240/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated240/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 25), 29) Ι. Δ. του Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 24Α), 30) Π. Θ. του Β., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 26), 31) Κ. Ε. του Θ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 27, 27Α), 32) Μ. Α. χας Η., το γένος Κ. Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 27, 27Α), 33) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 28), 34) Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 31), 35) Ζ. Δ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 29, 29Α), 36) Κ.
Full text
Απόφαση 240 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 240/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δήμου Ινάχου (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στο Νομό … και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ. ιδ.: 1β, 1γ, 1δ, 3, 8, 30, 33Α, 35, 35Α, 65, 71), 2) Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 5, 5Α), 3) Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 5, 5Α), 4) Μ. Ι. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 7), 5) Κ. Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 6), 6) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 12), 7) Μ. Χ.
χας Ι., ως κληρονόμου του Μ. Ι. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 11), 8) Μ. Α. του Ι., ως κληρονόμου του Μ. Ι. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 11), 9) Μ. Χ. του Ι., ως κληρονόμου του Μ. Ι. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 11), 10) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 15), 11) Μ. Μ. χας Σ., ως κληρονόμου του Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 17), 12) Σ. - Μ. Α., ως κληρονόμου του Μ.
Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 17), 13) Σ. - Μ. Φ., ως κληρονόμου του Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 17), 14) Μ. Π. του Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 16), 15) Μ. Α. του Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 19), 16) Μ. Π. χας Κ., ως κληρονόμου του Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 12Α), 17) Μ. Δ. του Κ., ως κληρονόμου του Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 12Α), 18) Κ. Χ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.
ιδ.: 23), 19) Κ. Γ. χας Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 20) Κ. Δ. του Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 21) Κ. - Μ. Θ. του Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 22) Κ. Α. του Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 23) Κ. - Μ. Μ. του Χ., ως κληρονόμου του Κ.
Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 24) Κ. Η. του Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 20), 25) Μ. Α. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 24), 26) Μ. Α. του Χ., ως κληρονόμου του Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 25), 27) Μ. Β. του Χ., ως κληρονόμου του Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 25), 28) Μ. Ε. χας Χ., το γένος Α. Κ., ως κληρονόμου του Μ.
Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 25), 29) Ι. Δ. του Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 24Α), 30) Π. Θ. του Β., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 26), 31) Κ. Ε. του Θ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 27, 27Α), 32) Μ. Α. χας Η., το γένος Κ. Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 27, 27Α), 33) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 28), 34) Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 31), 35) Ζ. Δ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 29, 29Α), 36) Κ.
Δ. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 32), 37) Μ. Θ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 33), 38) Μ. Θ. του Ν., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 37), 39) Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 34), 40) Κ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 5Α, 39), 41) Τ. Δ. του Ι., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 38), 42) Κ. Χ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 41), 43) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 42), 44) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.
ιδ.: 45), 45) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 44), 46) Ν. Ε. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 43), 47) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 46), 48) Κ. Τ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 47), 49) Κ. Α. του Κ., συζ. Μ. Τ., κατοίκου ..., 50) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 48), 51) Μ. Α. του Σ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 49), 52) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 51), 53) Γ. Θ. του Γ., ως κληρονόμου του Μ.
Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 54) Γ. Χ. του Γ., ως κληρονόμου του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 55) Γ. Χ. του Γ., ως κληρονόμου του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 56) Γ. Α. του Γ., ως κληρονόμου του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 57) Γ. Κ. του Γ., ως κληρονόμου του Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 58) Μ. Λ. του Γ., ως κληρονόμου του Μ.
Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 50), 59) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 52), 60) Μ. Α. του Η., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 56, 62), 61) Μ. Ν. του Σ., ως κληρονόμου του Μ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 55, 63, 64, 64Α, 64Β, 64ΑΒ, 65), 62) Κ. Α. του Π., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 68), 63) Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 69, 72) και 64) Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ... (αρ. ιδ.: 73), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 166/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις διά των προτάσεών τους ασκηθείσες ανταιτήσεις ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 573/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-5-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 10-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 26-5-2005 αναιρέσεως κατά της 573/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 26-5-2005 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 64/27.5.2005 αίτηση περί αναιρέσεως της 573/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-12-2015), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο, κατά τη σειρά εγγραφής της σ` αυτό, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την από 16.9.2015 έκθεση τοιχοκολλήσεως του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Ι.
Π. και τις από 17.9.2015 και 18.9.2015 εκθέσεις τοιχοκολλήσεως των αρμοδίων υπαλλήλων του Δήμου Αμφιλοχίας και της Δ.Ε. Ινάχου, Ε. Μ. και Π. Π., αντίστοιχα, και την δημοσίευση ειδοποιήσεως των απόντων αναιρεσιβλήτων σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ("..." της 3/10/2015 ΚΑΙ "..." της 9/10/2015) και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην Αιτωλοακαρνανία ("συμπολιτεία" της 3/10/2015), κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 2882/ 2001, όπως προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 ν. 4070/2012, η οποία εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (4070/2012) αιτήσεις αναιρέσεως, κατά την παρ. 10 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση.
Επομένως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, εφόσον αυτοί έχουν κλητευθεί, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Σημειώνεται ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στις 27.5.2005, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα υπ’ αριθμ. 1073/7.2005 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς τους προβαλλομένους με αυτήν λόγους αναιρέσεως.
Η τοιαύτη γνωμοδότηση είναι απαραίτητη για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι η αναδρομικότητα, η οποία τέθηκε με την διάταξη του άρθρου 326 παρ. 1 του ν. 4072/ 2012 στην κατάργηση της διαδικασίας γνωμοδοτήσεως του Ν.Σ.Κ. δεν καταλαμβάνει αιτήσεις αναιρέσεως, όπως η προκειμένη, που έχουν ασκηθεί υπό την ισχύ του κανόνα που είχε τεθεί με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999 και ο οποίος όριζε ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία να είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 4919/2012, 1549/ 2013, 1481/2014).
II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 418/2014, ΑΠ 2142/2013, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 1782/2008, ΑΠ 1782/2008, ΑΠ 877/ 2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) τα ακόλουθα: "Με την 1862/ Φ520/706α/21-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος (ΦΕΚ Δ 610/24-7-2002) κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 35.112,19 τ.μ.
που εικονίζεται στο κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχουν συντάξει οι μηχανικοί Α. Λ. και Β. Λ. και έχουν εγκριθεί από τον Δ/ντή Δ. Π.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Κατασκευή τμήματος Αλευράδα - Γέφυρα Τατάρνας Νομού Αιτωλ/νίας" στο τμήμα από Χ.Θ. 0 + 000 έως Χ.Θ. 2 + 275,90 στα Δημοτικά διαμερίσματα ...
του Δήμου Ινάχου του Νομού Αιτωλ/νίας με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου. Η απαλλοτριωθείσα έκταση, η οποία ανήκει κατά κυριότητα στους καθ’ ων η αίτηση, όπως συνομολογείται, αποτελείται από αγρούς και οικόπεδα που περιέχουν κτίσματα, κατασκευές και δένδρα. Η κατ’ άρθρο 15 του ν. 2882/2001 εκτιμητική επιτροπή προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων ως ακολούθως:
Α) του εδάφους 1) αγρών σε 0,44 Ευρώ το τ.μ. και 2) οικοπέδων σε 4,40 Ευρώ το τ.μ. και Β) των επικειμένων 1) περιφράξεων σε 4,40 Ευρώ το μ., 2) κτισμάτων σε 88,04 Ευρώ το κ.μ., 3) κάθε ελιάς σε 117,39 Ευρώ, 4) κάθε αμυγδαλιάς και αχλαδιάς σε 73,37 Ευρώ, 5) κάθε καρυδιάς σε 88,04 Ευρώ, 6) κάθε κερασιάς, βυσσινιάς και μηλιάς σε 44,02 Ευρώ, 7) κάθε πορτοκαλιάς, λεμονιάς, μανταρινιάς και νεραντζιάς σε 58,69 Ευρώ, 8) κάθε πεύκου σε 29,35 Ευρώ, 9) κάθε ροδιάς, συκιάς, μουριάς και δαμασκηνιάς σε 14,67 Ευρώ, 10) κάθε κλήματος σε 5,87 Ευρώ και 11) κάθε κληματαριάς σε 58,69 Ευρώ.
Η αντικειμενική αξία των επιδίκων οικοπέδων ανέρχεται σε 7,34 Ευρώ το τ.μ. για τα κείμενα στο δημοτικό διαμέρισμα Τρίκλινου και σε 5,58 Ευρώ το τ.μ. για τα κείμενα στο Δημοτικό διαμέρισμα Αλευράδας, ενώ των επιδίκων αγρών αρχίζει από 0,23 Ευρώ το τ.μ., όπως τούτο αποδεικνύεται κυρίως από το …/12-2-2004 έγγραφο της ΔΟΥ Αμφιλοχίας που προσκομίζει και επικαλείται το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο.
Η αξία αυτή δεν είναι βεβαίως δεσμευτική για το δικαστήριο, συνεκτιμώμενη μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου με την 166/2003 απόφασή του και κρίσιμο χρόνο την 19-12-2003 προσδιόρισε προσωρινά την αξία των ιδίων ακινήτων ως εξής: 1) σε 1 Ευρώ το τ.μ.
για τα αγροτεμάχια, 2) σε 6 Ευρώ το τ.μ. για τα οικόπεδα, 3) σε 9 Ευρώ το μ. για τις περιφράξεις, 4) σε 150 Ευρώ το κ.μ. για τα κτίσματα, 5) σε 150 Ευρώ για κάθε ελιά, 6) σε 100 Ευρώ κάθε αμυγδαλιά και αχλαδιά, 7) σε 120 Ευρώ κάθε καρυδιά, 8) σε 60 Ευρώ κάθε κερασιά, βυσσινιά και μηλιά, 9) σε 90 Ευρώ καθένα από τα εσπεριδοειδή, 10) σε 44 Ευρώ κάθε πεύκο, 11) σε 30 Ευρώ κάθε ροδιά, συκιά, μουριά και δαμασκηνιά, 12) σε 7 Ευρώ ανά ρίζα τα κλήματα και 13) σε 90 Ευρώ κάθε κληματαριά.
Το ίδιο Δικαστήριο με την 271/2002 απόφασή του, που προσκομίζει και επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για ομοειδή ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου Θέρμου Αιτωλ/νίας σε 1,50 Ευρώ το τ.μ. για τα αγροτεμάχια και σε 6 Ευρώ το τ.μ. για τα οικόπεδα.
Επίσης, από το από 14-2-2003 έγγραφο της ΔΟΥ Αμφιλοχίας που προσκομίζει το αιτούν, αποδεικνύεται ότι για μεταβίβαση δύο οικοπέδων 652 και 500 τ.μ., το έτος 2001 αμφότερα, η αξία τους εκτιμήθηκε σε 1.500 δραχμές (4,40 €) το τ.μ., ενώ για μεταβίβαση τριών αγρών 500, 8.000 και 3.000 τ.μ., το έτος 1997 ο πρώτος και το έτος 1998 οι άλλοι δύο, η αξία τους εκτιμήθηκε σε 220 δραχμές (0,65 €), 100 δραχμές (0,29 €) και 130 δραχμές (0,38 €) το τ.μ., αντίστοιχα.
Τέλος, ο μάρτυρας των καθ’ ων που εξετάστηκε στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως υπολογίζει την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων σε 8.000 δραχμές (23,48 €) το τ.μ.... Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων συστατικών τους, κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αιτήσεως περί προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως (19-2-2003), χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμησή τους από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτριώσεως και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση με την οποία μπορούν οι δικαιούχοι να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριωθέντα με άλλα ισάξια ακίνητα ανέρχεται σε: 1) 2 Ευρώ το τ.μ.
για τα αγροτεμάχια, 2) 10 Ευρώ το τ.μ. για τα οικόπεδα, 3) 9 Ευρώ το τρέχον μέτρο για τις περιφράξεις, 4) 150 Ευρώ το κ.μ. για τα κτίσματα, 5) 150 Ευρώ η καθεμία ελιά, 6) 100 Ευρώ η καθεμία αμυγδαλιά και αχλαδιά, 7) 10 Ευρώ η καθεμία αγριοαχλαδιά, 8) 120 Ευρώ η καθεμία καρυδιά, 9) 60 Ευρώ η καθεμία κερασιά, βυσσινιά, μηλιά και κυδωνιά, 10) 90 Ευρώ το καθένα από τα εσπεριδοειδή, 11) 44 Ευρώ το κάθε πεύκο και κυπαρίσσι, 12) 30 Ευρώ η καθεμία ροδιά, συκιά, μουριά και δαμασκηνιά, 13) 7 Ευρώ ανά ρίζα τα κλήματα και 14) 90 Ευρώ η καθεμία κληματαριά".
Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ, την οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του το Εφετείο με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ύστερα από προσήκουσα αξιολόγησή τους, σε συνδυασμό και με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, αλλά και την κατάσταση και το είδος των επικειμένων, προσδιόρισε την, κατά την κρίση του, πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως.
III. Από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του ίδιου ως άνω νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση ασκήσεως εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, καθώς και την παράστασή του ενώπιον του εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και ειδικότερα:
α) σε ποσοστό 2% για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως ή κύριας παρεμβάσεως, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της κύριας παρεμβάσεως και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως με τις προτάσεις ή κύριας παρεμβάσεως με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ’ ου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 686/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 14/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειουμένων, κατά περίπτωση, δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 9-12-2002 (αριθμ. εκθ. κατ. …/13.12.2002) αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ως άνω απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, καθώς και των επ’ αυτής επικειμένων, στα ποσά που αναγράφονται στο αιτητικό της αιτήσεως αυτής, ενώ ορισμένοι εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, διά των εμπροθέσμως κατατεθεισών προτάσεών τους, άσκησαν ανταιτήσεις, ζητώντας τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως σε μεγαλύτερα ποσά.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, με την 166/2003 απόφασή του, καθόρισε ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως και των επ’ αυτής επικειμένων, τα ποσά τα οποία αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής. Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον, με την από 1-12-2003 (αριθμ. εκθ. καταθ.
…/11.12.2003) αίτησή του, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως και των επ’ αυτής επικειμένων, στα ποσά που αναγράφονται στο αιτητικό της αιτήσεως αυτής. Ορισμένοι από τους καθ’ ων η αίτηση, με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν, κατά την συζήτηση της ως άνω αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, άσκησαν ανταιτήσεις, ζητώντας να καθοριστεί μεγαλύτερη οριστική τιμή μονάδας τόσο για τα απαλλοτριούμενα τμήματα των ακινήτων τους όσο και για τα επ’ αυτών επικείμενα.
Επί της αιτήσεως αυτής του Ελληνικού Δημοσίου και των δια των προτάσεων ασκηθεισών ανταιτήσεων των καθ’ ων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 573/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίσθηκε η συνολική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων σε ποσοστό 4% επί του ποσού της αποζημιώσεως.
Σύμφωνα όμως με τις πιο πάνω διατάξεις, εφόσον οι ανταιτήσεις ασκήθηκαν με τις προτάσεις, η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των ανταιτούντων έπρεπε να καθορισθεί σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως. Επομένως, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ’ ων η αίτηση - ανταιτούντων σε ποσοστό 4% επί του ποσού της αποζημιώσεως, παραβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των ως άνω ανταιτούντων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α’ του Κ.Πολ.Δικ.) και να καθορισθεί η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ’ ων - ανταιτούντων (δικαιούχων της αποζημιώσεως), που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο ως άνω νόμιμο ποσοστό, 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ’ ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους (Κ.Πολ.Δικ. 183, 178 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 573/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.
Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθ’ ων - ανταιτούντων σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ