Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and improper admission of facts in civil procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the union's appeal against the First Instance Court's decision regarding a member expulsion. The union argued the court failed to consider evidence and improperly admitted facts, but the court found it had reviewed all arguments. The court ruled the appeal was baseless because the lower court properly rejected the union's claims of procedural impropriety and untimeliness.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; Art. 559 no. 19 & 10 KPolD: An appeal based on the failure to consider or improper consideration of facts is inadmissible if the lower court examined and rejected the relevant arguments, and appeals claiming lack of legal basis or admission of unproven facts are inadmissible when the lower court dismissed the substantive claims without entering into the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 240 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 240/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΑΡΩΓΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΛΑΚΩΝΙΑΣ", που εδρεύει στη Σπάρτη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μωραΐτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου... και ήδη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 21/6/2005 αίτησή του και τον από 7/2/2006 πρόσθετο λόγο αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 819/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 139/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 387/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 1/4/2009 αίτησή του Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 24/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξέτασε την έφεση του αναιρεσείοντος σωματείου κατά της 84/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε, ότι αυτός είναι τακτικό μέλος του αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο, με την απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση με την από 17-1-2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε, ότι από της ιδρύσεως του εναγομένου ήδη εκκαλούντος σωματείου είναι τακτικό μέλος του. Ότι το εναγόμενο, στις 3-8-2001 του κοινοποίησε την από 1-8-2001 εξώδικη δήλωσή του με την οποία του γνωστοποίησε ότι η καταστατική συνέλευσή του με την από 29-1-2000 απόφασή της τον απέβαλε, διαγράφοντάς τον από τα μέλη του για το λόγο ότι δεν ήταν πλέον εν ενεργεία επαγγελματίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι μέλος του.
Ότι η τοιαύτη αποβολή του δεν είναι νόμιμη, με συνέπεια να εξακολουθεί αυτός να είναι τακτικό μέλος του εναγομένου, γεγονός που το τελευταίο αρνείται. Με βάση δε το ιστορικό αυτό και προς άρση της αμφισβητήσεως που έχει δημιουργηθεί, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δεν έχει διαγραφεί από τακτικό μέλος του εναγομένου, άλλως ότι δεν έχει διαγραφεί νομίμως και εξακολουθεί να είναι ενεργό τακτικό μέλος του.
Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων το πιο πάνω αναφερόμενο αίτημά του να αναγνωριστεί ότι δεν έχει διαγραφεί από τακτικό μέλος του εναγομένου σωματείου, άλλως ότι δεν έχει διαγραφεί νόμιμα και ότι εξακολουθεί να παραμένει ενεργό μέλος του, στηρίζει στο γεγονός ότι "ενόψει της αμφισβητήσεως που δημιουργούν τα παραπάνω περιστατικά και δη ο αβάσιμος ισχυρισμός του εναγομένου περί διαγραφής του, η οποία ουδέποτε έγινε, άλλως ουδέποτε έγινε νόμιμα, υφίσταται ανάγκη εκκαθάρισης του σχετικού ζητήματος με αυθεντική διάγνωση του δικαστηρίου".
Πρόκειται, δηλαδή, για αγωγή με την οποία επιδιώκεται σαφώς να αναγνωριστεί ότι η απόφαση αυτή της γενικής συνελεύσεως είναι ανύπαρκτη άλλως ότι εκδόθηκε πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία και αντίκειται κατά το περιεχόμενο της δικαιοπρακτικής της βουλήσεως σε απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ειδικότερα πραγματικά περιστατικά-λόγους ανυπαρξίας, στην οποία ανυπαρξία ή ανυπόστατον αυτής) ο ενάγων στηρίζει το έννομο συμφέρον του να αναγνωριστεί ότι εξακολουθεί να είναι μέλος του σωματείου αυτού (άρθρο 70 ΚΠολΔ) και όχι για προσφυγή κατά αποφάσεως οργάνου του σωματείου για αποβολή μέλους (άρθρο 88 ΑΚ) ή για αγωγή ακυρώσεως αποφάσεως γενικής συνελεύσεως σωματείου (άρθρο 101 ΑΚ) για την έγερση των οποίων άλλωστε (ενώπιον του καθύλην αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατ' άρθρο 17 αριθμ 3 του ΚΠολΔ) δεν θα υπήρχε πράγματι, ήδη κατά το χρόνο ασκήσεώς της έννομο συμφέρον στον ενάγοντα λόγω της εκπνοής των αντίστοιχων προθεσμιών (διμήνου και εξαμήνου αντίστοιχα).
Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν σωματείο με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του, ότι δηλαδή πρόκειται περί αγωγής που βάλλει κατά του κύρους της από 29-1-2000 υποστατής αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως και επομένως, ασκήθηκε α) ενώπιον αναρμόδιου καθύλην δικαστηρίου, καθόσον για την εκδίκασή της αρμόδιο καθύλην δικαστήριο είναι αποκλειστικώς και μόνο το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης (άρθρο 17 παρ, 3 ΚΠολΔ) και β) εκπροθέσμως μετά την πάροδο της προθεσμίας των δύο (2) μηνών αφότου του γνωστοποιήθηκε η περί διαγραφής του απόφαση (άρθρο 88 παρ. 2 ΑΚ), άλλως μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την απόφαση της συνέλευσης (άρθρο 101 ΑΚ) κρίνονται κατά νόμο αβάσιμα".
Μετά τις κρίσεις αυτές το Εφετείο απέρριψε συνολικά την έφεση του αναιρεσείοντος σωματείου. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον σωματείο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του λόγο έφεσης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που περιεχόταν στο δικόγραφο της έφεσής του.
Από όσα, όμως, αναπτύσσονται παραπάνω προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους έφεσης και τους απέρριψε, από την επισκόπηση δε του δικογράφου της έφεσης προκύπτει, ότι η αναφορά σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων συνδέεται με το αίτημα για απόρριψη της αγωγής ως εκπρόθεσμης λόγω του επικαλούμενου από αναιρεσείον χαρακτήρα της ως προσφυγής κατά απόφασης της γενικής συνέλευσης.
Ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Οι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ιδρύονται μόνο αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της απόφασης. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης ως μη στηριζόμενους στο νόμο, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης που προσάπτουν στην απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ως ηττηθέν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Απριλίου 2009 αίτηση του Σωματείου Αρωγής του Συνδέσμου Εργοληπτών Εγκαταστατών Ηλεκτρολόγων Νομού Λακωνίας για αναίρεση της 387/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον σωματείο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ