίνητο των εναγόντων και στα οικόπεδα που μετέπειτα προέκυψαν από αυτό, παρά μόνον τον Κ. Μ. και τον Ε. Π., τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή οι κληρονόμοι τους, που έγιναν συγκύριοι στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, όπως προαναφέρθηκε.

Γι’ αυτό άλλωστε και ο Δήμος Μεταμόρφωσης Αττικής αναγνωρίζοντας ως ιδιοκτήτη των επιδίκων οικοπέδων στην κτηματική του περιφέρεια, τον Ε. Π., γνωστοποίησε σε αυτόν, τις 06-07-1977 και 26-08-1977 τις … και …/1977 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες προτεινόταν η τροποποίηση του σχεδίου πόλης του Δήμου Μεταμόρφωσης σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς … και …, όπου και τα επίδικα.

Κατά των ως άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ..., ο Ε. Π. άσκησε τις από 10-07-1977 και 04-09-1977, αντίστοιχα, ενστάσεις του.

Στην συνέχεια το Δημόσιο Ταμείο Νέας Ιωνίας απηύθυνε προς τον Ε. Π. τις .../1978, .../1979, .../1980, .../1981 και .../1982 ατομικές προσκλήσεις για πληρωμή στο Δήμο Μεταμόρφωσης, εισφορών λόγω επέκτασης του σχεδίου πόλης, που καταβλήθηκαν μάλιστα από αυτόν με γραμμάτια είσπραξης. Όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων.

Αλλ' ούτε και από την διαταχθείσα με την 6558/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., η οποία συντάχθηκε με βάση τίτλους και σχεδιαγράμματα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους, τα οποία δεν έχουν σχέση με τα επίδικα, αλλά αναφέρονται ενδεχομένως στην βορείως αυτών κείμενη ιδιοκτησία του Π.

Α. ανατρέπονται όλα τα παραπάνω αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία των εναγόντων και δη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ., που διατάχθηκε από τα πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Ι. Μ. και Β. Κ., που διατάχθηκαν στο πλαίσιο δικών μεταξύ των εναγόντων και των φερομένων ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων.

Εξάλλου, ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Α., είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν παραχωρητήριο, όμορος ιδιοκτήτης προς βορράν του παραχωρηθέντος ως άνω αγρού στον πατέρα του πρώτου αρχικού ενάγοντος Γ. Μ., και συνεπώς, το κληρονομιαίο ακίνητο, του οποίου έγινε αποδοχή με την παραπάνω πράξη από τους πωλητές των επιδίκων στους εναγομένους, βρισκόταν βόρεια αυτών.

Όταν το έτος 1982 απεβίωσε ο Ε. Π., ανέκυψαν κληρονομικές διαφορές μεταξύ των κληρονόμων του και εξ αυτού του λόγου, η επίβλεψη των επιδίκων ακινήτων από αυτούς αλλά και από τον συγκύριο στα επίδικα, Κ. Μ., αρχικό ενάγοντα, ο οποίος να σημειωθεί ότι κατ' εκείνο τον χρόνο κρατείτο στις φυλακές, δεν ήταν επαρκής, γεγονός που πληροφορήθηκαν και επωφελήθηκαν οι φερόμενοι ως πωλητές αυτών (επιδίκων) στους εναγομένους, Π.

και Ι. Α. και οι κληρονόμοι του Χ. Π. και έτσι τον Μάιο του 1989, προκειμένου να οικειοποιηθούν τα επίδικα οικόπεδα, στα οποία ουδέποτε είχαν εμφανιστεί για να ασκήσουν πράξεις νομής, έσπευσαν να αποδεχθούν, δύο μήνες πριν την κατάρτιση του πρώτου αγοραπωλητηρίου, με αριθμό .../1989 προς τους εναγομένους Γ. Λ. και Χ.

Λ., συμβολαίου, με την .../1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την εξ αδιαθέτου κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του πρώτου και παππού των λοιπών Γ. Α. του Π., που είχε αποβιώσει στις 28-03-1942 και στον οποίο περιήλθε η περιουσία αυτή, κατά τα αναγραφόμενα στην πράξη αποδοχής, από κληρονομιά του αποβιώσαντα πατέρα του Π.

Α. και από άτυπη και προφορική διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του τελευταίου. Στην πράξη αποδοχής συμπεριέλαβαν και τα επίδικα οικόπεδα, ενώ γνώριζαν, εφόσον ο πρώτος από αυτούς Π. Α. και ο πατέρας των λοιπών Χ. Π., ήταν διάδικοι στην προαναφερθείσα δίκη με τους Ε. Π. και Κ. Μ., ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα του αγρού που περιγράφεται στις ένδικες αγωγές και για τον οποίο (αγρό) αναγνωρίστηκε με την 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι κύριος, νομέας και κάτοχος ήταν ο Ε.

Π. και εκείνοι αποβλήθηκαν αναγκαστικώς από το τμήμα του αγρού που είχαν καταλάβει. Στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας είναι καταχωρημένη η παραπάνω από 09-12-1962 αγωγή του Ε. Π. κατά των Π. Α. (ενός των πωλητών και ήδη παρεμβάντος στην παρούσα δίκη) και Χ. Π. (πατέρα των λοιπών πωλητών), χωρίς να έχει διαγραφεί, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες από 12-03-1991 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Νέας Ιωνίας και συνεπώς, γνώριζαν τόσο οι πωλητές όσο και οι αγοραστές-εναγόμενοι, ότι τα οικόπεδα που πωλούσαν και αγόραζαν αντιστοίχως, δεν ανήκαν σ' αυτούς (πωλητές) αλλά στους Ε.

Π. και Κ. Μ. [...] |»

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη - αναιρεσείουσα Π. Κ., επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων διεκδικητική κυριότητας και η σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής αρνητική αγωγή και αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των τελευταίων επί του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που αναφέρεται στο υπ' αριθ. .../1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής, με βάση το οποίο ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ.

Μ., αντάλλαξε με τον απώτερο δικαιοπάροχο των λοιπών εναγόντων Ε. Π. ακίνητο επιφάνειας 8.500 τ.μ., που είχε περιέλθει στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία μετά την άτυπη παραχώρηση τούτου το 1927 από τον πατέρα του Γ. Μ., ο οποίος (Γ. Μ.) ήταν κύριος ακινήτου επιφάνειας 8.000 τ.μ. με βάση το παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, μη συνορεύοντος με άλλη ιδιοκτησία του Κ.

Μ.. Επίσης δέχεται ότι ο αρχικός ενάγων, μετά την ανταλλαγή κατέστη συγκύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία μετά από άτυπη παραχώρηση ποσοστού 67,50% από τον παραπάνω Ε. Π. και ήδη κύριο του παραπάνω ακινήτου μετά την ανταλλαγή και ότι οι λοιποί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως κληρονόμοι του ίδιου (Ε.

Π.). Δηλαδή, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με το επίμαχο συμβόλαιο ανταλλάχθηκε και περιήλθε στην κυριότητα του Ε. Π. ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στο παραχωρητήριο και με βάση αυτή την παραδοχή δέχθηκε όπ το επίδικο περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής και ακολούθως περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο,ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 21 μ. με δρόμο και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 49 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας τη νομή είχε ο Π. Χ., νότια επί πλευράς 55 μ. με ρέμα, ανατολικά σε πλευρά 160 μ. με ιδιοκτησία Δ.Ζούρα και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Κ.Μπάλτα, της οποίας νομέας ήταν ο Π.

Χ. σε πλευρά 47 μ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία πρώην Ι. Κ. και ήδη αγνώστου σε πλευρά 95 μ. Επομένως, εφόσον το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια και δυτικά με ακίνητο του Κ. Μ., αρχικού ενάγοντος και συμβληθέντος στην ανταλλαγή, χωρίς περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτός είχε στην κυριότητά του πλην του αναφερομένου στο παραχωρητήριο ακινήτου των 8.000 τ.μ.

και άλλο όμορο ακίνητο, δεν διευκρινίζεται πως ανταλλάχθηκε ολόκληρο το ακίνητο των 8.000 τ.μ., το οποίο είναι και μεγαλύτερο κατά 500 τ.μ. του ακινήτου που αναφέρεται στο παραχωρητήριο, αλλά και με βάση το εμβαδόν του, σύμφωνα με τις παραπάνω πλευρικές διαστάσεις αυτού που ανέρχεται σε 9.437,50 τ.μ.

Συνεπώς οι τέταρτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης οριστικής απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι βάσιμοι .

Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν σι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, όπως ανωτέρω προσδιορίζονται (Α1 έως Α12 και Β 13), ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσα ς κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος της αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος της απόρριψης ως απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσης κατά των υπό στοιχεία Γ1 έως Γ19 προσώπων ελλείψει ειδικού προς τούτο αιτήματος τούτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Μ. Π. του Ε..

Απορρίπτει ό,τι έκρινε ως απορριπτέο.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ