240/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedKατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Legislator headnote
AI generated240/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Full text
Απόφαση 240 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... " και έδρα τη ... ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Ντέσκα και Ελένη Παπακωνσταντίνου.
Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου Α. Ε. Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Καράκωστα και Χριστίνα Βρεττού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 18/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος η 22-5-2019, κατά την οποία ματαιώθηκε, λόγω εκλογών και επαναφέρεται για συζήτηση με την από 14-1-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, βάσει της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. ε' ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, αφού η παραπομπή με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα σε ορισμένες διατάξεις του Κώδικα αυτού, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η ανωτέρω, δεν είναι περιοριστική (ΟλΑΠ 1/1996), ενώ δεν προσκρούει η διάταξη αυτή σε ειδικές διατάξεις, ούτε στη φύση της αναιρετικής διαδικασίας (ΑΠ 777/2008), "αν ματαιωθεί η συνεδρίαση για οποιονδήποτε λόγο, οι υποθέσεις που είναι γραμμένες σ' αυτήν μεταφέρονται με επιμέλεια των διαδίκων στις επόμενες συνεδριάσεις, ακόμη και με υπέρβαση του ορισμένου αριθμού και ο αντίδικος αυτού που επισπεύδει τη συζήτηση καλείται πάντοτε στη νέα δικάσιμο".
Εν προκειμένω, με την από 14-1-2019 κλήση της αναιρεσείουσας επαναφέρονται παραδεκτώς κατά τα ανωτέρω για συζήτηση η από 25-5-2018 αίτησή της για αναίρεση της 18/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και το από 17-4-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η συζήτησή τους είχε ματαιωθεί στη δικάσιμο της 22-5-2019 που είχε ορισθεί για την εκδίκασή τους, λόγω εκλογών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, στη δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, συζητήθηκαν η από 25-5-2018 αίτηση αναίρεσης και το από 17-4-2019 δικόγραφο προσθέτων αυτής λόγων, που στρέφονται κατά της 18/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 569 ΚΠολΔ, σχετ. η ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ. και οι παρά πόδας αυτής από 19-4-2019 απόδειξη και βεβαίωση για την επίδοση των προσθέτων λόγων στον αναιρεσίβλητο). Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 894/2018).
Με την προσβαλλόμενη ανωτέρω απόφαση απερρίφθησαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 48/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη διεκδικητική αγωγή ακινήτου της ιδίας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων αυτής λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Kατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων που προτάθηκαν ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και ειδικότερα όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι: "το επίδικο ακίνητο είναι μία εδαφική έκταση, εμβαδού 2.660 τμ, που βρίσκεται στη θέση "... " ...
και αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2013 τοπογραφικό σκαρίφημα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Σ. , συνορεύει δε, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής με γραμμή παραλίας και αιγιαλού και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Π. . Κατά την ενάγουσα, το ως άνω εδαφικό τμήμα, που ήδη έχει καταλάβει ο εναγόμενος, αποκόπτοντάς το από την υπόλοιπη ιδιοκτησία της με κατασκευή τοιχίου περί το 2001 και ανοικοδόμηση οικίας εντός αυτού, δυνάμει της ... οικοδομικής άδειας, αποτελεί τμήμα ευρύτερου ακινήτου της, εμβαδού 8.000 τμ περίπου, που απεικονίζεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... , συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Π. , δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Π. και πέραν αυτής με θάλασσα, νότια με ιδιοκτησία του εναγομένου, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Π. και πέραν αυτής με χάνδακα (ρέμα) και περιήλθε σ' αυτή με αγορά από τον Π. Κ. δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος (τ. .. αρ. ) ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. .
Από την άλλη ο εναγόμενος αρνείται την αγωγή, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου που η ενάγουσα απέκτησε με το ... συμβόλαιο, αλλά εδαφικό τμήμα του όμορου προς νότο ακινήτου του ιδίου, που απέκτησε από τον πατέρα του Ε. Κ. , με το νόμιμα μεταγραφέν (τ. αρ. ) ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ. . Απώτερος κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων ήταν ο Δ. Π. του Ε. , ο οποίος, εμφανιζόμενος ως κύριος μιας έκτασης 1.400 στρεμμάτων στην ίδια περιοχή, μεταβίβασε με τα νόμιμα μεταγραφέντα ... συμβόλαια πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ. , στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, Π. Κ. του Α. και Ε. Κ. του Α., δύο εδαφικά τμήματα, εμβαδού 8.000 τμ το καθένα, τα οποία απεικονίζονται με τους αριθμούς 1 και 2 στο από 8-11-1977 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.
Κ. (το όνομα τίθεται από προφανή παραδρομή, καθώς το ορθό όνομα του μηχανικού είναι Α. Γ. ). Ειδικότερα, ο Π. Κ. , δικαιοπάροχος της ενάγουσας, έλαβε το με αριθμό 1 και περιμετρικά στοιχεία ... ακίνητο στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και αναφερόμενα γι' αυτό όρια, ανατολικά την ιδιοκτησία Δ. Π. , δυτικά την ιδιοκτησία Δ.
Π. και πέραν αυτής τη θάλασσα, βόρεια την ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής με χάνδακα και νότια με το με αριθμό 2 ακίνητο, ενώ ο Ε. Κ. , δικαιοπάροχος του εναγομένου, έλαβε το με αριθμό 2 ακίνητο και με περιμετρικά στοιχεία ... στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και αναφερόμενο γι' αυτό όρια, ανατολικά την ιδιοκτησία Δ.
Π. , δυτικά την ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής τη θάλασσα, βόρεια το με αριθμό 1 ακίνητο και νότια την ιδιοκτησία του ιδίου. Ακολούθως, ο Π. Κ. μεταβίβασε το ακίνητο, που είχε αποκτήσει από το Δ. Π. , στην ενάγουσα με το νόμιμα μεταγραφέν ... συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. , ενώ ο Ε. Κ. μεταβίβασε το ακίνητο, που είχε αποκτήσει από το Δ.
Π. , στον εναγόμενο με το νόμιμα μεταγραφέν ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. . Ειδικότερα, στο ... συμβόλαιο (τίτλο κτήσης ενάγουσας) αναφέρεται ότι ο Π. Κ. είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου στη θέση "... " της περιφέρειας της Κοινότητας Αντιπάρου της νήσου Αντιπάρου, το οποίο (ακολουθεί κατά λέξη αντιγραφή του περιεχομένου του συμβολαίου) "σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης έχει έκταση οκτώ χιλιάδες (8.000) τετραγωνικά μέτρα, εμφαίνεται με τον αριθμό (1) και τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία ...
στο από 8 Νοεμβρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Κ. (όπως ήδη αναφέρθηκε, το όνομα τίθεται από προφανή παραδρομή, καθώς το ορθό όνομα του μηχανικού είναι Α. Γ. ), το οποίο προσαρτάται στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Θ. Ζ. και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Π. σε πλευρά (Β-I) μήκους εξήντα (60,00) μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία Δ.
Π. και πέραν αυτής με θάλασσα σε πλευρά (Α-Κ) μήκους ογδόντα (80,00) μέτρων), βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής με χάνδακα σε πλευρά (Α-Β) μήκους εκατό (100) μέτρων και νότια με το υπ' αριθ. δύο (2) αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Δ. Π. σε πλευρά (Κ-Ι) μήκους εκατόν τριάντα δύο (132) μέτρων. Κατά νεότερη καταμέτρηση και σύμφωνα με το από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.
Β. , το οποίο φέρει τη δήλωση του ν. 651/1977 και αφού χαρτοσημάνθηκε νόμιμα και υπογράφηκε από τους συμβαλλόμενους και εμένα το συμβολαιογράφο προσαρτάται στο παρόν, το άνω αγροτεμάχιο έχει την ίδια έκταση, εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ... και συνορεύει σύμφωνα με το άνω σχεδιάγραμμα βορειοανατολικά σε πλευρά (Α-Β) μήκους εκατό (100,00) μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Π., ανατολικά σε πλευρά (Β-Γ) μήκους εξήντα μέτρων (60,00) μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Π., νότια σε πλευρά (Η-Γ) μήκους εκατόν τριάντα δύο (132,00) μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Κ. και νοτιοδυτικά σε πλευρά (Η-Α) μήκους ογδόντα (80,00) μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Ε. Π. και πέραν αυτής με αιγιαλό. Από την ανωτέρω έκταση τμήμα αυτής εμβαδού χιλίων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων (1.934) μέτρων τετραγωνικών, χαρακτηρίζεται ως ιδιωτική δασική έκταση σύμφωνα με την παρ. 2, αρθ. 3 του ν. 998/1979, όπως αυτό προκύπτει από τα 12/17-2-1999, 426/17-2-1999 και 425/17-2-1999 σχετικά έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Κυκλάδων, μετά του σχετικού διαγράμματος της ίδιας ανωτέρω Υπηρεσίας, τα οποία προσαρτώνται στο παρόν...Ο πρώτος των συμβαλλομένων Π.
Κ. δηλώνει ότι σήμερα πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τη δεύτερη των συμβαλλομένων στο παρόν αγοράστρια εταιρεία "... " το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο με όλα του τα δικαιώματα σε αυτό...". Περαιτέρω, στο ... συμβόλαιο (τίτλος κτήσης εναγομένου) αναφέρεται ότι ο Ε.
Κ. είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου στη θέση "... της Κοινότητας Αντιπάρου της νήσου Αντιπάρου, έκτασης 8.000 τμ, που κατά τον τίτλο κτήσης εμφαίνεται με τον αριθμό 2 και τα περιμετρικά στοιχεία ... στο από Νοεμβρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Κ. (ενν. Α. Γ. ), το οποίο έχει προσαρτηθεί στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Θ. Ζ. (αναφέρονται και τα όριά του σύμφωνα με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα). Ακολούθως, γίνεται μνεία ότι το ως άνω ακίνητο, που μεταβιβάζεται λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο, αποτυπώνεται, στην κατάσταση που βρίσκεται κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου γονικής παροχής, με τα περιμετρικά στοιχεία ...
στο προσαρτώμενο στο ίδιο συμβόλαιο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. (εναγομένου) και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια επί πλευράς ... με ιδιοκτησία της ενάγουσας, νότια επί πλευράς ... με ρέμα, ανατολικά επί πλευράς ... με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Π. και δυτικά επί πλευράς ...
με δασική έκταση. Επίσης, γίνεται αναφορά σ' αυτό ότι το ακίνητο είναι περιφραγμένο με λιθόκτιστο μανδρότοιχο στις πλευρές ... (δηλαδή τμήμα της δυτικής, η βόρεια και η ανατολική πλευρά του). Περαιτέρω, πράγματι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου Ε. Κ. ανήγειρε πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου του στον εναγόμενο (δηλαδή πριν τις 8-10-2001) μανδρότοιχο στη βόρεια πλευρά αυτού (63-Σ1), σύμφωνα με την αποτύπωση του ακινήτου του στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Κ. (εναγομένου). Η πλευρά αυτή ταυτίζεται με τη νότια πλευρά (Η-Γ) του από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Χ. Β. , που προσαρτήθηκε στον τίτλο κτήσης της ενάγουσας, όπως προκύπτει από τις από Μαρτίου 2012 και Μαΐου 2013 έγγραφες γνωμοδοτήσεις του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. Εξάλλου, απεδείχθη ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ακίνητο που της μεταβιβάστηκε από τον Π.
Κ. αποτυπώνεται εσφαλμένα στο από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Β. , λόγω λανθασμένης υπόδειξης σ' αυτόν των ορίων, ότι το βόρειο τμήμα του ακινήτου της συνορεύει με ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής με χάνδακα, όπως ορίζεται στο ... συμβόλαιο αγοράς του δικαιοπαρόχου της Π. Κ. , το οποίο και αγόρασε και δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητό της ο χάνδακας (ρέμα), που αποτελεί και δασική έκταση, ενώ το ακίνητό της αποτυπώνεται ορθά στο συνημμένο στην αγωγή Τ1 από Φεβρουαρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του Π.
Σ. , που συντάχθηκε βάσει του από Νοεμβρίου 1977 τοπογραφικού διαγράμματος Α. Γ. και επομένως το ακίνητό της τοποθετείται νοτιότερα σε σχέση με το εσφαλμένο τοπογραφικό του μηχανικού Χ. Β. . Σχετικά με τον ισχυρισμό της αυτό, που αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής της και θεμελιώνει την ένδικη διεκδικητική αγωγή, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Με το από 8-11-1977 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Γ. εμφαίνονται για πρώτη φορά τα δύο ακίνητα όπως χωρίστηκαν από τον πωλητή τους Δ. Π. και μεταβιβάστηκαν στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων Π. και Ε. Κ. . Το εν λόγω διάγραμμα δεν έχει εξάρτηση από το Κρατικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο συντεταγμένων, ούτε από κάποιο σταθερό σημείο και απεικονίζει τα ακίνητα με τους αριθμούς (1) και τα περιμετρικά στοιχεία ...
που πωλήθηκε στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, (2) με τα περιμετρικά στοιχεία Κ-... που πωλήθηκε στο δικαιοπάροχο του εναγομένου και (3) που πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Στο διάγραμμα αυτό δεν αποτυπώνονται ούτε τα ρέματα, ούτε κάποια άλλη λεπτομέρεια και αναγράφεται βορείως του ακινήτου ιδιοκτησία Δ. Π., ενώ απεικονίζεται η ακτογραμμή της θάλασσας, αλλά χωρίς ακρίβεια, δηλαδή σκαριφηματικά.
Περαιτέρω, στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Β. (που κατά την ενάγουσα είναι λανθασμένο), υπάρχει εξάρτηση από το Κρατικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο της ΓΥΣ στην προβολή Hatt, δεν αποτυπώνεται το ρέμα ή ο χάνδακας, αποτυπώνεται πρόχειρα η ακτογραμμή και μόνο οι ιδιοκτησίες της ενάγουσας και η No 3 του προηγούμενου διαγράμματος και μέρος της ιδιοκτησίας του εναγομένου, ενώ στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α.
Κ. υπάρχει εξάρτηση από το Κρατικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο της ΓΥΣ στην προβολή Hatt, αποτυπώνονται οι ιδιοκτησίες των διαδίκων και η Νο3 ιδιοκτησία, είναι υψομετρικό και επιπεδομετρικό, αποτυπώνει με ακρίβεια τα ρέματα. Εκτός των άνω τοπογραφικών διαγραμμάτων που επισυνάπτονται στα συμβόλαια των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους, σημαντικό τοπογραφικό διάγραμμα είναι το από Ιανουαρίου 2005 διάγραμμα καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας των πολιτικών μηχανικών Ν.
Γ. και Ν. Μ., το οποίο έχει εξάρτηση από το Κρατικό Τριγωνομετρικό Δίκτυο της ΓΥΣ στην Προβολή ΕΓΣΑ 87, απεικονίζει με λεπτομέρεια την ακτογραμμή, τα δύο ρέματα βόρεια του ακινήτου της ενάγουσας και νότια της ιδιοκτησίας του εναγομένου και τον μανδρότοιχο. Εξάλλου, σημαντικά έγγραφα για τη διερεύνηση της υπόθεσης αποτελούν οι αεροφωτογραφίες και πιο συγκεκριμένα η λήψη 9-1-1979 και η λήψη 27-7-2006.
Στην πρώτη αεροφωτογραφία του 1979, που είναι η πλησιέστερη χρονικά στα συμβόλαια των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, εμφαίνονται τα ακίνητα των διαδίκων, μέρος των οποίων είναι σπαρμένο, η ακτογραμμή, αλλά και ένα τμήμα της κοίτης του χειμάρρου να περιλαμβάνεται εντός του ακινήτου της ενάγουσας. Η αυτή απεικόνιση υπάρχει και στην αεροφωτογραφία του 2006, όπου εμφανίζεται η ακτογραμμή και ένα μέρος του ρέματος εντός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ενώ τμήμα του ρέματος εκτός της ιδιοκτησίας της.
Οι αεροφωτογραφίες είναι σημαντικές λόγω της απεικόνισης τόσο της ακτογραμμής, όσο και του αναγλύφου της περιοχής, απεικονίζοντας αναλυτικά τα ρέματα και κυρίως το ρέμα βορείως του ακινήτου της ενάγουσας, ώστε να εντοπιστούν τα όριά του. Ομοίως, σημαντικό στοιχείο για τη διερεύνηση της υπόθεσης αποτελεί η 48/1994 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων της Νομαρχίας Κυκλάδων, στην οποία τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, εμβαδού 1.934 τμ αποτελεί δασική έκταση, αλλά και η 61/3-1-1999 αίτηση του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Π.
Κ. προς τη Δ/νση Δασών Κυκλάδων, με την οποία γνωρίζοντας την άνω απόφαση 48/1994, ζήτησε βεβαίωση ότι το μέρος του ακινήτου του, εμβαδού 1.934 τμ που έχει χαρακτηριστεί ως δασική έκταση, δεν έχει καταστραφεί από πυρκαγιά. Από τα ανωτέρω έγγραφα πλήρως προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας σαφώς γνώριζε και αποδεχόταν ότι μέρος του ρέματος (αυτό είναι η δασική έκταση) διέρχεται μέσα από το ακίνητό του, όπως άλλωστε προκύπτει και από τις αεροφωτογραφίες της περιοχής.
Έτσι με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και κυρίως με γνώμονα την ορθή ακτογραμμή της περιοχής που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, αλλά και με τη θέση του ρέματος, που ομοίως δεν αμφισβητείται, προκύπτει ότι το ακίνητο της ενάγουσας περιλαμβάνει μέρος της κοίτης του χειμάρρου, που έχει χαρακτηριστεί ως δασική έκταση, με βάση την 48/1994 τελεσίδικη απόφαση της Α/θμιας ΕΕΔΑ Νομού Κυκλάδων, εμβαδού 1.934 τμ, το ρέμα ρέει με κατεύθυνση από νοτιοανατολικά προς βορειοδυτικά, το ρέμα τέμνει το βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ο σημερινός μανδρότοιχος του βορείου τμήματος της ιδιοκτησίας του εναγομένου αποτελεί το όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων, ενώ ο εναγόμενος ουδεμία έκταση της ενάγουσας έχει καταλάβει.
Τα ανωτέρω πλήρως προκύπτουν από την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Σ. , σε συνδυασμό με την γνωμοδότηση του τοπογράφου μηχανικού Α. Η. , ο οποίος επιπλέον έλαβε υπόψη το απόσπασμα της πινακίδος της ΓΥΣ 7558.3/1983, από την οποία ομοίως προκύπτει το ανάγλυφο της περιοχής. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.
Σ. , ο οποίος ξεκινώντας από την περιγραφή του συμβολαίου ... , το οποίο ορίζει το βόρειο όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας να συνορεύει με ιδιοκτησία Δ. Π. και πέραν αυτής με χάνδακα, προσδιορίζει το ακίνητο της ενάγουσας νοτιότερα από το τοπογραφικό διάγραμμα του Χ. Β. και προσπαθώντας να αποτυπώσει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων με βάση το σχήμα και τα όριά τους, όπως είχαν αποτυπωθεί στο αρχικό σχεδιάγραμμα του Γ. , φθάνει στο παντελώς εσφαλμένο συμπέρασμα να αποτυπώνει τμήμα του ακινήτου του εναγομένου, εμβαδού 325 τμ εντός της θάλασσας, πράγμα αδύνατον και επιπλέον να αφαιρεί από το ακίνητο της ενάγουσας τμήμα της δασικής έκτασης (ρέματος) εμβαδού 1.934 τμ, το οποίο ο ίδιος ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε παραδεχθεί ότι υπάρχει εντός της ιδιοκτησίας του, με την ανωτέρω 61/1999 αίτησή του στη Δ/νση Δασών Κυκλάδων.
Έτσι, η τεχνική αυτή έκθεση και το σχεδιάγραμμα εμφανίζει ένα τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνει και την οικία του εναγομένου εντός του ακινήτου της ενάγουσας. Επιπλέον και οι τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Α. Ν. και Π. Μ. είναι ομοίως εσφαλμένες, καθόσον συμφωνούν πλήρως με την έκθεση και το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.
Σ. και αποτυπώνουν τμήμα του ακινήτου του εναγομένου εντός της θάλασσας. Ομοίως, το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Μ. , που προσαρτήθηκε στο ... συμβόλαιο κληρονομιάς των κληρονόμων Δ. Π. , δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, διότι πρόκειται για πρόχειρο σκαρίφημα, χωρίς να δείχνει το ανάγλυφο της περιοχής και έρχεται σε αντίθεση με το τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Γ. ως προς το σχεδιασμό της ακτογραμμής σε σχέση με το νότιο άκρο του ακινήτου του εναγομένου. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μάρτυρες Π. Π. , Ε. Κ. , Γ. Μ. και Α. Π. παραδέχονται ότι μεταξύ των δύο αδελφών Π. και Ε. Κ. περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε γίνει οριοθέτηση των δύο ακινήτων με πασσάλους, ενώ στον μηχανικό Χ.
Β. υπεδείχθησαν τα όρια από εκπρόσωπο της ενάγουσας, όπως ο ίδιος κατέθεσε, οι δε μάρτυρες Π. Π. και Γ. Μ. κατέθεσαν ευκρινώς ότι το ρέμα είναι φαρδύ πλάτους 10 έως 15 μέτρα και μέρος αυτού ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας. Οι καταθέσεις αυτές των μαρτύρων έρχονται σε ταύτιση και με την άνω αίτηση του Π.
Κ. προς τη Δ/νση Δασών Κυκλάδων, όπου δέχεται ότι εντός του ακινήτου του υπάρχει το ρέμα (δασική έκταση). Άλλωστε ακόμη και στο από Σεπτεμβρίου 2017 σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α. Ν. δεν εμφαίνεται ποια είναι η εδαφική λωρίδα ιδιοκτησίας Π., που παρεμβάλλεται μεταξύ ακινήτου ενάγουσας και ρέματος, ενώ αντίθετα σε όλες τις φωτογραφίες φαίνεται ρέμα πλάτους αρκετών μέτρων.
Ακόμη σημειώνεται ότι σχετικό σκαρίφημα της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων, που παρουσιάζει με κίτρινο χρώμα τη χορτολιβαδική έκταση και με πράσινο τη δασική έκταση δεν μπορεί να χρησιμεύσει για τη διάγνωση της διαφοράς, λόγω του πρόχειρου σχεδιασμού του και της λανθασμένης απεικόνισης του εμβαδού των ακινήτων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το τοπογραφικό διάγραμμα Μ. που συνόδευε την ... οικοδομική άδεια του εναγομένου, εμφανίζει μεν μία λωρίδα γης μεταξύ ιδιοκτησίας ενάγουσας και ρέματος, εμφανίζει όμως και το νότιο ρέμα εκτός του ακινήτου του εναγομένου, που όμως κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας είναι εντός του ακινήτου του.
Επομένως με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα το επίδικο τμήμα ακινήτου ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ουδέν τμήμα ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας κατέλαβε και δεν συντρέχει περίπτωση ερμηνείας της δήλωσης βούλησης του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Π. Κ. , σχετικά με το περιεχόμενό της, αφού αυτή ήταν απολύτως σαφής, θεωρώντας έγκυρη τη νεώτερη καταμέτρηση του ακινήτου και την αποτύπωσή του στο σχεδιάγραμμα του Χ.
Β. , δηλώνοντας παράλληλα ότι εντός της μεταβιβασθείσας έκτασης περιλαμβάνεται στη βόρεια πλευρά και ιδιωτική δασική έκταση 1.934 τμ. Επίσης, από το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Β. , που συνοδεύει την πράξη ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. για την παρακείμενη ιδιοκτησία της ... εμφαίνεται το ρέμα εντός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ενώ το από Νοεμβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν.
Μ. , στο οποίο απεικονίζεται η ευρύτερη ιδιοκτησία Δ. Π., δεν μπορεί να χρησιμεύσει για εντοπισμό των ορίων των ακινήτων των διαδίκων, αφού απεικονίζει σε πρόχειρο σκαρίφημα μόνο το ακίνητο του εναγομένου και την ακτογραμμή, επιπλέον δε από το ... συμβόλαιο που αποτελεί τον τίτλο ιδιοκτησία του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων δεν ορίζονται ευκρινώς οι διαστάσεις του όλου αρχικά ενιαίου ακινήτου, αφού αναγράφεται ότι αρχίζει από ρέμα προς βορρά και συνορεύει προς νότο με ρέμα, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί αν το νότιο ρέμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο του εναγομένου ή αποτελεί το όριό του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στα ... και ... συμβόλαια, με τα οποία οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων απέκτησαν τις ιδιοκτησίες τους, ο κοινός δικαιοπάροχός τους Δ. Π. ανέφερε ότι η μείζων έκταση που πωλούσε αποτελούταν κατά ένα μέρος από χέρσα έκταση που καλύπτεται από αραιή, πενιχρή και χαμηλή βλάστηση, μη επιδεικτική καλλιέργειας και από αγρούς καλλιεργούμενους και με τα άνω συμβόλαια χώρισε την έκτασή του σε δύο ίσα τμήματα των 8.000 τμ το καθένα, στα οποία ασφαλώς και περιλαμβανόταν στο κάθε τμήμα, καλλιεργούμενη έκταση και όχι μόνο χέρσο τμήμα μη δυνάμενο να καλλιεργηθεί, ήτοι το ωφέλιμο τμήμα χωρίστηκε στα δύο, σε δύο ίσα τμήματα, όπως ήταν και λογικό.
Αν όμως ληφθεί υπόψη η τεχνική έκθεση των μηχανικών Π. Σ. , Π. Μ. και Α. Ν. , τότε σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες που επισυνάπτονται στις ίδιες τις άνω τεχνικές εκθέσεις φαίνεται ότι το ακίνητο της ενάγουσας μετατοπιζόμενο νοτιότερα καταλαμβάνει όλο το καλλιεργούμενο τμήμα, ενώ το ακίνητο του εναγομένου μετατοπιζόμενο και αυτό με τη σειρά του νοτιότερα καταλαμβάνει μόνο χέρσα και δασική έκταση, ενώ ένα τμήμα του εμπίπτει εντός της θάλασσας.
Αξιοσημείωτο δε είναι ότι η ενάγουσα αν και επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, δεν προέβη, από κοινού με το δικαιοπάροχό της μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής σε διόρθωση του τίτλου κτήσης της, που θεμελιώνει τον παράγωγο τρόπο, ως προς τη θέση και τα όρια του μεταβιβαζόμενου σ' αυτή ακινήτου.
Είναι βέβαια αληθές ότι το ... συμβόλαιο (τίτλος δικαιοπαρόχου ενάγουσας) αναφέρει ως βόρειο όριο του ακινήτου ιδιοκτησία ιδίου πωλητού και πέραν αυτής χάνδακα (σημείο από το οποίο ξεκινά η όλη αντιδικία), πλην όμως ο χάνδακας δεν αφορά μια γραμμή, αλλά πρόκειται για ρέμα σημαντικού πλάτους, τμήμα του οποίου δεν υπάρχει εντός του ακινήτου της ενάγουσας.
Όμως, ανεξάρτητα από την παραδοχή του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ότι εντός του ακινήτου του υπάρχει δασική έκταση 1.934 τμ (εννοεί μόνο το ρέμα, αφού η υπόλοιπη έκταση είναι καλλιεργήσιμη, όπως προκύπτει και από τις φωτογραφίες και δεν αμφισβητείται), τυχόν μετατόπιση του ακινήτου της ενάγουσας προς νότο, μετατοπίζει προς νότο και το ίδιας έκτασης ακίνητο του εναγομένου, με αποτέλεσμα αυτό να έρχεται σε αντίθεση με το αρχικό σχεδιάγραμμα Γ., ως προς τη θέση του νοτίου τμήματος του ακινήτου του εναγομένου σε σχέση με την ακτογραμμή.
Ανακεφαλαιώνοντας τα ανωτέρω, κρίνεται ότι το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Β. είναι ορθό, αφού τα όριά του υποδείχθηκαν από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας, χωρίς να έχει μετατοπιστεί το ακίνητο βορειότερα, δεν απαιτείται ερμηνεία δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων στο συμβόλαιο κτήσης του ακινήτου από την ενάγουσα, αφού στο συμβόλαιο αυτό ρητώς ορίζεται ότι έχει γίνει νεότερη καταμέτρηση, που θεωρείται ορθοτέρα και μέρος του ακινήτου εμβαδού 1.934 τμ αποτελεί δασική έκταση, που αφορά μόνο το ρέμα (το υπόλοιπο είναι καλλιεργήσιμο), ότι το ακίνητο της ενάγουσας περιλαμβάνει μέρος του βόρειου ρέματος, όπως προκύπτει από την ανάλυση των άνω τεχνικών εκθέσεων των πολιτικών μηχανικών, ότι η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της για πολλά έτη δεν προέβησαν σε διόρθωση του τίτλου τους και ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στον τίτλο του εναγομένου, ο οποίος μετά την απόκτησή του το νέμεται και το κατέχει με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας όλες τις εμφανείς και προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, όπως ανέγερση μανδρότοιχου και κατοικίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στον εναγόμενο, ότι δεν υπάρχει ανάγκη ερμηνείας των άρθρων 173 και 200 ΑΚ του τίτλου της ενάγουσας, ότι είναι ορθό το σχεδιάγραμμα Β. , ότι η τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π. Σ. είναι εσφαλμένη τοποθετώντας το ακίνητο του εναγομένου νοτιότερα, ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε διόρθωση των τίτλων κτήσης, ότι το ρέμα είναι η δασική έκταση εμβαδού 1.934 τμ που ανήκει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, ότι ο μανδρότοιχος αποτελεί το όριο των ιδιοκτησιών και ότι η τεχνική έκθεση Σ.
είναι έγκυρη και πειστική, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των πέντε πρώτων λόγων έφεσης και των λόγων αντέφεσης, ενώ παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου έφεσης περί διαφυγόντος κέρδους της ενάγουσας, αφού τυχόν έρευνα διαφυγόντων κερδών προϋποθέτει κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου....".
Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο ότι η επίδικη έκταση των 2.660,20 τμ στη θέση "... " της νήσου ... δεν περιλαμβάνεται και δεν αποτελεί τμήμα του αναφερομένου ακινήτου 8.000 τμ της αναιρεσείουσας, όπως αυτή ισχυρίσθηκε με την παραπάνω, διεκδικητική της έκτασης αυτής, αγωγή της, αλλά, αντίθετα, ότι περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του όμορου, προς το νότο του ακινήτου της αναιρεσείουσας, ακινήτου του αναιρεσιβλήτου έκτασης 8.000 τμ, ότι το ακίνητο της αναιρεσείουσας συνορεύει προς βορρά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.
Π. και πέραν αυτής με χάνδακα και ότι ο χάνδακας αυτός δεν περιλαμβάνεται, λόγω εσφαλμένης υπόδειξης, κατά την αγορά του, των ορίων του, εντός του ακινήτου της αναιρεσείουσας, ενώ, αν τούτο, όπως αυτή ισχυρίσθηκε, συνέβαινε, θα έπρεπε, προκειμένου ο ανωτέρω χάνδακας να αποτελέσει το όριο του ακινήτου της, να μετατοπισθεί αυτό, όπως ζήτησε με την αγωγή της, νοτιότερα, εις βάρος του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, ήτοι με αντίστοιχη νοτιότερα μετατόπιση και αυτού, οπότε, λόγω των μετατοπίσεων αυτών, το επίδικο θα περιλαμβανόταν στο ακίνητό της.
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε το Εφετείο την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που, έχοντας δεχτεί τα ίδια, είχε απορρίψει ως αβάσιμη την παραπάνω αγωγή της. Σύμφωνα με αυτά, ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το προς βορρά όριο του ακινήτου της αναιρεσείουσας, ενόψει των παραδοχών της ως προς το περιεχόμενο "του τοπογραφικού διαγράμματος Μ.
που συνόδευε την ... οικοδομική άδεια του αναιρεσιβλήτου, των δυο αεροφωτογραφιών λήψης 9-1-1979 και 27-7-2006 και του ... τίτλου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με το λόγο αυτό προβάλλεται ανεπάρκεια και αντίφαση, όχι των αιτιολογιών της απόφασης, αλλά μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου αφενός και των όσων τα παραπάνω έγγραφα διαλαμβάνουν αφετέρου.
2. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται τότε για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Σύμφωνα με αυτά, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου του ... συμβολαίου, με το οποίο η αναιρεσείουσα απέκτησε το παραπάνω ακίνητό της, καθόσον δέχτηκε ότι σε αυτό περιέχει δήλωση του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Π. Κ. , ότι "εντός της μεταβιβασθείσας έκτασης περιλαμβάνεται στη βόρεια πλευρά και ιδιωτική δασική έκταση 1.934 τμ", ενώ δεν περιέχει τέτοια, ως προς τη βόρεια πλευρά, δήλωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας και το οικείο τμήμα εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η πιο πάνω δασική έκταση βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του ακινήτου της αναιρεσείουσας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μαζί με τα οποία συνεκτίμησε το επίμαχο συμβόλαιο.
3. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος κύριος λόγος αναίρεσης ως προς την παραμόρφωση του περιεχομένου των δύο παραπάνω αεροφωτογραφιών, με το να δεχτεί το Εφετείο ότι "εμφαίνονται σ' αυτές τα ακίνητα των διαδίκων", ενώ τούτο, ενόψει της φύσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, "που απεικονίζει μια συγκεκριμένη περιοχή και ουδόλως και ουδέποτε εμφανίζει ιδιοκτησίες", είναι αδύνατο.
Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι τα όσα παραπάνω φέρεται ότι δέχτηκε το Εφετείο ως προς τις δυο αεροφωτογραφίες, αποτελούν το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε από την ανάγνωση των εν λόγω αεροφωτογραφιών και το οποίο δεν συμπίπτει με εκείνο, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να συναγάγει. Σε κάθε περίπτωση, ο ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τα δυο παραπάνω σκέλη του, όπως και ο μοναδικός, από τον αριθ. 20 και όχι, όπως αναφέρεται, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο "δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον εάν οι αεροφωτογραφίες λήφθηκαν υπόψη όπως αρχήθεν παρήχθησαν ή, αντιθέτως, κατόπιν των διαγραμμίσεων και επισημάνσεων του αντιδίκου".
Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί, πρωτίστως, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε ειδικότερα παραπάνω, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο χάνδακας (ρέμα), για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω, βρίσκεται εντός του ακινήτου της αναιρεσείουσας, όπως και τη δασική υφή της έκτασής του, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, αλλά βάσει των λοιπών, κυρίως, αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ.
Β. και Π. Π. , τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει και στα λοιπά έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μαζί με τα οποία απλώς συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμόρφωσε.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2018 αίτηση και τον από 17-4-2019 πρόσθετο αυτής λόγο της εταιρείας με την επωνυμία "... " και έδρα τη …., για αναίρεση της 18/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ