Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of annulment request regarding debt acceptance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of Appeal's decision rejecting an annulment action. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving personal debt acceptance, but the court found the appellate court had properly evaluated all evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 8 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's assessment of evidence and rejection of annulment grounds based on lack of consideration of specific documents is not subject to review on appeal if the lower court explicitly addressed the arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 240 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 240/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Χρήστου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλυβιώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5761/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1420/3.12.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 5761/31.8.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1420/13-12-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5761/31-8-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 149600/1584/6-10-2005 ανακοπή εδιώκετο από την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη η ακύρωση της 7877/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως της ήδη αναιρεσείουσας με βάση τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της συν/κές.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 22/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 945/1-2-2007 έφεση της καθής, η 5761/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ'αυτής κατ'ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι με βάση τις ακόλουθες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης δι'αυτής αποφάσεως. "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθεμιά χωριστά και σε σχέση με την άλλη, ανάλογα με τη γνώση και την αξιοπιστία κάθε μάρτυρα, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη καθαυτά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Η ανακόπτουσα είναι εταίρος της εταιρίας με την επωνυμία "...... Φωτοαντιγραφικές Εργασίες ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στην ...... (οδός ...... αρ. ...) στο υπάρχον εκεί μέγαρο "......". Η εταιρία αυτή συνεστήθη τον Απρίλιο του έτους 2001 δυνάμει του ...... καταστατικού συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Μ. Παπακωνσταντίνου, που καταχωρήθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 18-4-2001 με α/α γενικό ......
και ειδικό ...... και περίληψή του δημοσιεύθηκε στο 2244/19-4-01 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με σκοπό την άσκηση επιχείρησης φωτοαντιγραφικών, δακτυλογραφικών, φωτοσυνθετικών και μεταφραστικών εργασιών ως και την παροχή συναφών υπηρεσιών και πώλησης συναφών, επίσης την πώληση μηχανημάτων και υλικών γραφικών τεχνών και παρομοίων με τις ανωτέρω δραστηριότητες ειδών, διαχειριστής δε της εταιρίας αυτής ορίστηκε ο Α, ο οποίος με βάση το άρθρο 19 του καταστατικού αυτού είχε τη δυνατότητα να διορίζει πληρεξούσιο στον οποίο να αναθέτει τη διενέργεια πράξεων διαχείρισης και εκπροσώπησης τις οποίες ο ίδιος είχε, ενώ με το ......
συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Ανδ. συζ. Ν. Κλώνη το γένος Θ.Καραλή έγινε μεταβίβαση λόγω πώλησης εταιρικών μεριδίων, προσαρμογή εταιρικού κεφαλαίου και αύξηση αυτού, εκλογή διαχειριστή τροποποίηση και κωδικοποίηση αυτού, που καταχωρήθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών με α/α γενικό ...... και ειδικό ...... και περίληψη του δημοσιεύθηκε στο 653/18-11-02 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), μεταξύ δε άλλων στο καταστατικό αυτό, ορίστηκε ως διαχειριστής πάλι ο ανωτέρω Α για το χρονικό διάστημα από 22-10-02 έως 22-10-2004 και ορίστηκε στο άρθρο 22 περ.
Η ότι αυτός έχει τη δυνατότητα να διορίζει με συμβολαιογραφικό έγγραφο για ορισμένο ή για αόριστο χρόνο, πληρεξούσιό του, οποιονδήποτε τρίτο, εταίρο ή μη, για την ενέργεια μιας ή περισσοτέρων πράξεων από εκείνες που του ανατίθενται με το παρόν καταστατικό και να ανακαλεί αυτόν κατά βούληση. Μεταξύ δε των αρμοδιοτήτων που παρέχονται στον διαχειριστή της άνω εταιρίας είναι και οι αναφερόμενες στο άρθρο 22 περ.
Ζ και δη η ανάληψη υποχρεώσεων για λογαριασμό και στο όνομα της εταιρίας με την μορφή έκδοσης, αποδοχής, οπισθογράφησης ή τριτεγγύησης συναλλαγματικών κλπ. Με βάση τα ανωτέρω ο Α ως διαχειριστής της άνω ΕΠΕ τόσον αρχικά με το ...... καταστατικό αυτής όσο και μεταγενέστερα με το ...... καταστατικό της, με το ......
πληρεξούσιο της Σ/φου Αθηνών Ανδ. συζ. Ν. Κλώνη το γένος Θ. Καραλή, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι έχει ανακληθεί, με την ιδιότητα του αυτή του διαχειριστή, διόρισε ως ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο του και αντίκλητο του την ανακόπτουσα, στην οποία, μεταξύ άλλων, δίδει τη πληρεξουσιότητα, "να εκδίδει, αποδέχεται, οπισθογραφεί, τριτεγγυάται και εξοφλεί συναλλαγματικές, γραμμάτια εις διαταγή και επιταγές ..." και "ειδικά για την έκδοση, υπογραφή, οπισθογράφηση ή τριτεγγύηση συναλλαγματικών, γραμματίων εις διαταγή και τραπεζικών επιταγών για λογαριασμό της εταιρείας, να υπογράφει κάτω από τη εταιρική επωνυμία, δεσμεύοντας την εταιρεία μόνο με αυτόν τον τρόπο.
Μεταγενέστερα δε με την ιδιότητά του ως εταίρος της άνω εταιρίας δυνάμει του ...... πληρεξουσίου της ίδιας ανωτέρω Συμ/φου διόρισε την ανακόπτουσα ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του προκειμένου μεταξύ άλλων, να πωλήσει τα μερίδια του στην άνω εταιρία και να υπογράφει κάθε απαιτούμενο έγγραφο.
Εξάλλου δε κατά την γενική συνέλευση των εταίρων της άνω εταιρίας στις 5-2-04, όπου παρέστησαν όλοι οι εταίροι, αποφασίστηκε χωρίς κανείς από αυτούς να αντιλέξει, μεταξύ άλλων, η ανακόπτουσα να εκπροσωπήσει την εταιρία στην αγοραπωλησία του φωτοαντιγραφικού μέρους του καταστήματος της οδού ...... αρ. ... με αγοράστρια την καθής η ανακοπή, υπογράφοντας τα σχετικά έγγραφα προς πώληση και εισπράττοντας τα χρηματικά ποσά που ορίστηκαν.
Το σχετικό δε πρακτικό έχει υπογραφεί από τους εκλεγέντες ομόφωνα από την γενική συνέλευση πρόεδρο Α και τη γραμματέα Ψ, μη απαιτουμένης της υπογραφής των συμμετασχόντων μελών. Σύμφωνα δε με όσα προελέχθηκαν ούτε η πληρεξουσιότητα του διαχειριστή της έπε προς την ανακόπτουσα ούτε η απόφαση της γενικής συνέλευσης περί διορισμού ως εκπροσώπου αυτής (ανακόπτουσας) σχετικά με την πώληση προς την καθής η ανακοπή ήταν απαραίτητο να δημοσιευθούν.
Με βάση την άνω πληρεξουσιότητα σε συνδυασμό με την άνω απόφαση της γενικής συνέλευσης λοιπόν η ανακόπτουσα υπέγραψε κάτω από τη σφραγίδα της άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης στη θέση του αποδέκτη έξι (6) συναλλαγματικές εκδόσεως της. καθής η ανακοπή με χρόνο έκδοσης 17-11-03, 24-4-04, 27-4-04, 2-5-04, 3-5-04 και 18-5-04 αντίστοιχα, χρόνο λήξης 20-11-04, 20-9-04. 20-8-04, 20-9-04, 10-9-04 και 20-10-04 αντίστοιχα και ποσών 5.000, 3.000, 8.000, 4.000, 20.000 και 2.500 ευρώ αντίστοιχα, ως αντιπρόσωπος της ΕΠΕ, με αποτέλεσμα να δεσμευτεί από αυτές αποκλειστικά η άνω εταιρία και όχι η ανακόπτουσα, ως φυσικό πρόσωπο και να μην υφίσταται παθητική νομιμοποίηση αυτής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Επομένως, οι λόγοι έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε πληρεξουσιότητα από τον διαχειριστή της ΕΠΕ και δεν έγινε δημοσίευση του πληρεξουσίου ούτε υπήρχε η πληρεξουσιότητα στους τίτλους, καθώς και ότι στο από 5-2-04 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων δεν χορηγήθηκε εξουσιοδότηση στην ανακόπτουσα να αποδεχθεί τις συναλλαγματικές, αφού αυτό (το πρακτικό) δεν καταχωρήθηκε και δεν δημοσιεύθηκε κατά το άρθρο 17 ν. 3190/55 και ότι από αυτό δεν προκύπτει ο τύπος των υπογραφών των ψηφισάντων εταίρων για τη λήψη της σχετικής απόφασης, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού ως αναφέρεται παραπάνω η εξουσιοδότηση στην ανακόπτουσα για την αποδοχή των άνω συναλλαγματικών χορηγήθηκε με το πρώτο πληρεξούσιο του διαχειριστή της ΕΠΕ και επιπλέον η γενική συνέλευση της εταιρίας σύμφωνα με το προαναφερθέν πρακτικό νόμιμα υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο και τη γραμματέα αυτής, την εξουσιοδότησε να προβεί στις ενέργειες τις σχετικές με την πώληση προς την καθής η ανακοπή, μη απαιτουμένης της καταχώρησης και δημοσίευσης των άνω πληρεξουσίου και απόφασης της γενικής συνέλευσης και μη απαιτουμένης ομοίως της αναγραφής του πληρεξουσίου επί του τίτλου.
Απορριπτέος ομοίως, είναι και ο λόγος έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπή είναι αόριστη και αντιφατική. Τέλος, απορριπτέος είναι και ο λόγος ότι η ανακόπτουσα ευθύνεται για την πληρωμή των άνω συναλλαγματικών που αφορούν ατομικό της δάνειο, αφού κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε". Ειδικότερα :
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γέννηση του δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση εις αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα εις αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νομικού βασίμου αυτής οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Εξάλλου, με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται στην ρύθμιση του άρθρου 585 ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως είτε κατά της υπάρξεως της απαιτήσεως, καθένας δε από τους λόγους αυτούς συνιστά αυτοτελή βάση ακυρότητας της διαταγής πληρωμής.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο υποστηρίζεται ότι "α) ενώ λέγει στην ανακοπή της ότι αποδείχθηκε και μου παρέδωσε τις 6 συναλλαγματικές κατ' εντολήν της ΕΠΕ τις 5 συν/κές τον Μάϊο 2003 και την έκτη τον Νοέμβριο 2003, και ότι έθεσε την σφραγίδα της ΕΠΕ και την υπογραφή της υπό την εταιρική επωνυμία, επικαλείται ότι μου τις έδωσε τον Μάϊο 2004 όλες μαζί σε μένα ως εγγύηση με την υποχρέωση να τις επιστρέψω την 1/6/2004 με την δήθεν υπογραφή του μισθωτηρίου συμφωνητικού με τον εκμισθωτή Β, β) λέγει ότι τις αποδέχθηκε το 2003, ισχυρίζεται επίσης ότι οι συναλλαγματικές των 20.000 και 4.000 Ευρώ ήταν πλαστές και συνεπώς ήσαν συν/κές γνήσιες μόνον οι υπόλοιπες 18.500 (5.000, 8.000, 3.000. 2.500) Ευρώ, ζητεί την ακύρωσή τους με τον ισχυρισμό της ανακοπής της ότι υπέγραψε και τις έξη και ότι είναι γνήσιες συνολικού ποσού 42.500 Ευρώ για λογ/σμό της ΕΠΕ, γ) ενώ λέγει ότι το κατάστημα μου παραδόθηκε με την υπογραφή του συμφωνητικού την 1/6/2004, αντίθετα ισχυρίζεται ότι μου παρέδωσε τα κλειδιά του καταστήματος τον Νοέμβριο 2003, δ) ενώ λέγει ότι με το υπ' αριθ. ......
πληρεξούσιο ο Α ως εταίρος της ΕΠΕ της έδωσε την εντολή να πουλήσει τα μερίδια του στην ΕΠΕ και να εισπράξει τοις μετρητοίς την αξία τούτων και να εξέλθει της ΕΠΕ, στην συνέχεια για την παραδοχή της ανακοπής της επικαλείται ότι με το πληρεξούσιο αυτό όχι ως εταίρος αλλά ως διαχειριστής της έδωσε εντολή να αποδεχθεί τις 6 συν/κές για λογ/σμό και κατ' εντολήν της ΕΠΕ, ε) επικαλείται ότι με την από 5/2/04 απόφαση της Γ.Σ.
των εταίρων δόθηκε η ειδική εντολή μόνον να μου πουλήσει το κατάστημα της οδού ......, να υπογράψει το πωλητήριο συμφωνητικό και να εισπράξει μέχρι τότε το τίμημα των 65.000 Ευρώ, επικαλείται ότι η Γ.Σ. των εταίρων με το ως άνω κείμενο της έδωσε την εντολή να αποδεχθεί υπό την εταιρική επωνυμία τις έξη συν/κές ως εγγύηση, στ) Ενώ επικαλείται ότι τα κλειδιά του καταστήματος τα παρέδωσε η ΕΠΕ τον Νοέμβριο 2003, επικαλείται αυτολεξεί ότι "επειδή η καθ' ης επειγόνταν να εγκατασταθεί στο μίσθιο ... .
Μόνον την 1η Ιουνίου 2004 στο νέο μισθωτήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε και υπογράφτηκε στο όνομα της καθ' ης ως μισθώτριας αφού ο εκμισθωτής Β ... . Αφού η καθ' ης τακτοποίησε και το θέμα της ταμειακής της μηχανής λαμβάνοντας νέο αριθμό από την ΔΟΥ .... της ζήτησα να επιστρέψει τις συν/κές ... . ζ) Λέγει τις 5 συν/κές τις αποδέχθηκε για λογ/σμό της ΕΠΕ τον Μάϊο 2003, επικαλείται για την ύπαρξη εντολής το ......
πληρεξούσιο το οποίο καταρτίσθηκε την 31/7/2003, ενώ για τις 6 συν/κές λέγει ότι τις αποδέχθηκε τις 5 τον Μάϊο 2003 και την 6η τον Νοέμβριο 2003, επικαλείται επίσης με την ανακοπή της την ύπαρξη εντολής για αποδοχή των συν/κών με την απόφαση 5/2/2004 της Γ.Σ. των εταίρων, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπ' όψιν τους άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς μου και έκρινε ότι η ανακοπή δεν είναι αόριστη ούτε αντιφατική και δέχθηκε την ύπαρξη εντολής της αντιδίκου για αποδοχή των συν/κών για λογ/σμό και κατ' εντολήν της ΕΠΕ με την υπογραφή της υπό την εταιρική επωνυμία και απέρριψε την έφεση μου και ως εκ τούτου η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερούμενη και νομίμου βάσεως είναι αναιρετέα κατ' εφαρμογή των αριθ. 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.".
Με τις αναιρετικές αυτές αιτιάσεις ανεπιτρέπτως προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κυριαρχική από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, θεμελιούμενης, κατά τις ορθές περί τούτου αιτιολογίες της, στον διατυπούμενο λόγο της ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την έννοια ότι οι συν/κές, στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής έγιναν αποδεκτές από εκείνη ως αντιπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "......
Φωτοαντιγραφικές εργασίες ΕΠΕ", αγωγικοί ισχυρισμοί που αρκούσαν για τη θεμελίωση του λόγου ανακοπής και από την άποψη αυτή ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε αντιδιαστολή προς τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής λοιπά πραγματικά περιστατικά.. Επιπρόσθετα τον περί αοριστίας και αντιφατικότητας της ανακοπής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη και ορθώς απέρριψε, παραδοχή που αποκλείει την ίδρυση του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγου, για δε τη στοιχειοθέτηση εκείνου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ απαιτείται αποδεικτικό επί της ουσίας πόρισμα.
ΙΙ. (i) Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δε προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και παρατίθεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 και 1 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "το ......
πληρεξούσιο, που επικαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση για να θεμελιωθεί την ύπαρξη εξουσίας του διαχειριστή της επε να δώσει την εντολή προς την ανακόπτουσα αποδοχής των συν/κών ήταν (......) ανίσχυρο λόγω λήξης της εξουσίας του διαχειριστή της ΕΠΕ από το ...... καταστατικό", και τούτο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 222 ΑΚ, ευθεία παραβίαση του οποίου κατά τρόπο αντιφατικό παράλληλα αποδίδεται.
Από την επιτρεπτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε αναφορικά με το ...... πληρεξούσιο, με άμεση δικονομική συνέπεια οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις να ελέγχονται προεχόντως ως απαράδεκτες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, με την επακολουθήσασα με το ......
συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Νικ. Κλώνη - Θ. Καραλή τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας εκλέχθηκε και πάλι διαχειριστής αυτής ο Α για το από 22-10-2002 έως 22-10-2004 χρονικό διάστημα, και εντεύθεν δεν περατώθηκε η έννομη σχέση, με βάση την οποία χορηγήθηκε από τον τελευταίο, με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας, η πληρεξουσιότητα στην αναιρεσίβλητη για αποδοχή συναλλαγματικών υπό την εταιρική επωνυμία για λογαριασμό της εταιρίας, προϋπόθεση για την παύση της πληρεξουσιότητας κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 222 ΑΚ.
(ii) Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεως της αγωγής και σαν τέτοια νοείται, κατά το άρθρο 216 παρ.1 εδ.
ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7 και 8 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίων εις διαταγήν", προκύπτει ότι για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως από συναλλαγματική απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει με αντιπρόσωπο. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η συναλλαγματική, η δε πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρεώσεως από τη συναλλαγματική πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο, τουλάχιστον ιδιωτικό έγγραφο, δηλαδή και με έγγραφα εκτός του εγγράφου του τίτλου της συναλλαγματικής αφού από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο, αλλ' αντιθέτως είναι αυστηρό για τις συναλλαγές, να εξάγεται η εξουσιοδότηση προς υπογραφή εκ του τίτλου αυτού (Ολ.ΑΠ 19/2003).
Για τη θεμελίωση του αποτελούντος την ιστορική βάση λόγου ανακοπής η ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι τις επίμαχες συν/κές αποδέχθηκε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...... ΕΠΕ", εξουσία η οποία παρασχέθηκε από τον διαχειριστή της τελευταίας με το ...... πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Ανδρομάχης Κλώνη-Καραλή, πραγματικά περιστατικά που αρκούσαν για τη διάγνωση της βασιμότητάς του.
Με την έννοια αυτή δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της ανακοπής κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ ότι το πρώτον με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της παραδεκτά κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ επικαλέσθηκε παράλληλα το ...... πληρεξούσιος της αυτής συμ/φου, με το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, παρέσχε στην αναιρεσίβλητη την εξουσία, πλην άλλων, να εκδίδει, αποδέχεται και οπισθογραφεί συν/κές για λογαριασμό της εταιρείας, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία, δεσμεύοντας την εταιρεία μόνο με αυτόν τον τρόπο.
Και τούτο για τον λόγο ότι η επικαλούμενη μεταβολή αναφέρεται στην απόδειξη της επικαλούμενης ως παρασχεθείσης έγγραφης εξουσίας αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας, για την αποδοχή συν/κών, χωρίς με τον τρόπο αυτό να διαφοροποιείται η ιστορική βάση της ανακοπής. Επομένως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη τον διατυπωθέντα από την αναιρεσείουσα, ισχυρισμό περί απαράδεκτης μεταβολής της βάσεως της ανακοπής, δεν ιδρύει την προτεινόμενη υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται ο σχετικός ισχυρισμός να είναι νόμιμος (Ολ ΑΠ 14/2004).
(iii) 'Ομοια αρνητικά αξιολογούνται, ως αλυσιτελείς, οι προβαλλόμενες υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8, 10, 14 ΚΠολΔ συνιστάμενες στο ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη το ...... πληρεξούσιο και την παρασχεθείσα δι'αυτού εξουσία αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό τον οποίο η τελευταία ως εφεσίβλητη διατύπωσε και αποδεικτικό μέσο που απαραδέκτως επικαλέσθηκε με την ενσωμάτωση των πρωτοδίκων προτάσεων σε εκείνες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Και τούτο για τον λόγο ότι το δικαστήριο της ουσίας την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι τις επίμαχες συν/κές αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη ως αντιπρόσωπος της εταιρείας στήριξε την παρασχεθείσα εις εκείνη με το ...... πληρεξούσιο, δεχθείσα παράλληλα ότι με το ...... πληρεξούσιο χορηγήθηκε από τον Α ως εταίρου της εταιρείας, σε αντιδιαστολή με την ιδιότητα του διαχειριστή αυτής, στην αναιρεσίβλητη η εξουσία εκποιήσεως των εταιρικών του μεριδίων, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται. Πρόκειται, επομένως, για διηγηματικώς αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με την έννοια αυτή δεν διαφοροποιούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προϋπόθεση για το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8, 11 περ.2 (αντί του επικαλουμένου 10), 14 ΚΠολΔ,.
ΙΙΙ. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος, ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη κατά τρόπο αντιφατικό ισχυρίσθηκε ότι τις επίμαχες συν/κές αποδέχθηκε κατά τους μήνες Μάϊο και Νοέμβριο του έτους 2003, σε χρόνο προγενέστερο της από 5-2-2004 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των εταίρων της εταιρείας, που απορρίφθηκε με την παραδοχή της "απορριπτέος ομοίως είναι και ο λόγος εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ανακοπή είναι αόριστη και αντιφατική".
IV. Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αλυσιτελώς προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις (ι) από το άρθρο 559 αρ.1, 19 ΚΠολΔ και (ιι) από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, που αναφέρονται (ι) στο ...... πληρεξούσιο και (ιι) το από 5-2-2004 πρακτικό της γενικής συνελεύσεως των εταίρων, που αναφέρονται κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στην παρασχεθείσα εξουσία στην αναιρεσίβλητη εκπροσωπήσεως (ι) του Α, ως εταίρου, για την εκποίηση του εταιρικών του μεριδίων και (ιι) της εταιρείας για την εκποίηση του φωτοαντιγραφικού τμήματος της επιχειρήσεως, διαλαμβάνουσα παράλληλα ότι η εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας για την αποδοχή των επίμαχων συν/κών χορηγήθηκε με το αρχικό, ...... πληρεξούσιο, παραδοχή η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αρκούσε για τη βασιμότητα του λόγου ανακοπής.
V. Με το πρώτο και τρίτο σκέλος του πέμπτου κατά σειρά λόγου επαναδιατυπώνονται οι με στοιχ. ΙΙ (ι) και Ι αναιρετικές αιτιάσεις, που αρνητικά αξιολογήθηκαν, όπως ως αβάσιμη εκτιμάται και εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ του δεύτερου σκέλους αυτού, ερειδόμενη επί της αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε τις συν/κές με βάση την χορηγηθείσα με το ...... πληρεξούσιο εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας, όταν διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της ότι τούτο αφορά την πληρεξουσιότητα που χορήγησε ο Α με την ιδιότητα του εταίρου για την πώληση των εταιρικών του μεριδίων. Η προβαλλόμενη υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της και με την έννοια αυτή δεν προσήκει στην επικαλούμενη αντιφατικότητα των αιτιολογιών της.
VI. Με το πρώτο σκέλος του έκτου κατά σειρά λόγου προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 9 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, συνιστάμενες στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως εκκαλούσης ότι με την ανακοπή της η αναιρεσίβλητη υπεστήριξε ότι αποδέχθηκε τις έξι (6) συν/κές ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και παράλληλα, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι εξ αυτών, εκδόσεως 3-5-2004 και 2-5-2004, λήξεως 10-9-2004 και 20-9-2004, ποσού 20.000 και 4.000 δρχ.
αντίστοιχα, ήταν πλαστές, ισχυρισμό από τον οποίο και παραιτήθηκε στη συνέχεια η τελευταία (αναιρεσίβλητη) με τις πρωτόδικες προτάσεις της, και ότι ανεξάρτητα από την αντιφατικότητα, κατά τούτο του δικογράφου της ανακοπής, η προσβαλλόμενη απόφαση με την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και κατά τις εν λόγω συν/κές, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι έγιναν αποδεκτές από την αναιρεσίβλητη ως αντιπρόσωπο της εταιρείας, επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μετά την παραίτηση από τον περί πλαστότητας των εν λόγω συν/κών λόγο ήρθη η αντιφατικότητα και η ανακοπή περιορίσθηκε σε εκείνον περί αποδοχής όλων των συν/κών από την αναιρεσίβλητη ως αντιπρόσωπο της εταιρείας, αντίστοιχος ισχυρισμός, πλην εκείνου περί αντιφατικότητας, που απορρίφθηκε, δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, με την έφεση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με το αναιρετήριο, προϋπόθεση κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για την προβολή οποιουδήποτε λόγου αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι ερευνώμενες αναιρετικές αιτιάσεις να αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτες.
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού επαναδιατυπώνεται η με στοιχ. ΙΙ (ιιι) αναιρετική αιτίαση (ΚΠολΔ 559 αρ.11) και επιπρόσθετα εκείνη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη νόμιμης επικλήσεως του ...... πληρεξουσίου, που ελέγχεται ως αβάσιμη, σε συνέπεια με την παραπάνω σημειούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι με το εν λόγω πληρεξούσιο παρασχέθηκε η εξουσία αντιπροσωπεύσεως του Α, με την ιδιότητα του εταίρου της εταιρείας, σε αντιδιαστολή εκείνης με την ιδιότητα του διαχειριστή αυτή με το ......
πληρεξούσιο, για την εκποίηση των εταιρικών του μεριδίων, πραγματικά περιστατικά που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με την έννοια αυτή δεν διαφοροποιούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προϋπόθεση για το παραδεκτό και βάσιμο του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.
VII, VIII, IX. Με τον έβδομο κατά σειρά λόγο επαναδιατυπώνονται οι με στοιχ. IV και V ((ιιι) αναιρετικές αιτιάσεις (ΚΠολΔ 559 αρ.19, 20), με τον όγδοο η με στοιχείο Ι αναιρετική αιτίαση και με τον ένατο η με στοιχ. και επιπρόσθετα εκείνη από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η οποία ομοίως αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται ότι τις επίμαχες συν/κές αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη υπό την εταιρική επωνυμία ως αντιπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με βάση την εξουσία εκπροσωπήσεως αυτής που χορηγήθηκε εις αυτήν με το ...... πληρεξούσιο, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από την παράλειψη αναφοράς και αιτιολογίας στην διαφορετικότητα της ημερομηνίας εκδόσεως και αποδοχής των συν/κών.
X, XI, ΧΙΙ, XIII, XV, XVI, XVII. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Α' Ολ.ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνεπεία την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρ. 16, 17 και 18 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης" συνάγεται ότι η εκπροσώπηση της εταιρείας δικαστικώς και εξωδίκως λαμβάνει χώραν από κοινού συλλογικώς ή οι διοριζόμενοι από το καταστατικό ή από την συνέλευση ενεργούν είτε συλλογικώς είτε κατά πλειοψηφία, εφόσον επιτρέπεται από το καταστατικό ή από τη συνέλευση των εταίρων.
Η διαχείριση των Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης ρυθμίζεται κατά τρόπον όμοιον με τη διαχείριση των προσωπικών εταιρειών, στις οποίες προέχει το προσωπικό στοιχείο, κατ' αντίθεση προς τις ανώνυμες εταιρείες, όπου επικρατεί το κεφαλαιουχικό στοιχείο. Αποτέλεσμα της ως άνω αρχής, επί προσωπικών εταιρειών, που έχει εφαρμογή και επί της Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης, είναι ότι καταστατική διαχειριστική εκπροσώπηση ή αποκατάσταση διαχειριστών δεν μπορεί να υπάρξει, η δε τυχόν υφισταμένη καταστατική ρήτρα, με την οποία παρέχεται τέτοια εξουσία διαχειρίσεως είναι άκυρη, πλην αν υπάρξει ανάγκη, λόγω των περιστάσεων ή αν συνηθίζεται η τοιαύτη υποκατάσταση (άρ. 715 σε συνδυασμό με το άρ. 754 ΑΚ), εν όψει του ότι η δυνητική ευχέρεια εκ του άρ. 715 ΑΚ κατά παραπομπή εκ του άρ. 754 ΑΚ, με το οποίο ρυθμίζεται η εκπροσώπηση επί προσωπικών εταιρειών, δεν έχει πλήρη εφαρμογή σε συμβάσεις διαρκείας, στις οποίες εντάσσεται και η εταιρική σύμβαση, δεδομένου ότι αυτή αφορά την εξαιρετική υποκατάσταση του διαχειριστή σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας και δεν περιλαμβάνει τη γενική διαχείριση και εκπροσώπηση της ΕΠΕ.
Η τυχόν αναγνώριση γενικής υποκαταστάσεως στην διαχειριστική εξουσία θα ενείχε αναγνώριση πλήρους δικαιώματος να διορίζει και να ανακαλεί κατά βούληση τους διαχειριστές της ΕΠΕ, γεγονός το οποίον θα αντέκειτο προς την εξουσία της συνελεύσεως των εταίρων, η οποία συνιστά το ρυθμιστικό όργανο με ενσωμάτωση της απολύτου αντιπροσωπευτικής εξουσίας.
Είναι προφανές ότι γενική υποκατάσταση του διαχειριστού της ΕΠΕ δια διορισμού υπ' αυτού αντικαταστάτη διαχειριστή δεν θεωρείται νόμιμη. Είναι όμως νόμιμη η υποκατάσταση του διαχειριστού από πρόσωπο της εκλογής του για ωρισμένες και ειδικώς προσδιωρισμένες πράξεις. Ο διορισμός αντικαταστάτη διαχειριστή, λόγω ανάγκης ή συνήθειας εναπόκειται στη βούληση του υφιστάμενου διαχειριστή, ο οποίος κρίνει το απολύτως αναγκαίο, λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή της μακροχρονίου συνήθειας της ευχέρειας αυτής.
Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές και τις σημειούμενες με στοιχ. ΙΙ (ιι) της παρούσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της ότι με βάση την παρεχόμενη από το καταστατικό της εταιρείας δυνατότητα ο διαχειριστής αυτής Α παρέσχε στην αναιρεσίβλητη την εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας, για την αποδοχή συν/κών υπό την εταιρική επωνυμία, ιδιότητα με την οποία και αποδέχθηκε τις συν/κές, στις οποίες στηρίχθηκε η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται επί του σώματος αυτών το σχετικό ......
πληρεξούσιο. Οι παραδοχές της αυτές δικαιολογούσαν την παραδοχή της ανακοπής, λόγω ελλείψεως παθητικής στο πρόσωπο της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης νομιμοποιήσεως για την έκδοση κατ'αυτής της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, και την ακύρωση αυτής. Επομένως οι δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος (τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8, 17, 18 του ν. 3190/1955, 8 του ν.5325/1932, 212 ΑΚ, ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Με τον 13ο λόγο επαναδιατυπώνεται επιπρόσθετα η υπό στοιχ. ΙΙ (ι) αναιρετική αιτίαση, η οποία αρνητικά αξιολογήθηκε ως απαράδεκτη, και με τον δέκατο έβδομο εκείνη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο (αρνητικός) της ανακοπής ισχυρισμός της ότι η αποδοχή των συν/κών έγινε ατομικά από την αναιρεσίβλητη λόγω δανείου, τον οποίο με ρητή αιτιολογία της η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν.
Τέλος, αλυσιτελώς προβάλλονται οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αναφορικά με το 5-2-2004 πρακτικό της γενικής συνελεύσεως των εταίρων, αφού, όπως διαλαμβάνεται στις παραδοχές της αποφάσεως, η εξουσία αντιπροσωπεύσεως της αναιρεσίβλητης για την αποδοχή των επίμαχων συν/κών χορηγήθηκε με το αρχικό ...... πληρεξούσιο, αιτιολογία, η οποία, χωρίς να πλήττεται επιτυχώς, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της.
XIV. Με τον απομένοντα προς έρευνα δέκατο τέταρτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη (α) το από 30-4-2004 ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία με την ...... θεώρηση της ΔΟΥ Η' Αθηνών, στο οποίο διατυπώνεται η συνομολογηθείσα με τον Β, χωρίς τη μεσολάβηση της αναιρεσίβλητης ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, σύμβαση μισθώσεως του επί της οδού ......
αρ. ... καταστήματος και (β) την ...... δήλωσή της για την άσκηση στο εν λόγω κατάστημα επιτηδεύματος (εργαστήριο φωτοαντιγράφων), έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι αποδέχθηκε τις συν/κές κατά μήνα Μάϊο του έτους 2004 για την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ως εγγύηση για την υπογραφή της μισθώσεως με τον ιδιοκτήτη Β, που καταρτίσθηκε την 1-6-2004 με έκτοτε υποχρέωσή της αποδόσεως των συν/κών και εντεύθεν για τη βασιμότητα του ισχυρισμού της ότι η αποδοχή αυτών αφορούσε προσωπικό δάνειο της αναιρεσίβλητης.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη στις αιτιολογίες της βεβαίωση ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλ'αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα, απορρίπτοντας με ρητή αιτιολογία τον περί δανεισμού ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ.11 γ', 8 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.
Απαραδέκτως πλήττεται παράλληλα με τους λόγους αναιρέσεως η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1420/13-12-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 5761/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ