Legislator Case Law & Legislation
240/2019 AI generated

Appeal dismissed; withdrawal of appeal against third defendant; appeal against first two defendants rejected due to free evaluation of evidence.

Case Number 240/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The appellant withdrew the appeal regarding the third defendant, resulting in the appeal being deemed not filed for that party. The appeal against the first two defendants was dismissed because the lower court's assessment of evidence and acceptance of facts were within its discretionary power. The Supreme Court held that the appellant's arguments regarding the evidentiary weight of expert reports were inadmissible as they challenged the court's free evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295 para. 1, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure; Articles 1923, 1929 of the Civil Code; Article 340 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of appeal renders it ineffective for the withdrawn defendant; appeals challenging the free evaluation of evidence or the weight assigned to equivalent documents are inadmissible.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal free evaluation of evidence inadmissible appeal civil procedure evidentiary weight supreme court judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295 para. 1, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1923, 1929 of the Civil Code
Article 95 of the Inheritance Law
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 12 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 240 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Δεκεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη Των αναιρεσίβλητων: 1.Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 2. Ι. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταμάτη Γρύλλη, 3. Α. χήρας Ε. Ν., το γένος Χ. Λ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2011 αγωγή των ήδη 1ου κκαι 2ου των αναιρεσίβλητων και την από 16-1-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 365/2015 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 3-10-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης, ως προς την 3η αναιρεσίβλητη και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έναρξη της εκδίκασης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφό της, με δήλωσή του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει να εφαρμοσθούν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 του ΚΠολΔ και να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάδικο αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923 και 1929 ΑΚ, προκύπτει ότι: α) ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της (κληρονομικό καταπίστευμα) σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), ενώ τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον τελευταίο (1923 παρ. 2 ΑΚ) και β) αν ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο και όρισε η κληρονομία ή ποσοστό της να διατηρηθεί στην οικογένειά του (οικογενειακό καταπίστευμα), θεωρούνται σε περίπτωση αμφιβολίας καταπιστευματοδόχοι, μετά το θάνατο του εγκατάστατου, όλα τα πρόσωπα που κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον διαθέτη, αν πέθαινε κατά το θάνατο του εγκατάστατου, ενώ για άλλους απώτερους συγγενείς του διαθέτη δεν ισχύει το οικογενειακό καταπίστευμα.

Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 ΕισΝΑΚ, και σε κληρονομικό ή οικογενειακό καταπίστευμα που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα. Αντίθετα, οι διατάξεις των άρθρων 1933 και 1936 ΑΚ που αφορούν την εγκατάσταση καταπιστευματοδόχου για την περίπτωση θανάτου άτεκνου κατιόντος και την ύπαρξη του τιμώμενου ως καταπιστευματοδόχου κατά τον χρόνο που επάγεται σ' αυτόν η κληρονομία, δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που ο διαθέτης πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλ' ισχύουν οι σχετικές με το καταπίστευμα διατάξεις των νομ. 67 και 69 παρ. 5

α) ποσοστά οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης ... έκτασης 2.103,74 τ.μ....,

β) ποσοστά από το ως άνω περιγραφόμενο οικόπεδο, μετά του εντός αυτού παλαιού κτίσματος, μετά των συστατικών, εξαρτημάτων και παραρτημάτων του, έκτασης 162,52 τ.μ....., γ) ποσοστά από το ως άνω περιγραφόμενο οικόπεδο, στην ίδια θέση, έκτασης 134,31 τ.μ.....,

δ) ποσοστά από ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης ...ς, έκτασης 3.674,35 τ.μ....,

ε) ποσοστά από ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης ...ς, έκτασης 1.788,66 τ.μ....

στ) ποσοστά από ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης ...ς, έκτασης 645,64 τ.μ....,

ζ) ποσοστά από αγρό ξηρικό στη θέση "...ι" εντός των ορίων της κτηματικής περιφέρειας της πόλης ...ς, εμβαδού 15 στρεμμάτων....,

η) ποσοστά από αγρό ξηρικό στη θέση "..." εντός των ορίων της κτηματικής περιφέρειας της πόλης ...ς, εμβαδού 15 στρεμμάτων.....,

θ) ποσοστά από αγρό ξηρικό στη θέση "..." εντός των ορίων της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ... του Δήμου ..., εμβαδού 5 στρεμμάτων.....,

ι) ποσοστά από αγρό ξηρικό στη θέση "..." εντός των ορίων της κτηματικής περιφέρειας της πόλης ...ς, εμβαδού 2 στρεμμάτων......,

κ) ποσοστά μιας ισογείου οικίας μετά των συστατικών, εξαρτημάτων και παραρτημάτων της και μετά του οικοπέδου της, έκτασης (οικοπέδου) 355 τμ. κείμενη εντός της πόλης ...ς. Τα ως άνω ακίνητα είχαν περιέλθει στον κληρονομούμενο (Κ. Λ.) κατά τα εξής ποσοστά:

α) τα υπό στοιχεία α, β, γ, η και θ ακίνητα:

I) κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) αδιαιρέτως από την εκ διαθήκης κληρονομία της αποβιωσάσης την 19.7.1967 αδελφής του Μ. Λ. του Δ. και της Β., στην κληρονομία της οποίας αυτός είχε υπεισέλθει άμα τη επαγωγή της και ουδέποτε αποποιήθηκε όσο ζούσε,

II) κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) αδιαιρέτως από την εκ διαθήκης κληρονομία του αποβιώσαντος την 29.5.1944 πατέρα του Δ. Λ. του Ι., κατοίκου εν ζωή ... και δυνάμει της δημοσιευθείσης την 23.7.1946 από το Πρωτοδικείο Τριπόλεως δημοσίας διαθήκης του, στην κληρονομία του οποίου αυτός είχε υπεισέλθει με πρόθεση και διάνοια κληρονόμου και κατέστη κληρονόμος άμα τη επαγωγή της και ουδέποτε αποποιήθηκε όσο ζούσε και

III) κατά το έτερο ποσοστό του ενός έκτου (1/6) αδιαιρέτως δυνάμει του υπ' αριθ. …98/13.1.1989 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Γ. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα....., από αγορά από την αδελφή του Α. σύζυγο Λ. Ε. το γένος Δ. και Β. Λ., προς την οποία τα ακίνητα αυτά είχαν περιέλθει κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του ενός έκτου (1/6) αδιαιρέτως από κληρονομία της μητέρας της Β. Δ. Λ. σύμφωνα με την υπ' αριθ. 10.170/1971 δημοσία διαθήκη του συμβολαιογράφου ... Α. Ζ., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 170/1982 πρακτικό του Πρωτοδικείου Τρίπολης την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμόν 7.797/13.1.1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ...ς Γ. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα.....,

β) τα υπό στοιχεία ζ και ι ακίνητα:

I) κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) αδιαιρέτως από την ως άνω εκ διαθήκης κληρονομία της αποβιωσάσης την 19.7.1967 αδελφής του Μ. Λ. του Δ. και της Β. και II) κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) αδιαιρέτως από την ως άνω εκ διαθήκης κληρονομία του αποβιώσαντος την 29.5.1944 πατέρα του Δ. Λ. του Ι., κατοίκου εν ζωή ... γ) τα υπό στοιχεία δ, ε και στ ακίνητα:

I) κατά ποσοστό ένα έκτο (1/6) αδιαιρέτως δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. …98/13.1.1989 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Γ. Δ., από αγορά από την αδελφή του Α. σύζυγο Λ. Ε. το γένος Δ. και Β. Λ., οικοκυρά, κάτοικο ... και

II) κατά το έτερο ποσοστό του ενός έκτου (1/6) αδιαιρέτως από την κληρονομία της μητέρας του, Β. Δ. Λ., την οποία αποδέχθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. …97/13.1.1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ...ς Γ. Δ. και δ) το υπό στοιχεία κ ακίνητο, ήτοι η ισόγεια οικία μετά του οικοπέδου της από την προαναφερόμενη κληρονομία της μητέρας του Β. Δ. Λ., την οποία αποδέχθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. …97/13.1.1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ως άνω συμβολαιογράφου ... Γ. Δ.. Συνακόλουθα και σύμφωνα..... με το ως άνω περιεχόμενο της διαθήκης του προαποβιώσαντος πατέρα (Δ. Λ.) του διαθέτη, Κ. Λ., τα αναφερόμενα στη διαθήκη του Δ. Λ. δεν συνιστούν καθολικό καταπίστευμα υπέρ των υπολοίπων τέκνων του, πλην του Χ. Λ., πατέρα των εναγόντων, αλλά αποτελούν απλή συμβουλή προς τους κληρονόμους του (σύζυγο και παιδιά του, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο διαθέτης τέκνο του, Κ. Λ.), μη δεσμευτική για αυτούς. Σημειώνεται ότι, τα ανωτέρω (περί απλής συμβουλής) δεν ισχύουν όσον αφορά τα ακίνητα (ποσοστό 1/6) υπό στοιχ. α, β, γ, η και θ, δ, ε και στ, τα οποία κατά το πιο πάνω ποσοστό περιήλθαν στην κυριότητα του αποβιώσαντος δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου πώλησης, που ήδη αναφέρεται, από αγορά από την αδελφή του Α. Λ..

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν την κρινόμενη αγωγή, που αφορά την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι καλούνται στην κληρονομία του αποβιώσαντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος πατέρα τους, Χ.

Λ.. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Κ. Κ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 66/2006 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε επί της από 24.05.2005 αγωγής των Χ.

Λ. και Β.-Ε. Π., χήρας και υιοθετημένης κόρης του προαποβιώσαντος αδελφού του παραπάνω διαθέτη, Γ. Λ., που είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της ως ιδιόγραφης διαθήκης κατά των τότε εναγομένων Δ. Δ. του Χ. και Α. Γ. του Ε. (εναγόμενος και προσεπικαλούμενη-εφεσίβλητοι στην υπό κρίση υπόθεση), στην από 22.2.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε σύμφωνα με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, αναφέρει ότι η από 6.8.1996 διαθήκη φέρει μεν τα χαρακτηριστικά τις γνήσιας γραφής του Κ.

Λ., πλην όμως παρουσιάζει διαφορετική φυσιογνωμία γραφής. Επιπλέον, στη γραφή της διαθήκης δεν εμφανίζονται τα αναμενόμενα για την ηλικία του διαθέτη (γεννηθέντος το έτος 1922) γραφολογικά χαρακτηριστικά γεροντικής γραφής. Τα γραφολογικά ευρήματα οδηγούν στην εκτίμηση ότι η γραφή της υπό έλεγχο διαθήκης δεν έχει χαραχθεί από τον φερόμενο ως διαθέτη Κ.

Λ.. Χαρακτηριστικά δε, αναφέρεται στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι: "...η διαφορετική αυτή φυσιογνωμία γραφής που εμφανίζεται στις λέξεις του κειμένου της διαθήκης οφείλεται στην απομιμητική προσπάθεια ετέρου προσώπου που προσπαθεί να αποδώσει με το χέρι του ξένο γραφικό χαρακτήρα, εν προκειμένω του Κ.

Λ., αλλά συγχρόνως και στον εθισμό του χεριού σε διαφορετικό φυσικό γραφικό χαρακτήρα ήτοι στον έλεγχο και στην αντίσταση να αποτυπωθεί ο προσωπικός χαρακτήρας του γραφικού φορέα που αποτελεί την απομίμηση της γραφής...". Είναι βέβαια αληθές, ότι η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης εκφράζει την εκτίμηση αυτή σε βαθμό πιθανολόγησης, λόγω μη ανεύρεσης συγκριτικού υλικού με γραφή του φερομένου ως διαθέτη με μικρά γράμματα, αναμφισβήτητης γνησιότητας και πλησιόχρονο της υπό έλεγχο διαθήκης.

Όμως, όσον αφορά την υπογραφή, η παρουσία ασύνδετου τμήματος μεταξύ του καμπυλόγραμμου σχηματισμού, που δεν ανευρέθη σε καμία υπογραφή του Κ. Λ. στο συγκριτικό υλικό, καθώς και ο τονισμός στο γράμμα όμικρον που ουδέποτε εντοπίσθηκε σε γνήσιες αναμφισβήτητες υπογραφές του, οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στη διαθήκη δεν έχει χαραχθεί από αυτόν αλλά από άλλο πρόσωπο.

Αυτά τα δύο ευρήματα (η παρουσία ασύνδετου τμήματος μεταξύ του καμπυλόγραμμου σχηματισμού καθώς και ο τονισμός στο γράμμα όμικρον που ουδέποτε εντοπίσθηκε σε γνήσιες αναμφισβήτητες υπογραφές του), οδηγούν στην εκτίμηση, σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω πραγματογνωμοσύνη, ότι η υπογραφή "περιέχει" στοιχεία ξένα από αυτά που χαρακτηρίζουν τη δομή των γνήσιων υπογραφών, που κατά συνέπεια αυτά εμφανίστηκαν στην προσπάθεια απομιμήσεως της υπογραφής του Κ.

Λ. από τρίτο άγνωστο πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό στην προσπάθεια του να απομιμηθεί τη γνήσια υπογραφή του διαθέτη αθέλητα άφησε προδοτικά ίχνη της πράξεώς του, αφ' ενός λόγω αδυναμίας του να απομιμηθεί με απόλυτη πιστότητα τη γνήσια υπογραφή του Κ. Λ., αφετέρου δε λόγω αδυναμίας του να αποποιηθεί παντελώς τον τυπογραφικό του τύπο.

Επομένως, εφόσον έστω η υπογραφή προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν έχει χαραχθεί από τον φερόμενο ως διαθέτη, η εν λόγω διαθήκη στο σύνολο της είναι άκυρη (άρθρο 1721 ΑΚ), ανεξαρτήτως της χαράξεως και του κειμένου αυτής από τον ίδιο ή μη. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις από 20.1.2008 και 6.12.2004 ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις της γραφολόγου Μ.

Μ. Κ.. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον διαθέτη, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων Μ.

Κ., Μ. Μ. και Χ. Τ., οι οποίες αναλώνονται κατά βάση σε κριτική της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς μάλιστα να ερευνούν περισσότερα συγκριτικά δείγματα γραφής από όσα είχε στη διάθεση του ο διορισθείς πραγματογνώμονας και εμμένουν στην άποψή τους ότι η επίδικη διαθήκη είναι έγκυρη, επειδή έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Κ.

Λ., χωρίς όμως να αιτιολογούν και να τεκμηριώνουν την άποψη τους αυτή, απορριπτόμενου σχετικού λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου, σύμφωνα με τον οποίο η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της τις πιο πάνω τεχνικές εκθέσεις, τις οποίες, εάν τις ελάμβανε υπόψη, θα οδηγείτο στην απόρριψη της αγωγής. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο κακώς η εκκαλουμένη δεν διόρισε νέο πραγματογνώμονα προς διενέργεια δεύτερης πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι η υπογραφή στην ένδικη διαθήκη, δεν έχει τεθεί από το χέρι του διαθέτη Κ.

Λ., αλλά από άλλο πρόσωπο και είναι προϊόν ελεύθερης απομιμήσεως. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος και αντίστοιχο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι, το επίδικο δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί η σχετική αξίωση τους, διότι γνώριζαν την ύπαρξη της ανοιγείσας από τη Β.

Λ. δίκης ήδη το 2005 και δεν άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση και επιπροσθέτως διότι ο δικηγόρος τους υπήρξε πληρεξούσιος της καθ' ης η προσεπίκληση κατά τη σύνταξη της με αριθμό …8/17.4.2008 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. Τ. - Λ., αναφέρονται τα εξής: Ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου κατά το πρώτο σκέλος του (καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων), τυγχάνει αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί απορριπτόμενου και του αντίστοιχου λόγου έφεσης.

Κατά δε, το δεύτερο σκέλος του (γνώση της ανοιγείσας από τη Β. Λ. δίκης ήδη από το 2005), οποίος εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο ως ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης (άρθρο 116 ΚΠολΔ) και όχι ως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), είναι μη νόμιμος, απορριπτόμενου και του αντίστοιχου λόγου έφεσης, διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν άγουν στην απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής, αφού η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 116 ΚΠολΔ, δεν επισύρει τέτοια κύρωση.

Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κρινόμενη αγωγή και αναγνώρισε ότι η από 6.8.1996 ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη, Κ. Λ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 308/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 118/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου είναι άκυρη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και κατά συνέπεια αβάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος- εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης του, η οποία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, α) δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1933 και 1936 ΑΚ, οι οποίες δεν έχουν πεδίο εφαρμογής, ως εκ του χρόνου θανάτου του Δ. Λ. (29-5-1944), δηλονότι πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων, κατά το σχετικό σκέλος του, πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, β) δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1923 και 1929 ΑΚ, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η κληρονομιαία περιουσία του διαθέτη Κ.

Λ. δεν απετελείτο εξ ολοκλήρου από την πατρική του περιουσία, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί κληρονομικού καταπιστεύματος που όρισε στη διαθήκη του ο δικαιοπάροχος πατέρας του Δ. Λ., αλλά και από αγορά άλλων ακινήτων, στην οποία προέβη ο ίδιος (Κ. Λ.), ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλεται, γ) δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, μόνη η φερόμενη ως επιδειχθείσα εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων αδράνεια και η μη παρέμβασή τους σε προηγούμενη, μεταξύ άλλων εν μέρει διαδίκων, δίκη, με αντικείμενο την ακυρότητα της προσβληθείσας διαθήκης, χωρίς τη συνδρομή , προσθέτως, μη αναφερομένων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων από την προηγηθείσα συμπεριφορά τούτων (αναιρεσιβλήτων), δεν δύναται να επιστηρίξει λόγο καταχρηστικής άσκησης της αγωγής τους με το ίδιο αντικείμενο, ενώ δεν μπορεί να αποτελέσει τέτοιο λόγο το γεγονός ότι ο δικηγόρος των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων υπήρξε δικηγόρος της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά τη σύνταξη της με αριθμό ...8/17-4-2008 πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α.

Τ.-Λ., ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και δ) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη χάραξης της υπογραφής του Κ.

Λ. από τον ίδιο, αλλά από άλλο πρόσωπο, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 309/2018).

Με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προσέδωσε, κατ' ορθή εκτίμησή του, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην από 22-2-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Κ.

Κ., η οποία συντάχθηκε με αφορμή άλλη προηγηθείσα δίκη, και απαξίωσε την αποδεικτική δύναμη των προσκομισθεισών ιδιωτικών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των γραφολόγων Μ. Κ., Μ. Μ. και Χ. Τ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, τη μεν έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως δικαστικό τεκμήριο, τις δε ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις ως έγγραφα, χωρίς να προσδώσει μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην πρώτη και μικρότερη στις λοιπές.

Συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από από 3-10-2017 αίτηση του Δ. Δ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 365/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ