240/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34671/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated240/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά, περιέχει δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 § 1 του ΚΕΔΕ.
Full text
Απόφαση 240 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 240/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ.-Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ά Θεσσαλονίκης, κάτοικο Θεσσαλονίκης και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Καλαμαριάς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34671/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-2-2014, κατά την οποία, λόγω κωλύματος της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Μαρίας Βουρνά (βλ.
το υπ' αριθμ. .../17-6-2013 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σταματίας Μαθιουδάκη), η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα, ύστερα από την από 24-9-2013 παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του τελευταίου Ανδρονίκης Τσατσούλη (βλ.
το ως άνω πληρεξούσιο), όπως τούτο προκύπτει από την σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ. με ημερομηνία 26-9-2013 επί του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης που προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε ο προαναφερόμενος διάδικος στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Σε περίπτωση όμως νομότυπης παραιτήσεως του διαδίκου από το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αιτήσεως αναιρέσεως, διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295, 299 ΚΠολΔ, η παραίτηση έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα η παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον επίδικο του παραιτουμένου, Η μη εφαρμογή της άνω διατάξεως του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δικ. δικαιολογείται και όταν η παραίτηση από το δικόγραφο προγενέστερης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχεται στο δικόγραφο της νέας αιτήσεως αναιρέσεως που κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη αίτηση.
Και τούτο διότι η μεν επελθούσα παραίτηση ενεργεί αναδρομικά (225 § 1 Κ.Πολ.Δ.), πληρούται δε και στην περίπτωση αυτή ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στην απαγόρευση επανειλημμένης έρευνας παραπόνων κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο (Ολομ. ΑΠ 25/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 159/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της έφεσης με αριθμό έκθεσης καταθ. 5371/24-12-2009 του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 34671/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθμ.
εκθ. κατάθεσης 42575/2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 15-7-2013, με την κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, περιέχεται δήλωση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της προηγουμένως ασκηθείσας από 28-4-2011 αιτήσεως αναιρέσεως που δεν είχε συζητηθεί.
Η νέα αυτή αίτηση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 26-9-2013, δηλαδή πριν από τη συζήτησή της, και επομένως είναι παραδεκτή, αφού μεσολάβησε νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της προγενέστερης αιτήσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 979 § 2, 933 και 585 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 § 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της.
Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1281/2011). Περαιτέρω, στο άρθρο 61 § 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)" ορίζεται ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.....
Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", ενώ κατά το άρθρο 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας". Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής, της ανακοπής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την ανακοπή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν την απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, στην υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 42575/2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "με επίσπευση του πρώτου καθ' ου κατασχέθηκε αναγκαστικά με την αριθμ. 3056/3-6-2008 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Ά.
Σ. - β' καθ' ου ακίνητο ιδιοκτησίας των οφειλετών καθ' ων η εκτέλεση Ν. Π. του Χ., Β. Κ. του Κ. και Ρ. Κ. του Κ. Χ. Π. κατά ποσοστό 25%, 50% και 25%, αντιστοίχως ότι ακολούθως, το κατασχεθέν εκλειστηριάσθηκε στις 16-7-2008 και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 51.010 ευρώ? ότι στον επί του πλειστηριασμό υπάλληλο ανήγγειλε ο προϊστάμενος της Α' ΔΟΥ Θεσ/νίκης τις βεβαιωθείσες στο ταμείο αυτής ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου κατά των καθ' ων η εκτέλεση και ειδικότερα κατά του Ν.
Π. συνολικού ποσού 2.062.639,78 ευρώ, κατά του Β. Κ. συνολικού ποσού 2.064.812,42 ευρώ και κατά της Ρ. Κ. 1.600,50 ευρώ καθώς και ο προϊστάμενος της ΔΟΥ Καλαμαριάς τις βεβαιωθείσες στο ταμείο ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου κατά των ιδίων συνολικού ποσού 3.980,20 - 4.143,29 - 5.211,73 ευρώ για καθένα από αυτούς, αντιστοίχως? ότι τις αναγγελίες αυτές συνόδευαν και πίνακες χρεών, όπου εμφαίνονταν αναλυτικά οι απαιτήσεις αυτές του Ελληνικού Δημοσίου• ότι επειδή το
επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος Ν. Ν., συμ/φος Θεσ/νίκης, συνέταξε τον αριθμ. 10700/2008 πίνακα κατάταξης στον οποίο, μετά την αφαίρεση ποσού 1.157,66 ευρώ για δικαιώματα αυτού και αμοιβή της δικηγόρου του επισπεύδοντος, καθώς και ποσού 3.268,12 ευρώ για έξοδα και αμοιβή του δικαστικού επιμελητή β' καθ' ου, κατέταξε οριστικά την Α' ΔΟΥ Θεσ/νίκης στο συνολικό ποσό των 11.646,24 ευρώ, τη ΔΟΥ Καλαμαριάς στο ποσό των 3.882,01 ευρώ και τον α' καθ' ου Σ.
Χ.- Γ. οριστικά και προνομιακά ως ενυπόθηκο δανειστή για το υπόλοιπο ποσό των 31.055,89 ευρώ ότι ο τελευταίος (α' καθ' ου) εσφαλμένα κατετάγη, καθόσον δεν έχει απαίτηση κατά των καθ' ων η εκτέλεση οφειλετών και μάλιστα εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη• ότι, επίσης, εσφαλμένα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα ποσό 1.063,7 ευρώ ως έξοδα και αμοιβή του β' καθ' ου (δικαστικού επιμελητή) καθ' όσον αυτά δεν ανταποκρίνονται στα νόμιμα.
Στη συνέχεια, το ελληνικό Δημόσιο ενσωμάτωσε στην ανακοπή του τις αναγγελίες των προϊσταμένων των παραπάνω ΔΟΥ και τους πίνακες χρεών των παραπάνω, οφειλετών καθ' ων η εκτέλεση. Ειδικότερα, στις αναγγελίες αυτές αναγράφεται για κάθε οφειλέτη το συνολικό ποσό των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και ότι αυτές είναι ληξιπρόθεσμες και προνομιακές κατά το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ όπως ισχύει και κατά το άρθρο 975 με αριθμ. 5 του ΚΠολΔ.
Στους πίνακες απαιτήσεων (χρεών) που παρατίθενται και ενσωματώνονται στην κρινόμενη ανακοπή αναγράφεται το όνομα του οφειλέτη, το Α.Φ.Μ., η ιδιότητα με βάση την οποία οφείλει, όπως ατομικά ή ως μέλος ομόρρυθμης εταιρίας, το ΑΦΜ αυτής, ο αριθμός και το έτος βεβαίωσης του κάθε χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο ανάγεται, το κεφάλαιο της απαίτησης οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και το είδος της απαίτησης.
Το είδος της καθεμιάς από τις 61-55-3 (Α' ΔΟΥ) και 4-4-7 (ΔΟΥ Καλαμαριάς) τον αριθμόν απαιτήσεις - χρέη κάθε οφειλέτη περιγράφεται συνοπτικά όπως "ποινικά", "πρόστιμο Τροχαίας", "πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική", "ΦΠΑ Οριστ. Βεβαι.", "πρόστιμο Φ.Π.Α.", "Εισόδημα οριστική Βεβ.", "Εισόδημα Απόφαση Περαίωσ", "εισόδημα Ν.Π. προσωρ.", "πρόστιμο Κ.Β.Σ.
Απόφαση", "Φ.Μ.Α.", "Εισόδημα Φ. Προσώπων", "πρόστιμο Ν.820/78 ΜΗ". "Κληρονομιά 3/μήνες δ.", "Εισόδημα Πολ. 1037/2005". Με την επίκληση των περιστατικών αυτών το αναιρεσίβλητο ζήτησε να αποβληθεί από τον υπ' αριθμ. 10700/2008 πίνακα κατάταξης ο αναιρεσείων και στη θέση αυτού να καταταγεί το ίδιο και να καταταγεί επίσης και στο ποσό των 1.063,7 ευρώ, που προαναφέρθηκαν από το πλειστηρίασμα ως έξοδα του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά, περιέχει δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 § 1 του ΚΕΔΕ.
Ειδικότερα, προσδιορίζεται επαρκώς το είδος των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, ενώ αναφέρεται ότι αυτές είναι ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου προνομιακές, καθώς και ότι έχουν υπολογιστεί προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Επί πλέον, γίνεται μνεία του χρόνου και του αριθμού του τριπλοτύπου της σχετικής βεβαίωσης.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της ανακοπής να εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμη κάθε απαίτηση. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος συναφείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013, ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Κατόπιν της από 15-10-2007 αιτήσεως του Σ. Χ.- Γ. του Μ. κατά του Ν. Π. του Χ., του Β. Κ. του Κ. και της Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π. εκδόθηκε η αριθμ. .../23-10-2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία διατάχθηκαν οι παραπάνω να καταβάλουν στον αιτούντα εις ολόκληρον ο καθένας, 50.000 ευρώ, νομιμότοκα από 15-12-2006.
H διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε βάσει της από 14-9-2007 έγγραφης σύμβασης δανείου με την οποία ο Σ. Χ.-Γ. (αιτών) φέρεται να χορήγησε δάνειο στον Ν. Π. του Χ. ύψους 60.000 ευρώ, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκαν ο Β. Κ. και Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π., εξοφλητέο σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 5.000 ευρώ που θα καταβάλλονταν στην 15η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 15-10-2006.
Για την εξασφάλιση μάλιστα του Σ. Χ. Γ. ο δανειοδότης φέρεται να εξέδωσε σε διαταγή του (του ιδίου) δώδεκα συν/κές, ποσού 5.000 ευρώ, η κάθε μία, λήξεως στις 15 κάθε μήνα αρχής γενομένης από 15-9-2006 έως 15-9-2007 τις οποίες αποδέχθηκε ο δανειολήπτης. Σύμφωνα δηλαδή με τα όσα διαλαμβάνονται στη διαταγή αυτή πληρωμής και όσα ισχυρίζεται ο α' καθ' ου η εξόφληση δανείου που χορηγήθηκε με την από 14-9-2007 σύμβαση, θα γινόταν πριν από τη σύναψή της, γεγονός απορίας άξιο.
Με βάση τη διαταγή αυτή πληρωμής ως εκτελεστό τίτλο - κατά της οποίας σημειωτέον ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή - ο καθ' ου Σ. Χ. Γ. επέσπευσε σε βάρος των παραπάνω (οφειλετών) αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη χρηματικής απαίτησης, ύψους 50.000 ευρώ πλέον τόκων και λοιπών εξόδων. Η απαίτηση που αφορά η προαναφερόμενη .../2007 διαταγή πληρωμής δεν ήταν εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη.
Με την αριθμ. 3056/3-6-2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του β' καθ' ου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης Ά. Σ., κατασχέθηκε ένα ακίνητο, εμβαδού 539 τ.μ. κείμενο στο Δ.Δ. Αγίας Τριάδος του Δήμου Θερμαϊκού Ν. Θεσ/νίκης, με αριθμό ΚΑΕ ... του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, ιδιοκτησίας αυτών, ήτοι του Ν.
Π., του Β. Κ. και της Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π. κατά ποσοστό 25%, 50%, 25%, αντιστοίχως. Το ακίνητο αυτό εκτιμήθηκε με την έκθεση κατάσχεσης σε 21.000 ευρώ, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε σε 14.000 ευρώ, για την οποία τιμή ουδεμία διόρθωση ζητήθηκε. Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίσθηκε η 16-7-2008. Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε την ημερομηνία αυτή (16-7-2008), ενώπιον της συμ/φου Θεσ/νίκης Ρωξάνης Καμπουράκη ως αναπληρώτριας του συμ/φου Θες/νίκης Νικολάου Νικολάκη και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 51.000 ευρώ.
Στον επί του πλειστηριασμό υπάλληλο με την από 25-7-2008 αναγγελία, αναγγέλθηκε ο επισπεύδων για απαίτηση ως προς την οποία κατόπιν της από 17-6-2008 αιτήσεως του, εκδόθηκε η αριθμ. 21015/25-6-2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης. Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε βάσει της από 13-11-2007 έγγραφης σύμβασης δανείου (όχι συν/κών κ.λ.π.) με την οποία ο α' καθ' ου η ανακοπή Σ.
Χ. Γ. χορήγησε δάνειο στον Ν. Π. ύψους 60.000 ευρώ, την εξόφληση του οποίου εγγυήθηκαν ο Β. Κ. και Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π.. Με τη σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι το δάνειο θα εξοφλείτο σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 5.000 ευρώ η κάθε μία, καταβλητέες την 15η κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 15-12-2006 έως 15- 11-2007, ενώ για την εξασφάλιση του δανείου ο δανειοδότης εξέδωσε σε διαταγή του (του ιδίου) 12 συν/κές ποσού 5.000 ευρώ, λήξεως στην 15η κάθε μήνα αρχής γενομένης από 15-12-2006 έως 15-11-2007.
Δηλαδή και εδώ κατά τη σύναψη της σύμβασης δανείου το δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί, γεγονός που γεννά πλείστες όσες απορίες και ερωτηματικά ως προς την έννομη σχέση που συνέδεε τα μέρη που φέρονται να συμβάλλονται στην από 13-11-2007 σύμβαση. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σ. Χ. Γ. α' καθ' ου στην από 25-7-2008 αναγγελία του αναφέρει ότι η απαίτηση του για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής αφορά την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου, πλην, όμως με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 3,8), αλλά και ενώπιον του εφετείου (σελ. 9 αυτών) ισχυρίζεται ότι από προφανή παραδρομή τέθηκε ο χρόνος αυτός, αντί του ορθού που είναι 13-11-2007, όπως ακριβώς αναγράφεται και στη διαταγή πληρωμής.
Με την από 25-7-2008 αναγγελία του ο α' καθ' ου ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση του για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής, είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης που γράφηκε με την αριθμ. 39630/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και η οποία (προσημείωση) τράπηκε σε υποθήκη.
Επίσης, το Ελληνικό Δημόσιο έχοντας απαιτήσεις κατά των καθ' ων η εκτέλεση ανήγγειλε νομότυπα αυτές στον επί του πλειστηριασμό υπάλληλο. Ειδικότερα: Α] ο Ν. Π. του Χ., όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο: α] για χρέη του που βεβαιώθηκαν πριν από το πλειστηριασμό, στο Ταμείο της Α' ΔΟΥ Θεσ/νίκης, συνολικό ποσό 2.062.639,78 ευρώ.
Μεταξύ των χρεών αυτών, περιλαμβάνονται και οφειλές αυτού από: Χρηματικές ποινές ποινικών δικαστηρίων και εξαγορά ποινών, που βεβαιώθηκαν τα έτη 1996, 1997, 1998, 2000, 2005, 2006 και 2007 με αριθμούς 616, 190, 191, 31, 1291, 1010, 1011, οικονομικών ετών 1992, 1995, 1996, 1998, 1999, 2005, 2006 και 2007, συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 4.720,45 ευρώ.
Πρόστιμο τροχαίας 99,99 ευρώ, οικονομικού έτους 1997, που βεβαιώθηκε με αριθμό 978 το έτος 1997. Πρόστιμο για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα βιβλίων και Στοιχείων μετά από οριστική βεβαίωση λόγω μη ασκήσεως προσφυγής, με αριθμό και έτος βεβαίωσης 1403/2006, οικονομικού έτους 1999 ποσού 307.297,84 ευρώ. Φόρους προστιθέμενης αξίας που προσδιορίστηκαν με τη διαδικασία της περαίωσης και βεβαιώθηκαν το έτος 1997 και αφορούν τα οικονομικά έτη 1996, 1994 και 1995 συνολικού ποσού 72.540,53 ευρώ β] για χρέη που βεβαιώθηκαν πριν από πλειστηριασμό στο ταμείο της ΔΟΥ Καλαμαριάς οφείλει:
φόρο μεταβίβασης ακινήτου μετά από οριστική βεβαίωση, ποσού 923,46 ευρώ οικονομικού έτους 1990, με αριθμό και έτος βεβαίωσης 1207/1990, "ποινικά", με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, ποσού 125,21 ευρώ, οικονομικού έτους 1993 με αριθμό και έτος βεβαίωσης 6-81/1996 και οικονομικού έτους 2003, με αριθμό και έτος βεβαίωσης 10051/2003j συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 3.980,2 ευρώ.
Β] Ο Β. Κ. οφείλει στο Ελληνικό Δημόσιο α) για χρέη που βεβαιώθηκαν στο Ταμείο της Α' ΔΟΥ Θεσ/νίκης ποσό 2.064.812,42 ευρώ. Μεταξύ των χρεών αυτών περιλαμβάνονται: φόρος κληρονομιάς οικονομικού έτους 1987 που βεβαιώθηκε με αριθμό και έτος 9236/2002, ποσού (συνολικού με τις προσαυξήσεις) 26.326,22 ευρώ, φόρος εισοδήματος μετά από οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 2000, με αριθμό και έτος βεβαίωσης 5840/2007 ποσό 23.036,09.
Φόρος προστιθέμενης αξίας μετά από οριστική βεβαίωση, οικονομικού έτους 1996, με αριθμό και έτος βεβαίωσης 123/1997 συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 128.505,92 ευρώ, β] για χρέη που βεβαιώθηκαν στο ταμείο της ΔΟΥ Καλαμαριάς 4.143,29 ευρώ, από φόρο μεταβίβασης ακινήτου μετά από οριστική βεβαίωση, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης που βεβαιώθηκαν με αριθμ.
καί έτος βεβαίωσης 1207/1990, 8228/2005, 3999/2006, 1088/2008 οικονομικών ετών 1990, 2005, 2006 και 2008 συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 4.143,29 ευρώ. Γ] Η Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π. α] για χρέη στην Α' ΔΟΥ Θεσ/νίκης συνολικό ποσό 1.600,50 ευρώ που αφορά φόρο κληρονομιάς με αριθμό και έτος βεβαίωσης 31/1998 οικονομικού έτους 1998, και έξοδα διοικητικής εκτέλεσης με αριθμό και έτος βεβαίωσης 3000/2008, οικον.
Έτους 2008. β] για χρέη στη ΔΟΥ Καλαμαριάς 52.111,73 ευρώ. Μεταξύ των χρεών αυτών περιλαμβάνονται και φόροι κληρονομιάς με αριθμό και έτος βεβαίωσης 6423/2001, 10894/2001, 11795/2002 οικονομικού έτους 2001, 2001 και 2002, αντιστοίχως συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 46.584,26 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι τις απαιτήσεις αυτές του Ελληνικού Δημοσίου δεν αμφισβήτησαν οι καθ' ων η ανακοπή.
Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, επειδή
το εναπομείναν μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης πλειστηρίασμα ύψους 46.584,14 ευρώ, δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε τον αριθμ. 10.700/11-9-2008 πίνακα κατάταξης όπου κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 του πλειστηριάσματος και στα υπόλοιπα 2/3 την απαίτηση του α' καθ' ου Σ.
Χ.- Γ. του Μ. ως ενυπόθηκη. Ειδικότερα, στον πίνακα αυτό κατετάγηκαν: 1 ] Η Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης οριστικά για το συνολικό ποσό των 11.646,24 ευρώ 2] Η Δ ΟΥ Καλαμαριάς για το ποσό των 3.882,01 ευρώ και 3] Ο Σ. Χ.-Γ. προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 31.055,89 ευρώ προς μερική εξόφληση της αναγγελθείσας απαίτησης του για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης.
Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα ύψους 51.000 ευρώ αφαίρεσε α] ποσό 1.007,66 ευρώ για δικαιώματά του β] 150 ευρώ ως αμοιβή της δικηγόρου του επισπεύδοντος και γ] ποσό 3.268,20 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης και αμοιβή του δικαστικού επιμελητή σύμφωνα με τον από 16-7-2008 πίνακα που αυτός κατέθεσε στον συμβολαιογράφο.
Στον πίνακα αυτόν ο δικαστικός Επιμελητής περιέλαβε μεταξύ των άλλων και τις παρακάτω εργασίες για τις οποίες ζήτησε αμοιβή 1] για σύνταξη της εντολής για εκτέλεση 80 ευρώ (υπό στοιχ. 1 πίνακα), β] αμοιβή για κατάθεση εγγράφων στο συμ/φο Θεσ/νίκης 1,70 ευρώ (υπό στοιχ. 19 πιν.), γ] κατάθεση εγγράφων στο συμ/φο Θεσ/νίκης 17,60 (υπό στοιχ. 17 πιν.), δ] για κατάθεση εγγράφων στο συμ/φο Θεσ/νίκης 17,60 ευρώ (υπό στοιχ. 35 πίνακα) και ε] για αμοιβή για την κατάθεση στον συμ/φο 1,70 ευρώ (υπό στοιχ. 38 πίνακα).
Για την υπό στοιχ.1 όμως παραπάνω πράξη, ο δικαστικός επιμελητής δεν δικαιούται αμοιβή καθόσον η πράξη αυτή διενεργήθηκε από την κατά νόμο αρμόδια δικηγόρο του επισπεύδοντος. Επίσης, η νόμιμη αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την κατάθεση εγγράφων στο συμ/φο για την οποία συντάχθηκε η αριθμ. 10.338/2008 πράξη αυτού (συμ/φου), ανέρχεται σύμφωνα με την αριθμ. 2/52621/2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών Οικονομίας και Δικαιοσύνης σε 1,70 ευρώ και συνεπώς αυτός δικαιούται για τις υπό στοιχ, παραπάνω β, γ, δ και ε πράξεις μία αμοιβή ύψους 1,70 ευρώ.
Κατ' ακολουθία, εσφαλμένα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προαφαίρεσε από το πλειστηρίασμα τα ποσά 80 + 17,60 + 17,60 + 1,70 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 116,9 ευρώ το οποίο πρέπει να προστεθεί στο προς διανομή πλειστηρίασμα. Όλες οι λοιπές αναφερόμενες στο από 16-7-2008 πίνακα αμοιβών του δικαστικού επιμελητή εργασίες ήταν αναγκαίες για τη διεξαγωγή της εκτελεστικής διαδικασίας αποτελούν κατά την έννοια των άρθρων 932 και 975 ΚΠολΔ έξοδα εκτέλεσης και νόμιμα προαφαιρέθηκε για αυτές αμοιβή προκειμένου να αποδοθεί στον δικαστικό επιμελητή.
Η καταταγείσα απαίτηση του α' καθ' ου για την οποία, όπως ειπώθηκε παραπάνω, εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν ασφαλιζόταν με προσημείωση υποθήκης που μετά την απόκτηση ισχύος δεδικασμένου της διαταγής πληρωμής να τράπηκε σε υποθήκη. Με την αριθμ. 39630/14-11-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για εξασφάλιση απαίτησης από την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου βάσει της οποίας ο α' καθ' ου Σ.
Χ.-Γ. Μ. χορήγησε στον Ν. Π. δάνειο ύψους 60.000 ευρώ, εξοφλητέο σε 12 άτοκες μηνιαίες δόσεις των 5.000 ευρώ, καταβλητέες την 15η κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 15-12-2006 έως 15-11-2007, στην οποία σύμβαση οι λοιποί συνιδιοκτήτες του εκπλειστηριασθέντος παραπάνω ακινήτου συμβλήθηκαν ως εγγυητές, απαίτηση για την οποία δεν χώρησε αναγγελία στον επί του πλειστηριασμού συμ/φο.
Όμως η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε βάσει της σύμβασης αυτής δανείου, ήτοι της από 13-11-2006, αλλά εκδόθηκε βάσει της από 13-11-2007 όμοιας σύμβασης δανείου όπως ρητά αναγράφεται σ' αυτή (διαταγή) και υποστηρίζει και ο α' καθ' ου με τις προτάσεις του. Ο επισπεύδων την εκτέλεση α' καθ' ου η κρινόμενη ανακοπή Σ.
Χ.-Γ. του Μ. και ο Ν. Π. φέρονται να συνήψαν α] την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου ποσού 60.000 ευρώ για την εξασφάλιση της οποίας εγγράφηκε με την αριθμ. 39630/2006 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσ/νίκης προσημείωση υποθήκης, β] την από 14-9-2007 σύμβαση δανείου, ποσού 60.000 ευρώ για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. .../2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης βάσει της οποίας ως εκτελεστού τίτλου χώρησε η αναγκαστική εκτέλεση και γ] την από 13-11-2007 σύμβαση δανείου ποσού 60.000 ευρώ για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, την οποία απαίτηση με την από 25-7-2008 αναγγελία του, ο α' καθ' ου ανήγγειλε στο συμ/φο και η οποία κατετάγη.
Έτσι, η εγγραφείσα στις 28-11-2006 προσημείωση υποθήκης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο εξασφάλιζε απαίτηση του α' καθ' ου που απέρρεε από την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου, και όχι την αναγγελθείσα στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προς κατάταξη απαίτηση, η οποία απορρέει από την από 13-11-2007 σύμβαση δανείου και την οποία αφορά η προαναφερόμενη (21015/2008) διαταγή πληρωμής.
Συνεπώς, η καταταγείσα απαίτηση του α' καθ' ου εφόσον δεν είναι ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, σύμφωνα μ' όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, έπεται των απαιτήσεων του Δημοσίου και δεν κατατάσσεται στα 2/3 του πλειστηριάσματος προνομιακά. Κατ' ακολουθία, εσφαλμένα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος Ν. Ν. κατέταξε στον αριθμ. 10.700 πίνακα κατάταξης την αναγγελθείσα απαίτηση του α' καθ' ου. Μετά τις σκέψεις αυτές, αποδεικνύεται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκε από το πλειστηρίασμα ποσό 116,9 ευρώ ως έξοδα εκτέλεσης και αμοιβή του δικαστικού επιμελητή β' καθ' ου και ότι εσφαλμένα κατετάγη στον προσβαλλόμενο πίνακα ο α' καθ' ου.
Συνεπώς, πρέπει να προστεθεί στο προς διανομή πλειστηρίασμα το παραπάνω ποσό των 116,9 ευρώ, να αποβληθεί ο α' καθ' ου από τον προσβαλλόμενο πίνακα και στη θέση αυτού να καταταγεί το Ελληνικό Δημόσιο του οποίου οι απαιτήσεις, όπως ειπώθηκε, είναι προνομιακές κατατασσόμενες στη 5η σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ, εφόσον δεν συντρέχουν με απαιτήσεις τρίτων εμπραγμάτως ασφαλισμένες. Ήτοι, το τελευταίο θα καταταγεί δια των Α' ΔΟΥ και ΔΟΥ Καλαμαριάς στο σύνολο του εναπομείναντος μετά την αφαίρεση
των εξόδων εκτέλεσης πλειστηριάσματος, σε εξόφληση μέρους των απαιτήσεων του κατά των καθ' ων η εκτέλεση Ν. Π., Β. Κ., Ρ. Κ. χηρ. Χ. Π. και κατά το ποσοστό ιδιοκτησίας τους στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενόψει του ότι έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη ανακοπή ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν πλήρως ορισμένη και αφού διακράτησε την υπόθεση, την έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι 1) ο αναιρεσείων στην από 25-7-2008 αναγγελία του αναφέρει ότι η απαίτηση του για την οποία εκδόθηκε η αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής αφορά την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου, πλην, όμως με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 3,8), αλλά και ενώπιον του εφετείου (σελ. 9 αυτών) ισχυρίζεται ότι από προφανή παραδρομή τέθηκε ο χρόνος αυτός, αντί του ορθού που είναι 13-11-2007, όπως ακριβώς αναγράφεται και στη διαταγή πληρωμής, 2) η εγγραφείσα στις 28-11-2006 προσημείωση υποθήκης στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο εξασφάλιζε απαίτηση του αναιρεσείοντος που απέρρεε από την από 13-11-2006 σύμβαση δανείου, και όχι την αναγγελθείσα στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο προς κατάταξη απαίτηση, η οποία απορρέει από την από 13-11-2007 σύμβαση δανείου και την οποία αφορά η προαναφερόμενη (21015/2008) διαταγή πληρωμής και 3) η καταταγείσα απαίτηση του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν είναι ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, έπεται των απαιτήσεων του Δημοσίου και δεν κατατάσσεται στα 2/3 του πλειστηριάσματος προνομιακά.
Κατόπιν τούτων, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επί πλέον, ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του εκείνο, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1).
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση του τρόπου με τον οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμη κάθε επί μέρους απαίτηση του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 αιτίαση, ότι ενώ το ανακόπτον ισχυρίστηκε με την ένδικη ανακοπή ότι ο αναιρεσείων κακώς κατατάχθηκε προνομιακά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης για την απαίτησή του από την υπ' αριθμ. .../2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το Εφετείο εξέτασε αν η απαίτησή του από την υπ' αριθμ. 21015/2008 διαταγή πληρωμής του ίδιου ως άνω Δικαστή είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ισχυρισμό που κανένας από τους διαδίκους δεν προέβαλε.
Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, που παραδεκτώς επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2) ο τελευταίος έκανε λόγο για απαίτησή του, από τη δεύτερη από τις προαναφερθείσες διαταγές πληρωμής, καθώς και για την εξασφάλισή της με προσημείωση υποθήκης που είχε εγγράψει, δυνάμει της υπ' αριθμ. 39360/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο δύο έγγραφα και συγκεκριμένα η υπ' αριθμ. 39360/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο Κτηματολόγιο Καλαμαριάς στις 28-11-2006 με αριθμό καταχώρησης 16276, καθώς και το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής της προσημείωσης στο Κτηματολόγιο Καλαμαριάς.
Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του "από την εκτίμηση των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα.
Πέραν τούτων πρέπει να αναφερθεί ότι στην πληττόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στην υπ' αριθμ. 39360/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ