Legislator Case Law & Legislation
240/2007 AI generated

240/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 240/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3754/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2487/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/3/2003 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

240/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3754/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2487/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/3/2003 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 240 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 240/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3754/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2487/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/3/2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 28/11/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ. 1-2 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο ΄Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της αναιρέσεως είναι προϋπόθεση για το παραδεκτό της.

Τη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής εξετάζει ο ΄Αρειος Πάγος όχι μόνο κατ΄ ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα, που βρίσκονται στη δικογραφία (Ολ. Α.Π. 412/1981). Σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου προτείνεται με τις προτάσεις, που υποβάλλονται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικάσιμο, οπότε ο ΄Αρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπόψη του και να αποφανθεί σχετικώς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, κατά δε το άρθρο 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος, που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και, αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας και κατά το άρθρο 145 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία, που προσδιορίζεται σε έτη, λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-3-2000 και από την επομένη 29-3-2000 άρχισε να τρέχει η προαναφερόμενη τριετής προθεσμία προς άσκηση κατ΄ αυτής του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, η οποία έληξε την 7η μ.μ. ώρα της 31-3-2003, αφού η 29-3-2003 ήταν ημέρα Σάββατο και η 30-3-2003 ήταν ημέρα Κυριακή, ήτοι κατά το νόμο εξαιρετέες ημέρες (άρθρ. 1 παρ. 11 και 12 του Ν. 1157/1981), η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 31-3-2003, κατά την οικεία έκθεση του αρμόδιου γραμματέα, που έχει συνταχθεί κάτω απ΄ αυτή, ήτοι εμπροθέσμως.

Επομένως, η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της αναιρέσεως, η οποία έχει προταθεί με τις προτάσεις του, που όπως προκύπτει από την κάτω απ΄ αυτές βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, έχουν υποβληθεί στις 22-11-2005, δηλαδή περισσότερο από είκοσι ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση αυτής δικάσιμο (12-12-2006), είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.-

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε νομότυπη επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, το οποίο φέρεται ως μη ληφθέν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη το από 9-4-1993 έγγραφο της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, στου οποίου το δέκατο όρο υπάρχει παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από κάθε αξίωση αποζημιώσεώς του για οποιαδήποτε αιτία και συνεπώς και για τους ένδικους τόκους υπερημερίας, που αφορούν το χρονικό διάστημα από την έκδοση της σχετικής με την τοποθέτησή του στην αναιρεσείουσα αποφάσεων της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986 μέχρι την ημέρα της υπογραφής της εν λόγω συμβάσεως.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου από την ως άνω επίδικη αξίωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ειδική και σαφή αιτιολογία ότι δεν προσκομίσθηκε το έγγραφο της συμβάσεως, με το οποίο φέρεται ότι έγινε η ανωτέρω παραίτηση, ούτε και άλλο αποδεικτικό μέσο περί αυτής.

Η εν λόγω βεβαίωση του Εφετείου ότι δεν προσκομίσθηκε το έγγραφο αυτό, που συνιστά κρίση περί πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-3-2003 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 2487/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ