240/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated240/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .
Full text
Απόφαση 240 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 240/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2)Μ. Α. του Γ., συζ. Κ. Β., κατοίκου ..., 3)α. Ε. χήρας Ζ. Α., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., β. Α. συζ. Ι. Δ., το γένος Ζ. Α., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ζ. Α. του Γ., 4) Ε. Π. του Π., χήρας Ε. Α., κατοίκου ..., 5)Ε. Α. του Ε., κατοίκου ..., 6)Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αδαμάντιο Αρετάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσείων απεβίωσε, την 17-2-2016, όπως προκύπτει από την ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ΔΕ Γαζίου Δ. Μαλεβιζίου Ηρακλείου Κρήτης και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι του α. Κ.-Ί. Σ. του Ά., χήρα Α. Α., β. Γ. Α. του Α., γ.Ν. Α. του Α. κατοίκων ... και δ.Ι. Α. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Α. του Κ. 2)Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Νταντάμη 3)Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξομοιούται κατά τη διάταξη αρθ.75 του κν 2190/1920 λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ... ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, με έδρα την … νομίμως εκπροσωπούμενη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 4)Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Ν. συζ. Ε. Δ. το γένος Ι. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μεντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2002 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 18/2015 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-9-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της, επί δε πλειστηριασμού η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι αφορά ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1002 παρ. 1α, 1003 και 1005 παρ. 1 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1192 αρ. 2 και 1198 ΑΚ.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως επί ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτόν κληρονομία, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, με τη δε μεταγραφή θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο ή κληροδόχο η κυριότητα από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, η δε αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξεως αποδοχής της κληρονομίας δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
‘ Ασκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων, είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η φύλαξη, η οριοθέτηση και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή της, καθώς και η καταβολή του οικείου φόρου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Οι αφανείς πράξεις της συντάξεως τοπογραφικών διαγραμμάτων, εγγραφής προσημειώσεων, υποθηκών και κατασχέσεων, εφόσον δεν συνδυάζονται με εμφανείς υλικές πράξεις δεν συνιστούν πράξεις νομής.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους.
Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και χωρίς αμφιβολίες τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται (διατυπώνεται) με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Προσέτι τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση ή στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές της αποφάσεως, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση, των ενώπιόν του, με επίκληση νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και των παρεπομένων παρεμπιπτουσών αγωγών αποζημιώσεως που άσκησαν οι ενάγοντες δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατά των προσεπικληθέντων τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και οι τελευταίοι κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, οι οποίοι (παρεμπιπτόντως εναγόμενοι) είχαν προσεπικληθεί από τους ενάγοντες και τους προσεπικληθέντες παρεμπιπτόντως εναγομένους αντίστοιχα και είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση αντίστοιχα υπέρ αυτών που τους προσεπικάλεσαν και προσέτι η Τράπεζα υπέρ των εναγόντων-δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 740,49 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Χανίων, στο υπ’ ... Οικοδομικό Τετράγωνο, και ειδικότερα επί της οδού ... (πρώην ...) και πρώην ..., συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά μήκους 31,84 μέτρων με διάβαση πλάτους 2,50 μ., νότια σε πλευρά συνολικού μήκους 26,28 μέτρων (ήτοι, 11,19 μ. + 15,09 μ.) με ιδιοκτησίες Δ.
Α. και Κ. Β., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά συνολικού μήκους 26,01 μέτρων (ήτοι, 12,93 μ.+13,08 μ.) με την οδό ... και δυτικά σε πλευρά μήκους 26,38 μέτρων με την οδό ... πλάτους 10 μέτρων. Το εν λόγω ακίνητο, όπως περιγράφεται παραπάνω, έχει αποτυπωθεί στο με χρονολογία Ιούνιος 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου μηχανικού δομικών έργων Ι.
Ι. Δ. που προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. .../17-12-1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου- Ανδρουλάκη περί του οποίου γίνεται λόγος στη συνέχεια. Στο σχεδιάγραμμα αυτό το ακίνητο εμφαίνεται περικλειόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α οι δε πλευρές του έχουν αποτυπωθεί με τα στοιχεία Α-Β η βόρεια, Ζ-Ε-Δ η νότια, Β-Γ-Δ η ανατολική και Α-Ζ η δυτική.
Όπως συνομολογείται από όλα τα διάδικα μέρη, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του υπ’ ... κληροτεμάχιου (δενδρόκηπου) του εποικιστικού αγροκτήματος ... του …, εμβαδού 1.780 τ.μ., το οποίο περιήλθε στον Α. Δ. Ν. του Γ. με την οριστική διανομή που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../4-12-1937 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Φ.Ε.Κ.
Β’ 269/17-12-1937) και ειδικότερα με τον υπ’ αριθμ. .../30-8-1956 τίτλο κυριότητας (παραχωρητήριο) του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 29-10-1956 (τόμος …, α.μ. ...). Σύμφωνα με τον παραπάνω τίτλο κτήσης, το εν λόγω κληροτεμάχιο περιείχε 4 ελαιόδενδρα και 40 οπωροφόρα δένδρα και συνόρευε βόρεια και ανατολικά με δρόμο ανταλλαξίμων, νότια με ξένη ιδιοκτησία και με το υπ’ ...
κληροτεμάχιο και νοτιοδυτικά με ξένη ιδιοκτησία. Κατά το χρόνο που εκδόθηκε το προαναφερόμενο παραχωρητήριο, ήταν ήδη σε ισχύ το σχέδιο πόλης των Χανίων (β.δ. 16-10-1946, Φ.Ε.Κ. Α’ 335/1946), που προέβλεπε τη διάνοιξη της οδού ... (προέκταση της τότε οδού ...), η οποία αποτελεί το δυτικό όριο του επιδίκου ακινήτου και διασχίζει από βορρά προς νότο το παραπάνω κληροτεμάχιο με αποτέλεσμα το δυτικό μικρότερο τμήμα του, εμβαδού περίπου 245 τ.μ., να περιέχεται στο Οικοδομικό Τετράγωνο …, δηλαδή εκτός του επίδικου ακινήτου, και το ανατολικό μεγαλύτερο τμήμα του να περιέχεται στο Οικοδομικό Τετράγωνο …, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ενώ μεταξύ των δύο αυτών Οικοδομικών Τετραγώνων βρίσκεται το σημαντικό σε έκταση ρυμοτομούμενο τμήμα που καταλαμβάνει σήμερα η οδός ... (περίπου 378 τ.μ.).
Πριν παρέλθει μήνας από τη μεταγραφή του προαναφερόμενου παραχωρητήριου, ο κληρούχος Α. Δ., κατόπιν της χορηγηθείσης σ’ αυτόν άδειας, δυνάμει της υπ’ .../5-11-1956 απόφασης του Νομάρχη Χανίων, μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Κ. Β. του Γ. και στη σύζυγό του Ε. το γένος Σ. Τ., ποσοστό 222,75/1780 εξ αδιαιρέτου από το παραπάνω κληροτεμάχιο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../20-11-1956 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων στις 23-11-1956 (Τόμος …, α.μ. ...).
Με το ίδιο συμβόλαιο συμφωνήθηκε ότι το μεταβιβασθέν ποσοστό συγκυριότητας αντιστοιχεί στο νοτιοανατολικό τμήμα του κληροτεμαχίου (νοτιοανατολική γωνία αυτού), εμβαδού 222,75 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια και δυτικά με το υπόλοιπο τμήμα του, ανατολικά με ιδιωτική οδό (δρόμο των ανταλλαξίμων) και νότια με ιδιοκτησία Μ.
και ότι οι αγοραστές θα έχουν δικαίωμα νομής μόνο σ’ αυτό το τμήμα, παραιτούμενοι έτσι από οποιοδήποτε δικαίωμα νομής τους επί του υπολοίπου ακινήτου. Πράγματι, οι αγοραστές, από το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου, υλοποιώντας την προαναφερόμενη συμφωνία, περιορίσθηκαν δια της εγκαταστάσεως και νομής τους στο διακεκριμένο αυτό τμήμα των 222,75 τ.μ., με το οποίο συνορεύει εν μέρει προς νότον το επίδικο ακίνητο και μάλιστα, μεταβίβασαν αυτό στη συνέχεια (μετά την άσκηση της αγωγής) στο Γ.
Π. του Γ., με το υπ’ αριθμ. .../18-3-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Ευαγγελίας Γεωργακάκη -Τσοντάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων στις 14-4-2003 (τόμος ..., α.μ. ...). Ο Α. Δ. εξάλλου, πριν την απόκτηση του προαναφερόμενου τίτλου κυριότητας, είχε καταρτίσει ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Κ.
Τ., την υπ’ αριθμ. .../25-10-1951 δημόσια διαθήκη με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. το γένος Ν. Λ. και τη θετή θυγατέρα του Γ. Δ.. Ειδικότερα, στη σύζυγό του άφησε ένα ανώγειο δωμάτιο, το ένα τρίτο μιας κουζίνας και του χωλ από τη διώροφη οικία που βρίσκεται στη συνοικία ... της πόλεως των Χανίων η οποία συνορεύει γύρωθεν με ανταλλάξιμα κτήματα και στη θετή θυγατέρα του άφησε μια ισόγειο νεόκτιστη οικία αποτελούμενη από δύο δωμάτια και μια ημιτελή κουζίνα κείμενη στην ίδια ως άνω τοποθεσία και συνορευόμενη νοτίως με ιδιοκτησία Η.
Μ., δυτικά με δημόσια οδό και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία του ίδιου (διαθέτη). Σε όλη την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του εγκατέστησε με την ίδια διαθήκη ως κληροδόχο του το Γ. Α. του Ε.. Το ακίνητο που άφησε στη σύζυγό του βρίσκεται εκτός του υπ’ ... κληροτεμάχιου και συνεπώς, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενώ το ακίνητο που άφησε στη θετή θυγατέρα του Γ.
Δ. βρίσκεται μεν στη νοτιοδυτική γωνία αυτού (του κληροτεμάχιου) πλην όμως, εκτός του επιδίκου ακινήτου, όπως συνομολογείται από όλα τα διάδικα μέρη. Το μερίδιο αυτό της Γ. Δ. καταλαμβάνει μια πολύ μικρή έκταση σύμφωνα με το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 1/1988 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 7-5-1975 ανακοπή του άρθρου 936 του Κ.Πολ.Δ.
την οποία άσκησε η Χ. σύζυγος Π. Δ. κατά της "... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." και του Γ. Α., ισχυριζόμενη ότι το ακίνητο που είχε κληρονομήσει η Γ. Δ. και πώλησε στη συνέχεια σ’ αυτήν δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-3-1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Δημητρίου Μπαλωμενάκη, είχε έκταση 376,55 τ.μ. και περιλαμβανόταν στο ακίνητο που, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, κατάσχεσε η "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." στις 27-3-1975. Στις 13-1-1959 εξάλλου, απεβίωσε ο Α. Δ. και η διαθήκη του δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Χανίων κατά τη συνεδρίασή του της 21-5-1959, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. 28/1959 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου. Κατά το χρόνο του θανάτου του, στην κληρονομιαία περιουσία του περιλαμβανόταν και το υπόλοιπο του προαναφερόμενου κληροτεμαχίου το οποίο αποδέχθηκε ο τετιμημένος με τη διαθήκη Γ.
Α. δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../20-11-1959 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Κ. Τ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων στις 30-11-1959 (τόμος …, α.μ. ...). Στην προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως ένας αμπελόκηπος κείμενος στη συνοικία ..., εις ..., στην πάροδο της οδού ... (ήδη οδός ...), εμπεριέχων 4 ελαιόδενδρα, μια συκιά και 2 πορτοκαλιές, συνορεύων βόρεια με ιδιωτική πάροδο, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
Α., νότια με ιδιοκτησία Η. Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Κ.. Η προαναφερόμενη περιγραφή έγινε από το Γ. Α. κατ’ εκτίμηση και με τρόπο εμπειρικό, αφού δεν βασίσθηκε σε κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα και γι’ αυτό η έκταση του ακινήτου υπολογίσθηκε απ’ αυτόν κατά προσέγγιση μετά την αφαίρεση από το αρχικό εμβαδόν του κληροτεμάχιου (1780 τ.μ.) του τμήματος που είχε μεταβιβάσει κατά τα προαναφερθέντα ο δικαιοπάροχός του στο ζεύγος Β.
και του ρυμοτομούμενου τμήματος που καταλάμβανε κατά τους δικούς του υπολογισμούς η μη διανοιχθείσα μέχρι τότε οδός .... Το γεγονός ότι ο Γ. Α.ς περιέγραψε αφενός ως ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του το ακίνητο της Μ. Α. και όχι το δρόμο των ανταλλαξίμων (ήδη, οδός ...) ο οποίος μεσολαβεί μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών και αφετέρου ως δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του το ακίνητο Κ.
χωρίς να αναφέρει την οδό ... (τότε, οδός ... ή πάροδος ...) η οποία, όπως προαναφέρεται, χώριζε την ιδιοκτησία του σε δύο μέρη, ουδόλως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός περιέλαβε στο ακίνητό του και τους παραπάνω δρόμους, αφού παρά την ατελή περιγραφή του (σημειωτέον ότι και κατά την περιγραφή του νοτίου και του ανατολικού ορίου δεν αναφέρει την ιδιοκτησία Β.), τελικώς αποδέχθηκε ακίνητο μικρότερης έκτασης από την πραγματική.
Στις 29-6-1966, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/1966 Πράξη Αναλογισμού της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Χανίων, που αφορούσε τη διάνοιξη των οδών ... και ... με την οποία θεσπίσθηκαν μεταβολές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του προαναφερόμενου δυτικού τμήματος του ακινήτου Γ. Α. εμβαδού 245 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται εκτός του επιδίκου ακινήτου και δη, στο υπ’ ...
Οικοδομικό Τετράγωνο, δυτικά της οδού .... Συγκεκριμένα, μ’ αυτήν προβλέφθηκε η προσκύρωση ενός μέρους του τμήματος αυτού, εμβαδού 70,70 τ.μ., στην όμορη προς δυσμάς ιδιοκτησία της Α. Μ. Κ. το γένος Γ. Κ. και η δημιουργία συνιδιοκτησίας (εξ αδιαιρέτου) με τη συνένωση του υπολοίπου μέρους του με το όμορο προς βορράν ακίνητο ιδιοκτησίας Α..
Η προσκύρωση υλοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε το έτος 1969, αφού έλαβαν χώρα η είσπραξη της σχετικής αποζημίωσης από το Γ. Α. και η απαιτούμενη μεταγραφή στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων. Το έτος 1968, ο Γ. Α., ο οποίος σημειωτέον, γνώριζε όλους τους πολεοδομικούς περιορισμούς στους οποίους υπέκειτο το ακίνητό του, μεταβίβασε λόγω προίκας στο γαμβρό του Κ.
Β. του Α., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../30-6-1968 προικοσύμφωνου του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων (τόμος …, α.μ. ...), το νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου του, το οποίο σύμφωνα με την περιγραφή που γίνεται στο παραπάνω συμβόλαιο, έχει έκταση 184,50 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια με το υπόλοιπο ακίνητό του, νότια με ιδιοκτησία Η. Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Β. και δυτικά με μέλλουσα δημοτική οδό πλάτους 10 μέτρων, μη διανοιχθείσα εισέτι (ήδη, οδός ...). Η αναφορά αυτή της μέλλουσας δημοτικής οδού, όπου σήμερα βρίσκεται η οδός ..., ως δυτικού ορίου του μεταβιβασθέντος ακινήτου, ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι ο Γ.
Α.ς δεν είχε συμπεριλάβει στην αποδοχή της κληρονομίας του Α. Δ. και το ρυμοτομούμενο από την οδό ... τμήμα του κληροτεμάχιου. Το παραπάνω προικώο ακίνητο εξάλλου, με το οποίο συνορεύει εν μέρει προς νότον το επίδικο ακίνητο, μετά την κατάργηση της προίκας, μεταβιβάσθηκε από τη θυγατέρα του Γ. Α., Μ. σύζυγο Κ.
Β., στον Π. Κ. του Ι. ο οποίος με τη σειρά του τo μεταβίβασε κατά κυριότητα στη Δ. Α. (υπ’ αριθμ. .../1983 και .../1994 πωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Χ. Σ. και Κ. Δ. αντίστοιχα). Στο ακίνητο αυτό μάλιστα, περιλαμβάνεται και η μικρή έκταση που καταλάμβανε η προαναφερόμενη νεόκτιστη οικία των δύο δωματίων και της ημιτελούς κουζίνας στην οποία ο Α.
Δ. είχε εγκαταστήσει ως κληρονόμο του με την ως άνω δημόσια διαθήκη του τη θετή θυγατέρα του Γ. Δ.. Κατόπιν των ανωτέρω, η "καθαρή" ιδιοκτησία που απέμεινε στο Γ. Α. από το αρχικό κληροτεμάχιο των 1780 τ.μ., δηλαδή το ελεύθερο ρυμοτομίας ή άλλης πολεοδομικής τακτοποίησης ακίνητό του, περιορίσθηκε σε ένα τμήμα συνορευόμενο βόρεια με τον υφιστάμενο μέχρι σήμερα δρόμο των ανταλλάξιμων πλάτους 2,50 μέτρων, νότια με τα προπεριγραφέντα ακίνητα της θυγατέρας του Μ.
συζύγου Κ. Β. (μετέπειτα, Δέσποινας Αλεξάνδρου) και των Κ. και Ε. Β., ανατολικά με το δρόμο των ανταλλαξίμων τον οποίο καταλαμβάνει σήμερα η οδός ... (εγκριθείσα ως δρόμος του σχεδίου πόλεως με την .../31-10-2002 απόφαση του Νομάρχη Χανίων - Φ.Ε.Κ. Δ’ 995/14-11-2002) και δυτικά με την οδό ... (ήδη οδός ...). Το παραπάνω "καθαρό" ακίνητο κατάσχεσε ο Ό.
Α. του Α., ενυπόθηκος δανειστής του Γ. Α., δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../14-8-1973 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Ν. Β., προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής του για την οποία είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 222/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Κατά την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης ήταν παρών και ο οφειλέτης και κύριος του ακινήτου Γ.
Α.ς, ο οποίος μάλιστα συνυπέγραψε και την προαναφερόμενη έκθεση με την οποία το κατασχεθέν περιγράφεται ως ένα οικόπεδο έκτασης 660,86 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Χανίων, εντός του σχεδίου πόλεως και επί της ... ... ή ... (ήδη, οδός ...), συνορευόμενο ανατολικώς με ιδιοκτησία Μ. χήρας Ε. Α., δυτικώς με ιδιοκτησία Α.
χήρας Ι. Κ., βορείως με ιδιωτική πάροδο και νοτίως με κληρονόμους Α. Ν., όπως τούτο εμφαινόταν στο επισυναφθέν στην κατασχετήρια έκθεση υπό χρονολογία 14-8-1973 σχεδιάγραμμα του υπομηχανικού Χανίων Σ. Τ.. Παρότι το σχεδιάγραμμα αυτό δεν προσκομίζεται, διότι οι διάδικοι δηλώνουν αδυναμία ανεύρεσής του, κατέστη βέβαιο από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων ότι το ακίνητο που κατασχέθηκε είναι το προπεριγραφέν "καθαρό" ακίνητο που απέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα του Γ.
Α., ως τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου των 1780 τ.μ.. Η έκταση του ακινήτου αυτού, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, δηλαδή μετά την αφαίρεση από το εμβαδόν του αρχικού κληροτεμαχίου του εμβαδού των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν στο ζεύγος Β. και στο ζεύγος Β., του τμήματος που βρίσκεται στο υπ’ ... Οικοδομικό Τετράγωνο του οποίου μεταβλήθηκε πολεοδομικώς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, και του τμήματος που καταλαμβάνει η οδός ..., προκύπτει ότι ήταν 749,75 τ.μ. (ήτοι, 1780 τ.μ. - (184,50 τ.μ. + 222,75 τ.μ. + 245 τ.μ. + 378 τ.μ.) = 749,75 τ.μ.).
Συνεπώς, το κατασχεθέν ακίνητο είχε μεγαλύτερο εμβαδόν από αυτό των 660,86 τ.μ. που αναφέρεται στην κατασχετήρια έκθεση, διαφορά η οποία οφείλεται στην εσφαλμένη καταμέτρησή του από τον προαναφερόμενο υπομηχανικό. Στις 17-10-1973, διενεργήθηκε με επίσπευση του Ό. Α., ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Α.
Τ., αναγκαστικός πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου κατά τον οποίο αυτό κατακυρώθηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", ως τελευταία υπερθεματίστρια. Αυτή, αφού κατέβαλε το πλειστηρίασμα, έλαβε από τον προαναφερόμενο υπάλληλο του πλειστηριασμού την υπ’ αριθμ. .../17-10-1973 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης η οποία μετεγράφη με επιμέλειά της στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 2-11-1973 (τόμος …, α.μ. ...).
Στη συνέχεια, απέβαλε από το ακίνητο το μέχρι τότε νομέα του Γ. Α. και εγκαταστάθηκε σ’ αυτό η ίδια, συνταχθείσης σχετικά της υπ’ αριθμ. …./20-11-1973 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Ν. Β., η οποία μετεγράφη στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 13-12-1973 (τόμος …, α.μ....).
Από τότε, το κατακυρωθέν ακίνητο τέθηκε κατά τρόπο σταθερό και διαρκή στη διάθεση της παραπάνω Τράπεζας η οποία το νεμήθηκε με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι είχε καταστεί κυρία αυτού δυνάμει του προαναφερόμενου πλειστηριασμού, για χρονικό διάστημα υπερβαίνον τη δεκαετία αλλά και την εικοσαετία, με τις τακτικές επισκέψεις που πραγματοποιούσαν σ’ αυτό οι εντεταλμένοι υπάλληλοί της και με την εποπτεία του, προς αποφυγή καταπάτησής του από οποιονδήποτε τρίτο και έτσι, κατέστη κύρια του ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Σημειώνεται εδώ, ότι στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της "... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." έχει υπεισέλθει από τον Απρίλιο του έτους 2000, η προσθέτως παρεμβαίνουσα "... Α.Ε." στην οποία συγχωνεύθηκε η προηγούμενη με απορρόφησή της κατόπιν και της υπ’ αριθμ. ...25-4-2000 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 2590/26-4-2000 Φ.Ε.Κ., τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. Το έτος 1997, μετά από δημόσια ανακοίνωση της πρόθεσης της Τράπεζας να πουλήσει το παραπάνω ακίνητο, εκδηλώθηκε ενδιαφέρον αγοράς του από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες Δ. Κ. και Ν. Τ.. Αφού ολοκληρώθηκαν οι σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και συντάχθηκε με επιμέλειά τους το προαναφερόμενο από Ιούνιο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι.
Δ., οπότε και βρέθηκε ότι η ακριβής επιφάνεια του ως άνω κατασχεθέντος και εκπληστηριασθέντος ακινήτου ανέρχεται σε 740,49 τ.μ., καταρτίσθηκε το υπ’ αριθμ. .../17-12-1997 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Διονυσίας Πρίνου με το οποίο η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." μεταβίβασε την κυριότητα του ακινήτου στους παραπάνω προσθέτως παρεμβαίνοντες και συγκεκριμένα, στο μεν Δ.
Κ. κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου στη δε Ν. Τ. κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Το ως άνω συμβόλαιο μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 19-12-1997 (τόμος ..., α.μ. ...). Σ’ αυτό, το μεταβιβασθέν ακίνητο περιγράφεται πλέον ορθά, σε πλήρη ταύτιση με την παραπάνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου και με αναφορά στο προαναφερόμενο συνημμένο στο συμβόλαιο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι.
Δ., ως έχον έκταση 740,49 τ.μ. και συνορεύον βόρεια με διάβαση πλάτους 2,50 μέτρων (πρώην δρόμο των ανταλλαξίμων), νότια με ιδιοκτησίες Δ. Α. και Κ. Β., ανατολικά με την οδό ... (πρώην δρόμο των ανταλλαξίμων) και δυτικά με την οδό ... πλάτους 10 μέτρων. Από την κατάρτιση του συμβολαίου η πωλήτρια Τράπεζα μεταβίβασε τη νομή του ακινήτου στους αγοραστές οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό και έκτοτε το νεμήθηκαν με τον ίδιο τρόπο που το νεμόταν μέχρι τότε η δικαιοπάροχός τους, με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι κατέστησαν συγκύριοί του κατά τα ως άνω αναφερόμενα.
Μάλιστα, στην προκειμένη περίπτωση, η πεποίθηση αυτή των αγοραστών ήταν ιδιαίτερα αυξημένη ως εκ της ενδελεχούς έρευνας που έκαναν στους τίτλους του ακινήτου, της αξιοπιστίας που περιβάλλει κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές το πρόσωπο της πωλήτριας τραπεζικής εταιρείας, του τρόπου με τον οποίο είχε αποκτήσει αυτή το ακίνητο και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει από τότε (24 έτη), χωρίς ποτέ κανείς να αμφισβητήσει τη νομή και την κυριότητά της επ’ αυτού.
Οι ανωτέρω αγόρασαν το ακίνητο προκειμένου να το αξιοποιήσουν δια της ανέγερσης σ’ αυτό οικοδομής, πλην όμως, οι διαπραγματεύσεις τους με τον εργολάβο ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει το συγκεκριμένο έργο απέτυχαν και έτσι, αποφάσισαν να το πωλήσουν. Τότε εμφανίσθηκαν οι ενάγοντες ως ενδιαφερόμενοι για την αγορά του και μετά ταύτα, οι Δ.
Κ. και Ν. Τ. μεταβίβασαν το ακίνητο σ’ αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../20-1-1998 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Τσουρουπάκη- Μπέζα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων στις 18-2-1998 (τόμος ..., α.μ. ...). Στο παραπάνω συμβόλαιο, κατά την περιγραφή του ακινήτου, η οποία είναι ίδια ακριβώς με αυτή του προηγούμενου τίτλου των άμεσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, γίνεται αναφορά στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι.
Δ.. Από την κατάρτιση του τελευταίου συμβολαίου οι πωλητές μεταβίβασαν τη νομή του ακινήτου στους ενάγοντες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό και έκτοτε το νέμονται με καλή πίστη, έχοντας και αυτοί την ίδια δικαιολογημένη πεποίθηση που είχαν και οι δικαιοπάροχοί τους ότι κατέστησαν συγκύριοί του με τον τρόπο που προαναφέρεται.
Ειδικότερα, αυτοί νέμονται το ακίνητο με τον τρόπο που αρμόζει στη φύση και στον προορισμό του, με τις επισκέψεις του σ’ αυτό και με την επίβλεψή του και μάλιστα, διαπραγματεύθηκαν την πώλησή του στη "Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων" η οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την αγορά του. Επιπλέον, έχουν δηλώσει το δικαίωμα συγκυριότητάς τους σ’ αυτό στο Εθνικό Κτηματολόγιο, όπου είναι καταχωρημένο το ακίνητό τους με Κ.Α.Ε.Κ. ....
Ο Γ. Α. εξάλλου, απεβίωσε στις 12-7-1984 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την σύζυγό του Α. Α., η οποία απεβίωσε στις 29-4-1992, και τα τέκνα του Α., Ζ., Μ. και Ε. Α.. Ο τελευταίος απεβίωσε την 21-12-2000 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε. και τα τέκνα του Ε. και Α.. Ο Ζ. Α., όπως προαναφέρεται, απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής, στις 15-12-2003 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Ε.
Α. και τη θυγατέρα του Α. Α.. Όλα τα παραπάνω εν ζωή πρόσωπα είναι οι ήδη εναγόμενοι οι οποίοι προβάλλουν δικαιώματα συγκυριότητας, έκαστος ανάλογα με την κληρονομική του μερίδα, επί ενός τμήματος του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 405,52 τ.μ., με αιτία την κληρονομική διαδοχή αλλά και την χρησικτησία. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι το τμήμα αυτό δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που κατασχέθηκε από τον Ό.
Α. και κατακυρώθηκε με τον πλειστηριασμό στην "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", διότι ο Ό. Α. κατάσχεσε ένα μέρος μόνο του επιδίκου ακινήτου και επομένως, το υπόλοιπο μέρος αυτού το οποίο αρχικά υπολογίσθηκε σε 484,25 τ. μ. και μετά από νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση βρέθηκε να έχει εμβαδόν 405,52 τ.μ., περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Γ.
Α. η οποία περιήλθε στους ίδιους και την αποδέχθηκαν άλλοι εξ αυτών ως κληρονόμοι του και άλλοι ως κληρονόμοι των κληρονόμων του, δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../16-5-2001 και .../20-9-2004 δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αργυρώς Σπαχή-Πολυχρονάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ισχυρίζονται επίσης οι εναγόμενοι, προς ενίσχυση των ανωτέρω, ότι το τμήμα επί του οποίου προβάλλουν δικαιώματα συγκυριότητας το είχε κατασχέσει δύο φορές, χωρίς όμως να επακολουθήσει πλειστηριασμός του, η "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", προς ικανοποίηση απαιτήσεών της κατά του Γ. Α., δυνάμει των υπ’ αριθμ. ...27-3-1975 και ...21-6-1999 εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Χανίων Ν. Β. και Ι. Β. -Σ., αντίστοιχα. Όμως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά παραπάνω, το επίδικο ακίνητο, δηλαδή αυτό που αγόρασαν οι ενάγοντες από τους Δ.
Κ. και Ν. Τ., ταυτίζεται πλήρως με αυτό που κατασχέθηκε από τον Ό. Α. και κατακυρώθηκε στη συνέχεια στην "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Επομένως, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων περί του ότι το τμήμα του επιδίκου των 405,52 τ.μ. δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (βλ.
Κ. Παπαδόπουλου "Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου", εκδ. 1989, παρ. 113), δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η άποψη της "... Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", την οποία αναπαράγουν οι εναγόμενοι, δηλαδή ότι στην κυριότητα του Γ. Α. απέμεινε εντός του ήδη επίδικου ακινήτου εδαφικό τμήμα εμβαδού 484,25 τ.μ., το οποίο κατάσχεσε αυτή κατ’ επανάληψη, ήταν εσφαλμένη και βασίζεται στην αυθαίρετη μετατόπιση από την ίδια του κατακυρωθέντος στην "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ακινήτου επί εκτάσεων του αρχικού κληροτεμαχίου που δεν είχαν κατασχεθεί από τον Ό. Α. ούτε είχαν εκτεθεί στον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε. Ειδικότερα, δεν υφίσταται καμία ένδειξη η οποία να συνηγορεί υπέρ των ισχυρισμών αυτών των εναγομένων, ότι δηλαδή το ακίνητο που κατασχέθηκε ταυτίζεται μόνο εν μέρει με το επίδικο ακίνητο, καθώς αποτελείται σε συνέχεια, από το βορειοδυτικό τμήμα του κληροτεμαχίου που βρίσκεται δυτικά της οδού ..., στο υπ’ ...
Οικοδομικό Τετράγωνο, το οποίο συνενώθηκε με την ιδιοκτησία Α., από τμήμα της οδού ..., από τμήμα του προαναφερόμενου "καθαρού" ακινήτου του Γ. Α. (επίδικου) και από τμήμα του προς ανατολάς δρόμου των ανταλλαξίμων (ήδη, οδός ...). Σημειωτέον, ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης (αλλά και μέχρι σήμερα), το προπεριγραφέν "καθαρό" ακίνητο του Γ.
Α. αποτελούσε μια ενιαία ακάλυπτη ιδιοκτησία (οικόπεδο), όμοιας μορφολογίας σε όλη την έκτασή της, μη διαχωριζόμενη στο εσωτερικό της από κάποια περίφραξη ή άλλα ορόσημα και σαφώς διακρινόμενη και οριοθετούμενη από τους δρόμους των ανταλλαξίμων, από την οδό ... (τότε ...), η οποία είχε ήδη διανοιχθεί, και από τις οικίες που είχαν ανεγερθεί στα ακίνητα Β.
και Β..
Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να κατασχεθούν, ούτε εκ παραδρομής, αντί της "καθαρής" αυτής ιδιοκτησίας του Γ. Α., οι προαναφερόμενοι δρόμοι - έστω και αν για την οδό ... δεν είχαν καταβληθεί οι απαιτούμενες αποζημιώσεις - καθώς και το ακίνητο που βρίσκεται δυτικά της οδού ..., στο διπλανό του επίδικου Οικοδομικό Τετράγωνο, στο οποίο είχε επιβληθεί ο πολεοδομικός περιορισμός της συνένωσής του με την ιδιοκτησία Α.
και της δημιουργίας καθεστώτος συγκυριότητας επί του ενιαίου ακινήτου που θα προέκυπτε κατ’ αυτό τον τρόπο. Είναι γεγονός βέβαια, ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου στην κατασχετήρια έκθεση ήταν ατελής και πρόχειρη, διότι ενώ αναγράφεται ότι αυτό βρίσκεται στην οδό ... (ήδη, ...), υποδηλώνοντας έτσι ότι έχει πρόσοψη σ’ αυτήν, δεν αναφέρεται ως όριο (δυτικό) του ακινήτου η εν λόγω οδός, ένθεν και ένθεν της οποίας βρίσκονται δύο διαφορετικά οικοδομικά τετράγωνα (δυτικά το 358 και ανατολικά το 359 όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο), αλλά η δυτικώς αυτής κείμενη ιδιοκτησία της Α.
χήρας Ι. Κ.. Εξ αυτής της εσφαλμένης περιγραφής πάντως, ουδόλως εξάγεται το συμπέρασμα ότι κατασχέθηκε από τον Ό. Α. και στη συνέχεια εκτέθηκε στον πλειστηριασμό και το τμήμα που καταλάμβανε η οδός ... ή το δυτικώς αυτής κείμενο τμήμα που συνενώθηκε με την ιδιοκτησία Α. το οποίο άλλωστε, σ’ αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να είχε περιγραφεί ξεχωριστά από το υπόλοιπο ακίνητο, αφού δεν βρίσκεται σε συνέχεια μ’ αυτό (μεσολαβεί μεταξύ τους το μη κατασχεθέν τμήμα της οδού ...) και επιπλέον, θα έπρεπε να αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει εν μέρει δυτικώς και με ιδιοκτησία Ρ. (βλ.
σελ. 25 της προσκομιζόμενης από τους εναγόμενους τεχνικής έκθεσης του Σ. Π.). Περαιτέρω, εάν το κατασχεθέν ακίνητο ήταν αυτό που περιγράφουν οι εναγόμενοι, θα έπρεπε να αναφέρεται ότι συνορεύει νότια με το προαναφερόμενο τμήμα των 70,70 τ.μ. που είχε προσκυρωθεί στην ιδιοκτησία της Α. Κ. (όπου κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης είχε ανεγερθεί ήδη οικοδομή δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...1969 οικοδομικής άδειας), με την οδό ...
και με το υπόλοιπο του "καθαρού" ακινήτου του Γ. Α., εμβαδού 405,52 τ.μ., επί του οποίου προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι εναγόμενοι. Όμως, στην κατασχετήρια έκθεση αναφέρεται ότι το κατασχεθέν ακίνητο συνορεύει νότια μόνο με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ν., πράγμα που σημαίνει ότι δεν περιελάμβανε τα προς δυσμάς αυτού τμήματα που αναφέρουν οι εναγόμενοι.
Επίσης, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του νοτίως του κατασχεθέντος κείμενου ακινήτου ήταν ασαφές για τους τρίτους, λαμβανομένης υπόψη και της δυσχέρειας εντοπισμού εντός αυτού της θέσης του ακινήτου που κληρονόμησε η Γ. Δ.. Έτσι, η μόνη βέβαιη γνώση που είχαν τότε οι τρίτοι ήταν ότι το ακίνητο που βρισκόταν νότια του κατασχεθέντος αποτελούσε τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου που ανήκε στον Α.
Δ. και μετά το θάνατό του περιήλθε στους κληρονόμους του. Δεν συνηθίζεται άλλωστε σε ανάλογες περιπτώσεις περιγραφής ακινήτων να γίνεται ενδελεχής έρευνα περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που διέπει τις γειτονικές ιδιοκτησίες. Υπό τις άνω εκτιμήσεις εξηγείται και το σφάλμα στην περιγραφή του κατασχεθέντος που συνίσταται στην αναφορά ότι αυτό συνόρευε νότια με ακίνητο που ανήκε στους κληρονόμους του Α.
Δ., ενώ αυτό ανήκε κατά το δυτικό τμήμα του στο ζεύγος Β. και κατά το ανατολικό τμήμα του στο ζεύγος Β.. Πάντως, το γεγονός ότι στην εν λόγω κατασχετήρια έκθεση (υπ’ αριθμ. .../1973), την οποία μάλιστα συνυπέγραψε ο Γ. Α.ς, δεν αναφέρεται ότι το ακίνητο που κατασχέθηκε συνόρευε προς νότον με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ιδίου ενισχύει την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι αυτός δεν είχε εκεί άλλη ιδιοκτησία και ότι το προς νότον όριο του κατασχεθέντος ήταν τα προαναφερόμενα συνεχόμενα ακίνητα του ζεύγους Β.
και του ζεύγους Β.. Περαιτέρω, στην κατασχετήρια έκθεση αναφέρεται εσφαλμένα ως ανατολικό όριο του κατασχεθέντος ακινήτου η ιδιοκτησία της Μ. χήρας Ε. Α. αντί του δρόμου των ανταλλαξίμων (ήδη, οδός ...), πράγμα που δικαιολογείται από το γεγονός ότι το ακίνητο φαινόταν ενωμένο με το ακίνητο της Μ.ς χήρας Ε.
Α., διότι ο δρόμος αυτός δεν είχε διανοιχθεί. Σε καμία περίπτωση πάντως, δεν συνάγεται εξ αυτού του σφάλματος το συμπέρασμα ότι κατασχέθηκε και τμήμα του δρόμου των ανταλλαξίμων, αφού αυτός δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό κληροτεμάχιο και συνεπώς, δεν περιήλθε στην κυριότητα του καθ’ ου η εκτέλεση Γ. Α. ο οποίος άλλωστε ούτε τον είχε καταπατήσει ούτε τον είχε συμπεριλάβει στη δήλωση αποδοχής του κληροδοτηθέντος σ’ αυτόν ακινήτου του Α.
Δ.. Εξάλλου, ο δρόμος αυτός εξυπηρετούσε μόνο την ιδιοκτησία της Μ. Α., αδελφής της συζύγου του Γ. Α., η οποία είχε εκεί το σπίτι της και δεν άφηνε κανένα να καταλάβει το δρόμο. Κατ’ ακολουθία, η "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." κατάσχεσε - όπως πιο πάνω αναφέρεται - κατά τα έτη 1975 και 1999, ακίνητο το οποίο δεν ανήκε στον οφειλέτη της.
Περαιτέρω, ο Γ. Α., από το χρόνο της κατακύρωσης του επίδικου ακινήτου στην "... Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε." και έπειτα, ουδέποτε διεκδίκησε ή ισχυρίσθηκε ότι του ανήκει το τμήμα στο οποίο προβάλλουν ήδη δικαιώματα συγκυριότητας οι εναγόμενοι, μετά δε και την προαναφερόμενη αποβολή του από το επίδικο ακίνητο στις 20-11-1973, κατά την οποία μάλιστα ήταν παρών, ουδέποτε άσκησε κάποια πράξη νομής σ’ αυτό και βεβαίως, ούτε περιέφραξε ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο οριοθέτησε κάποιο τμήμα του, διότι γνώριζε ότι δεν είχε επ’ αυτού πλέον κανένα δικαίωμα.
Την ίδια συμπεριφορά μ’ αυτόν επέδειξαν και οι κληρονόμοι του (εναγόμενοι) οι οποίοι επίσης, δεν άσκησαν καμία διακατοχική πράξη στο επίδικο ακίνητο, προχώρησαν δε στην κατάρτιση της παραπάνω υπ’ αριθμ. .../16-5-2001 συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του μόνο 17 έτη μετά το θάνατό του και αφού προηγουμένως κατάρτισαν με την "...
Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." το από 14-5-2001 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τους με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ τους η εξάλειψη των προσημειώσεων, των υποθηκών και της τελευταίας κατασχέσεως που είχε επιβάλει η Τράπεζα (η παλαιότερη είχε αρθεί ήδη). Δεν συνιστούν εξάλλου πράξεις υλικής εξουσίασης του ακινήτου εκ μέρους του Γ.
Α. και των κληρονόμων του οι εγγραφές από την "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." προσημειώσεων και υποθηκών ούτε η επιβολή απ’ αυτήν κατασχέσεων στο τμήμα των 484,25 τ.μ. στο οποίο - σημειωτέον - ουδέποτε βρέθηκαν αυτοί από τους συντάξαντες τις σχετικές κατασχετήριες εκθέσεις επιμελητές. Επιπλέον, ο Γ. Α. και οι κληρονόμοι του δεν είχαν εμφανισθεί ούτε στη δίκη που ανοίχθηκε με την προαναφερόμενη ανακοπή της Χ.
Δ., η οποία μέχρι την τελεσίδικη περάτωσή της, διήρκεσε 13 έτη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά το χρόνο του θανάτου του Γ. Α., το τμήμα του επίδικου ακινήτου των 484,25 τ.μ. (ή όσης έκτασης βρέθηκε αυτό μετά από νεώτερη καταμέτρηση κατά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων) δεν συμπεριλαμβανόταν στα περιουσιακά του στοιχεία, ώστε να περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής στους εναγόμενους, οι οποίοι άλλωστε δεν απέκτησαν αυτό ούτε με χρησικτησία, αφού ουδέποτε το νεμήθηκαν.
Υπό τις άνω παραδοχές, αποδείχθηκε πλήρως ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, καθώς απέκτησαν αυτό τόσο με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με την αγορά του από τους προηγούμενους κυρίους του, Δ. Κ. και Ν. Τ., όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), δια της προσμέτρησης του δικού τους χρόνου νομής στο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν δικαστική προστασία, διότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, ισχυριζόμενοι ότι ένα τμήμα αυτού ανήκει στους ίδιους και μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντα των εναγόντων. Σημειώνεται επίσης, ότι το έννομο συμφέρον των εναγόντων αφορά το δικαίωμά τους επί όλου του επίδικου ακινήτου, αφού αυτό αποτελεί μία ενιαία και αυτοτελή ιδιοκτησία και συνεπώς, δεν είναι απαράδεκτη η αγωγή επειδή η αμφισβήτηση των εναγομένων εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του επίδικου ακινήτου ούτε ήταν υποχρεωμένοι οι ενάγοντες να περιγράψουν το τμήμα αυτό στην αγωγή τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης ("...
Α.Ε."). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις τρεις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την κύρια αγωγή και τις πρόσθετες υπέρ των εναγόντων παρεμβάσεις και είχε δεχθεί εν μέρει τις παρεμπίπτουσες αγωγές και την πρόσθετη υπέρ των παρεμπιπτόντως εναγομένων τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων παρέμβαση της τρίτης αναιρεσίβλητης δίκασε εκ νέου την αγωγή και την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ δέχθηκε τις πρόσθετες παρεμβάσεις και απέρριψε τις σωρευόμενες παρεμπίπτουσες, περί αποζημιώσεως αγωγές.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας, ενόψει του ότι στην απόφασή του, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν στο πρόσωπο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων-εναγόντων οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου, επιφάνειας 740,49 τμ παραγώγως με αγορά, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιοι και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους προσεπικληθέντες προσθέτως παρεμβάντες εναγόμενοι, το νεμήθηκαν με τα οικεία προσόντα, ενώ στο αμφισβητούμενης κυριότητας από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες εδαφικό τμήμα του επίδικου, επιφανείας 405,52 τμ οι τελευταίοι και οι δικαιοπάροχοί τους δεν έχουν από το 1973 που το επίδικο (των 740,49 τμ) περιήλθε στην απορροφηθείσα από την τρίτη αναιρεσίβλητη "...
Τράπεζα" (ως υπερθεματίστρια σε πλειστηριασμό που διενεργήθηκε εις βάρος του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Γ. Α.) διενεργήσει οποιαδήποτε εμφανή πράξη νομής. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αποκτήσεως της συγκυριότητας του επιφανείας 740,49 τμ επιδίκου από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες, με αγορά του 1998 από τους τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (προσεπικληθέντων-προσθέτως παρεμβάντων-παρεμπιπτόντως εναγομένων), οι οποίοι είχαν καταστεί συγκύριοι με αγορά από την "...
Τράπεζα", που το είχε αποκτήσει, ως υπερθεματίστρια, κατά την εις βάρος του Γ. Α. διενεργηθείσα το 1973 αναγκαστική εκτέλεση, στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει από το 2000 η τρίτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα (προσεπικληθείσα-προσθέτως παρεμβάσα-παρεμπιπτόντως εναγομένη), το δε ακίνητο τούτο είναι εκείνο που απέμεινε στην κυριότητα του εν λόγω Γ.
Α. από το αρχικό ακίνητο των 1780 τμ που παραχωρήθηκε στον εκ διαθήκης δικαιοπάροχό του Α. Δ., μετά την αφαίρεση των 245 τμ που λόγω ρυμοτομίας συμπεριλήφθηκε σε άλλο οικοδομικό τετράγωνο και κατά ένα μέρος προσκυρώθηκε και κατά άλλο συνενώθηκε με γειτονικές ιδιοκτησίες (Α. Κ. και Α. αντίστοιχα), 378 τμ, που επίσης, λόγω ρυμοτομίας, κατέλαβε η οδός ..., 222,75 τμ που πουλήθηκε από τον εν λόγω δικαιοπάροχο (Α.
Δ.) στον Κ. Β. και τη σύζυγό του Ε. και 184,50 τμ που λόγω προίκας ο Γ. Α. μεταβίβασε στην κόρη του, τούτο δε (ακίνητο) κατά την προαναφερθείσα επιφάνειά του των 740,49 τμ αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα, είναι δε εκείνο που με δημόσιο πλειστηριασμό μεταβιβάστηκε, ενόψει των περιγραφομένων ορίων του στην προαναφερθείσα υπερθεματίστρια Τράπεζα παρά το ότι στην κατασχετήρια έκθεση φέρεται, λόγω εσφαλμένης καταμέτρησης, να έχει επιφάνεια 660,86 τμ.
Το ακίνητο αυτό οι ενάγοντες το απέκτησαν και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους το νεμήθηκαν με τα οικεία προσόντα για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, αλλά και της εικοσαετίας, ενώ αντίστοιχα οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους δεν απέκτησαν την κυριότητα του αμφισβητουμένου εδαφικού τμήματος του επιδίκου, αφού τούτο δεν ανήκε στην κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1984 δικαιοπαρόχου τους Γ.
Δ., την οποία το 2001 και 2004 αποδέχθηκαν, ούτε άσκησαν σ’ αυτό πράξεις νομής, αφού οι επικαλούμενες εγγραφές από τρίτους προσημειώσεων υποθηκών και κατασχέσεων, εφόσον δεν συνδυάζονται με άλλες εμφανείς πράξεις δεν συνιστούν πράξεις νομής. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλουμένων και προαναφερθεισών διατάξεων.
Ενόψει τούτων οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και κατά τα πέντε σκέλη του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων, ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την επιφάνεια του ακινήτου που περιήλθε στην κυριότητα του Γ.
Α. και συνακόλουθα στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και στους εναγομένους αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν σε ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση των αποδειχθέντων οι οποίες δεν ιδρύουν τους επικαλούμενους λόγους, ενώ οι αιτιάσεις για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων είναι απαράδεκτες, αφού τα επιχειρήματα δεν συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αιτιολογίες, ώστε να ελέγχονται με τον ερευνώμενο λόγο του 559 αρ. 19, εξ ετέρου δε οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων, κατά τις οποίες από τα αποδεικτικά μέσα προέκυπτε διαφορετικό πόρισμα από το εξαχθέν, αφορούν σε κακή εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι λόγοι (2ο σκέλος πρώτου λόγου και δεύτερος λόγος και κατά τα πέντε σκέλη του) πρέπει να απορριφθούν. Επειδή κατά το άρθρο 558 αρ. 8 εδ. β του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επαναφερθείσα σ’ αυτό με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, ένσταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων περί ιδίας κυριότητος επί εδαφικού τμήματος του ενδίκου ακινήτου επιφανείας 484,25 τμ.
Κατά την συνιστώσα κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων-εναγομένων εν λόγω ένσταση αυτοί κατέστησαν κύριοι του προαναφερθέντος εδαφικού τμήματος από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 12.7.1984 Γ. Α. και κατά τις ειδικότερα εκτιθέμενες διακρίσεις και ποσοστά, την οποία κληρονομιά, καθώς και την προσδιοριζομένη κληρονομιά των κληρονόμων τους αποδέχθηκαν και μετέγραψαν το 2001 και το 2004 και ότι ο δικαιοπάροχός τους είχε απαιτήσει την κυριότητα αυτή από εκ διαθήκης νομίμως γενομένη αποδεκτή και μεταγραμμένη κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 13.1.1959 Α.
Ν., που είχε καταστεί κύριος με νόμιμα μεταγεγραμμένο παραχωρητήριο του 1956. Ότι εκτός του λόγω κληρονομικής διαδοχής παραγώγου αυτού τρόπου κτήσεως κυριότητας, οι εναγόμενοι κατέστησαν κύριοι και με τακτική χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν το ακίνητο με καλή πίστη και με τους επικαλουμένους τίτλους για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, αλλά και με έκτακτη αφού το νέμονται για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετεί την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, γιατί οι επίμαχοι ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν και δη τόσο κατά το μέρος που ως αναφερόμενοι σε παράγωγο τρόπο, από κληρονομική διαδοχή, κτήση κυριότητος και σε πρωτότυπο τρόπο από τακτική χρησικτησία συνιστούσαν ένσταση, ήτοι πράγμα, υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όσο και κατά το μέρος που ως αναφερόμενοι σε έκτακτη χρησικτησία συνιστούσαν άρνηση, αφού τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά ταυτίζονται χρονικά με εκείνα της αγωγής και δεν ελέγχονται με την ερευνώμενη διάταξη.
Ειδικότερα έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος από εξ αδιαθέτου κληρονομιά των αναιρεσειόντων-εναγομένων Γ. Α.ς κατά το χρόνο του θανάτου του στις 12.7.1984 δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου των 740,49 τμ, που περιελάμβανε και το αμφισβητούμενο από τους εναγομένους εδαφικό τμήμα των 484,25 τμ και κατά νεώτερη καταμέτρηση 405,52 τμ, αφού τούτο είχε αποκτηθεί από το 1973 από την "...
Τράπεζα ΑΕ", ως υπερθεματίστρια σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε εις βάρος του και ότι συνακόλουθα οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι του, δεν μπορούσαν να απαιτήσουν ακίνητο που δεν περιλαμβανόταν στην κληρονομιά του, το οποίο ούτε με τακτική χρησικτησία με τους επικαλούμενους τίτλους αποδοχής του 2001 και του 2004 το απέκτησαν, αφού δεν άσκησαν σ’ αυτό πράξεις νομής, καθόσον οι επικαλούμενες ενέργειες-κατασχέσεις, προσημειώσεις, υποθήκες- δεν συνιστούν εμφανείς πράξεις νομής και προσέτι ούτε και με έκτακτη λόγω της μη ασκήσεως πράξεων νομής κατά τον οριζόμενο στις οικείες διατάξεις χρόνο.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πρώτος-πρώτο σκέλος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. .../14.8.1973 εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Ν.
Β., της αναγκαίως συνεχομένης με αυτήν υπ’ αριθμ. .../17.10.1973 περιλήψεως κατακυρωτικής έκθεσης και της επίσης αναγκαίως ανεχόμενης υπ’ αριθμ. ...20.11.1973 έκθεσης αποβολής και εγκαταστάσεως, με το να δεχθεί ότι το επακριβώς κατά όρια περιγραφόμενο στα έγγραφα αυτά ακίνητο "δεν έχει την επιφάνεια των 660,86 τμ, που αυτά αναφέρουν, αλλά εκείνη των 740,49 τμ, καθόσον η αναφερόμενη σ’ αυτά επιφάνεια είναι λανθασμένη λόγω εσφαλμένης καταμετρήσεώς της από τον υπομηχανικό Σ.
Τ.". Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν αναφερομένης άλλωστε της επικαλουμένης εκτάσεως των 660,86 τμ στο κείμενο της αποφάσεως, αλλά σε λανθασμένη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων εκτίμηση του περιεχομένου τους, από την οποία το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη τα εδαφικά τμήματα που μεταβιβάστηκαν ή ρυμοτομήθηκαν από το αρχικά παραχωρηθέν στον Α.
Δ. ακίνητο των 1780 τμ, τους ισχυρισμούς που αφορούν στο μη προσκομισθέν λόγω απωλείας σχεδιάγραμμα του προαναφερθέντος υπομηχανικού και το από Ιουνίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι. Δ., κατέληξε στο πόρισμα ότι η επιφάνεια του επιδίκου, που τα εν λόγω έγγραφα αφορούν, είναι 740,49 τμ και όχι η σ’ αυτά αναφερόμενη των 660,86 τμ.
Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου εγγράφων. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτοί (αναιρεσείοντες) λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 181 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.9.2015 αίτηση των Α. Α. του Γ., Μ. Α. του Γ. κλπ κατά των Π. Α. του Κ., Σ. Κ. του Κ. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 18/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ