Legislator Case Law & Legislation
240/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for attempted inheritance fraud due to sufficient reasoning and lack of trial rights violation.

Case Number 240/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for attempted inheritance fraud, finding the lower court's decision sufficiently reasoned and legally sound. The appellant argued for a retrial based on alleged lack of hearing and procedural errors regarding the suspension of the sentence, but the court noted these claims were factually incorrect as no such requests were properly filed. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1D) and 510(1B) of the Code of Criminal Procedure: A conviction is valid if it contains specific and detailed reasoning covering facts and evidence, and a violation of the right to a hearing only occurs when a defendant or counsel explicitly requests a legal right that the court denies or fails to decide upon.

Keywords

AI generated
appeal against conviction sufficient reasoning requirement right to a hearing suspension of sentence legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1D) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1B) of the Code of Criminal Procedure
Article 170(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 33(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 46(1a) of the Penal Code
Article 100(1a) of the Penal Code
Article 99 of the Penal Code
Article 471(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 240 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 240/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ό. χήρας Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σταμούλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1379/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Σ. Τ., συζ. Β., κάτοικο ... και 2) Α. Χ., συζ. Χ., κάτοικο ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Νοεμβρίου 2004 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1947/2004.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικοί με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, όταν έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ.), πειθώ και φορτικότητα, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση υπό του Δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), η αναιρεσείουσα εκηρύχθη ένοχος ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική πλαστογραφία, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως.

Ειδικότερα, για να καταλήξει στην καταδικαστική της κρίση η προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι "η κατηγορουμένη στον Ελαιώνα Θηβών, στις 5-9-1997, με πρόθεση, πειθώ και φορτικότητα, υποσχέσεις και παραινέσεις, προκάλεσε σε άλλον, ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί (μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) την απόφαση να συντάξει την από 5-9-1997 ιδιόγραφη διαθήκη, επί της οποίας έθεσε, κατ' απομίμηση την υπογραφή του αποβιώσαντος, αιφνιδίως στις 9-11-1997 συζύγου της Δ.

Π., με την οποία αυτός εφέρετο ότι την εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο του επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, η αξία της οποίας, κατά το χρόνο του θανάτου του, ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 180.028.380 δρχ., ότι έκανε χρήση της διαθήκης αυτής, αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, στο οποίο την εμφάνισε κατά την δικάσιμο της 9-7-1998), ζητώντας με την από 24-6-1998 αίτησή της, να κηρυχθεί κυρία και στη συνέχεια ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, κατά την διάσιμο της 18-11-1999, οπότε συζητήθηκε η από 14-4-1998 αγωγή των μηνυτριών αδελφών του (αποβιώσαντος) Σ.

Τ. και Α. Χ. κατά της κατηγορουμένης, με την οποία (οι μηνύτριες) ζητούσαν, μεταξύ των άλλων, την αναγνώριση του κληρονομικού τους δικαιώματος έναντι αυτής και ότι με την παραπάνω πράξη της η κατηγορουμένη εσκόπευε να εμφανισθεί, ως μοναδική κληρονόμος του συζύγου της, ο οποίος εστερείτο τέκνων και μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε τις μηνύτριες αδελφές του, για να περιέλθουν σ' αυτή, κατ' αποκλειστική κυριότητα, τα ακίνητα του αποβιώσαντος συζύγου της, η αξία των οποίων ανήρχετο συνολικώς, κατά το χρόνο του θανάτου του, στο ποσό των 180.128.380 δρχ., βλάπτοντας έτσι τις μηνύτριες που θα τον κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/4 εκάστη και δη κατά το ποσό των 45.007.095 δρχ.

στο οποίο ανερχόταν η αξία του κληρονομικού μεριδίου εκάστης κατά το χρόνο θανάτου του αδελφού τους".

Με αυτά που εδέχθη, ως αποδειχθέντα, από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα με πρόθεση, πειθώ και φορτικότητα, υποσχέσεις και παραινέσεις προκάλεσε την απόφαση σε πρόσωπο, του οποίου δεν διακριβώθηκε η ταυτότητα, να τελέσει την αξιόποινη πράξη της (κακουργηματικής) πλαστογραφίας διαθήκη του συζύγου της, από την οποία (πλαστογραφίας) είναι η μόνη ωφελουμένη, γιατί καλείται (με την πλαστή διαθήκη) ως μοναδική κληρονόμος του στερουμένου γονέων και κατιόντως συζύγου της, αλλ' έχοντος δύο αδελφές, οι οποίες, αν δεν συντασσόταν η πλαστή διαθήκη, κάθε μία από αυτές θα εκαλείτο στην κληρονομία εκείνου σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Περισσότερα περιστατικά, για να θεμελιωθεί η ευθύνη της αναιρεσείουσας, δεν χρειαζόταν να διαλάβει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Εντεύθεν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1Β ΚΠΔ, υφίσταται, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Κατά το άρθρο 33 παρ. 2 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, να κάνουν δηλώσεις ή να υποβάλουν αιτήσεις, για οποιοδήποτε θέμα, εφόσον αυτό αφορά την υπόθεση, το δικαστήριο όμως υποχρεούται να απαντήσει επί της σχετικής αιτήσεως μόνον εάν αυτή υποβάλλεται παραδεκτά, με σαφήνεια και πληρότητα και είναι νόμιμη, δηλαδή η υποβολή της αιτήσεως πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, καίτοι ο συνήγορος αυτής υπέβαλε αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής των δύο και ημίσεος ετών (σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 1α, όπως ισχύει και 99 ΠΚ), εν τούτοις το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτού αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδοχές του και διέταξε τη μετατροπή της ποινής προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως, τέτοιο αίτημα δεν υπεβλήθη ούτε από το συνήγορο της αναιρεσείουσας ούτε από την ιδία. Αντ' αυτού (του αιτήματος) οι συνήγοροι της αναιρεσείουσας, λαβόντες τον λόγο μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της επιβλητέας ποινής, εζήτησαν: "να επιβληθεί (στην κατηγορουμένη) το ελάχιστον όριο της ποινής και να ανασταλεί η εκτέλεση αυτής επειδή θα ασκηθεί αναίρεση", δηλαδή υπεβλήθηκε αίτημα αναστολής εκτελέσεως κατά το άρθρο 471 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. που προϋποθέτει ασκηθείσα αναίρεση και είναι διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι υπέβαλε.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1β ΚΠΔ (και όχι εκ του άρθρου 510 παρ. 1θ ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας), πρέπει να απορριφθεί, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.

Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 1η Νοεμβρίου 2004 αίτηση της Ό. χήρας Δ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1379/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2005. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ