Legislator Case Law & Legislation
23/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership profit claim and document distortion grounds.

Case Number 23/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding co-ownership disputes. The appellant argued that the Court of First Instance distorted a utility document and failed to award profits from exclusive use of shared property. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly interpreted the evidence and that the appellant's arguments regarding profit calculation and document distortion were legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 785, 786, 787, 792§2, 961, 962, 1113 of the Civil Code; Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: Exclusive use by one co-owner generates a claim for profits proportional to their share, while appellate courts cannot overturn factual findings based on document interpretation unless there is a diagnostic error in reading the document.

Keywords

AI generated
co-ownership exclusive use profit sharing claim document distortion appeal appellate review standard civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 785, 786, 787, 792§2, 961, 962, 1113 of the Civil Code
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1121/2017
Supreme Court 2191/2007
Supreme Court 362/2010
Supreme Court 802/2017
Supreme Court 187/2015
Supreme Court 767/2014
Supreme Court 171/2023
Supreme Court 262/2020
Supreme Court 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 23 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 23/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Β. Π.. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θ. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3695/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 2191/2007).

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 362/2010) ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (ΑΠ 1121/2017, ΑΠ 767/2014).

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 802/2017, ΑΠ 187/2015).

Κατά τα λοιπά ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή προκειμένου για ακίνητο διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 276/2016, ΑΠ 767/2014).

Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημιώσεως, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ` αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς αρκεί η αναφορά (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 362/2010, ΑΠ 1761/2008).

Άλλο στοιχείο δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή και ειδικότερα άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ενστάσεως), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 564/2012, ΑΠ 1480/2000).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (AΠ 802/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρ. Κ. νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., κατέστησαν συγκύριοι ο πρώτος εφεσίβλητος - ενάγων (αναιρεσίβλητος) και ο εκκαλών - εναγόμενος (αναιρεσείων) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου εκτάσεως 160 τ.μ. που βρίσκεται επί της ....

Επί του οικοπέδου αυτού υπάρχει ένα παλαιό ισόγειο κτίσμα επιφανείας 60 τ.μ. Το κτίσμα αυτό διαχωρίστηκε ατύπως από τους διαδίκους σε δύο τμήματα. Το ένα έχει επιφάνεια 24 τ.μ. και το άλλο τμήμα 36 τ.μ. Το δεύτερο τμήμα των 36 τ.μ. ο ενάγων το διαμόρφωσε σε επαγγελματική στέγη και εγκατέστησε εκεί το αρχιτεκτονικό του γραφείο, ενώ το έτερο τμήμα των 24 τ.μ.

οι διάδικοι δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου το παραχώρησαν στον έτερο αδελφό τους, δεύτερο εφεσίβλητο Δ. Ρ., το οποίο αυτός λειτουργούσε ως ιατρείο έως και τον Ιούλιο του 2014. Το έτος 1986 ο ενάγων μαζί με τον έτερο κύριο συγκύριο - εναγόμενο συνέστησαν την τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "... και συνεργάστηκαν μέχρι το έτος 2002, οπότε, λόγω οικονομικών διαφωνιών ως προς την διαχείριση της εταιρείας που προέκυψαν ανάμεσά τους μετά από έναν έντονο μεταξύ τους καβγά, ο ενάγων αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την ως άνω κοινή επαγγελματική τους στέγη, που έκτοτε χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο εναγόμενος - εκκαλών και να προβεί στην εκμίσθωση έτερου ακινήτου για να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Επομένως, εφόσον ο εναγόμενος - εκκαλών έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου τουλάχιστον έως και τον ένδικο στην αγωγή χρόνο, ήτοι έως και τις 10.9.2013, γεγονός εξάλλου που δεν αρνείται και ο ίδιος, ο ενάγων έχει ανάλογη, προς το ποσοστό του δικαιώματός του, μερίδα από το όφελος που ο εναγόμενος αποκόμισε και αντίστοιχα εξοικονόμησε, με την αποφυγή ισόποσης δαπάνης για την εκμίσθωση της ανάλογης μερίδας του ενάγοντος, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τις 10.9.2008 έως και τις 10.9.2013.

Οι ισχυρισμοί του εναγομένου - εκκαλούντος τόσο πρωτόδικα όσο και στους σχετικούς λόγους της έφεσής του (1ο και 2ο) ότι αυτός ουδέποτε εκδίωξε τον ενάγοντα από το επίκοινο ακίνητο των 36 τ.μ. και ότι αυτός ενάγων θα μπορούσε ευχερώς να κάνει χρήση του έτερου ακινήτου των 24 τ.μ., εγκαθιστώντας εκεί την επαγγελματική του στέγη και ως εκ τούτου δεν οφείλει αποζημίωση χρήσης είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Και αυτό διότι,... ο ενάγων - συγκύριος του επιδίκου ακινήτου, ακόμα κι αν δεν προέβαλε αξίωση σύγχρησης έχει ανάλογη του δικαιώματός του μερίδα από το ανωτέρω όφελος του εναγομένου, το οποίο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν έκανε χρήση του έτερου ακινήτου των 24 τ.μ., αν και μπορούσε κατά τον εναγόμενο ή ότι, κατά τον τελευταίο, απεχώρησε οικειοθελώς από το ένδικο ακίνητο και δεν παρεμποδίστηκε στη χρήση του από αυτόν, αλλά αρκεί, κατά τα προαναφερόμενα, η αποδεδειγμένη προαναφερθείσα αποκλειστική χρήση του από τον εναγόμενο εκκαλούντα.

Ο ως άνω ισχυρισμός του, εξάλλου, ήτοι ότι αυτός ως συγκύριος του 50% του επιδίκου ακινήτου, δικαιούνταν, κατ' άρθρο 787 ΑΚ, να κάνει αποκλειστική χρήση της ως άνω επαγγελματικής στέγης των 36 τ.μ., που αντιστοιχεί κατ' αυτόν στο ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, δοθέντος ότι δεν στερούσε από τον ενάγοντα να κάνει χρήση του ετέρου ακινήτου των 24 τ.μ., δεν μπορεί να εκληφθεί ότι συνιστά την εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένσταση ύπαρξης άλλης έννομης σχέσης, βάσει της οποίας αυτός ως συγκοινωνός έκανε αποκλειστική χρήση του ως άνω ακινήτου και κατά τη μερίδα του έτερου συγκοινωνού (ενάγοντος) και συνεπώς δεν υποχρεούται στην αιτούμενη καταβολή αποζημίωσης, αφού δεν επικαλείται ο εναγόμενος - εκκαλών ότι μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του - ενάγοντος υπήρξε συμφωνία, με την οποία είχε καθοριστεί τέτοιος τρόπος χρήσης του κοινού...., που σημειωτέον ουδόλως αποδείχθηκε.

Το όφελος δε που ο εναγόμενος αποκόμισε και δικαιούται ο ενάγων συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, μισθωτική αξία της μερίδας του, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα ως αποζημίωση ωφέλεια και εξοικονόμηση δαπάνης μίσθωσης της μερίδας του ενάγοντος.

Περαιτέρω, από το σύνολο του εισφερόμενου στο Δικαστήριο ως άνω αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η μισθωτική αξία της επίδικης επαγγελματικής στέγης κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από 10.9.2008 έως και 10.9.2013, με βάση τις μισθωτικές συνθήκες, που κρατούσαν κατά το χρόνο της χρήσεως, μεταξύ των οποίων και η από το έτος 2011 αρξαμένη ημεδαπή οικονομική κρίση, που επηρέασε καίρια το ύψος των μισθωμάτων, λαμβάνοντας προσέτι υπόψη την περιοχή όπου βρίσκεται αυτό, (γωνιακό επί της ..., που είναι εμπορικός δρόμος), του εμβαδού του (36τ.μ.) αλλά και της παλαιότητάς του (πρόκειται για παλαιό ισόγειο κτίσμα) ανήλθε κατά το έτος 2008 στο ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2009 στο ποσό των 280 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2010 στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Από το έτος όμως 2011 και μετέπειτα, λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης στην οποία περιήλθε η χώρα μας, η μισθωτική αξία του ακινήτου όχι μόνον δεν είχε αύξηση, αλλά αντιθέτως εμφάνισε κατ' αρχήν στασιμότητα και στη συνέχεια μείωση. Έτσι, η μισθωτική αξία του επικοίνου ακινήτου για το έτος 2011 ανερχόταν σε 300 ευρώ μηνιαίως, για το έτος 2012 σε 280 ευρώ μηνιαίως και για το έτος 2013 σε 260 ευρώ μηνιαίως.

Τα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο - εκκαλούντα, τόσο πρωτοδίκως όσο και με την ένδικη έφεσή του (3ος λόγος αυτής) περί μηδενικής μισθωτικής αξίας του επιδίκου ακινήτου, λόγω της παλαιότητάς του αλλά και του γεγονότος ότι από τις 2.11.2009 στερείται ηλεκτρικού ρεύματος ουδόλως αποδείχθηκαν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δοθέντος ότι στο εν λόγω ακίνητο αφ' ενός, ως προέκυψε, ο εναγόμενος - εκκαλών εξακολουθεί να ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα αφ' ετέρου δε έχει μόνιμη και κανονική σύνδεση με τη ΔΕΗ και σταθερή παροχή ρεύματος (βλ.

το με αριθμ. 57345/13.12.2013 έγγραφο της ...). Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω, το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγων από το όφελος που αποκόμισε ο εναγόμενος - εκκαλών από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου για το αιτούμενο στην αγωγή ως άνω διάστημα ανέρχεται στο ποσό των (910 + 3360 + 3600 + 3600 + 3360 + 2165 = 16995 : 2 =) 8.497,5 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν ως αποζημίωση το παραπάνω ποσό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786 και 787 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα έκανε αποκλειστική χρήση του διακριτού τμήματος των 36 τ.μ.

του ένδικου κοινού ακινήτου, του οποίου οι διάδικοι ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, χωρίς να αποδίδει στον αναιρεσίβλητο το ποσοστό που αναλογούσε στη μερίδα της συγκυριότητάς του στο ως άνω κοινό ακίνητο, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό, από την αποκλειστική χρήση του κοινού, όφελος ίσο με τη μισθωτική αξία του μεριδίου του αναιρεσιβλήτου, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 8.497,5 ευρώ, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος, ακόμη και αν αυτός δεν πρόβαλε αξίωση σύγχρησης, να δικαιούται ως αποζημίωση την ως άνω ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός του μερίδα από το όφελος που ο αναιρεσείων εξοικονόμησε, χωρίς να αναιρείται το δικαίωμα αυτό του αναιρεσιβλήτου από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων έκανε αποκλειστική χρήση μόνο του διακριτού τμήματος των 36 τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου και όχι και του έτερου διακριτού τμήματος των 24 τ.μ.

του όλου κοινού ακινήτου. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει και τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή της συγκυριότητας των διαδίκων και των μερίδων αυτών επί του κοινού ακινήτου, της αποκλειστικής χρήσης, κατά την επίδικη χρονική περίοδο, του διακριτού τμήματος του εν λόγω ακινήτου από τον αναιρεσείοντα και του τρόπου χρήσης αυτού, καθώς και της ωφέλειας που ο τελευταίος αποκόμισε από την αποκλειστική αυτή χρήση, η οποία ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία της μερίδας του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του που είχε προβάλει με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της εφέσεώς του ότι ο αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να κάνει χρήση του ακινήτου των 24 τ.μ.

κι ότι αν είχε ληφθεί υπόψη τότε το Δικαστήριο θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να κάνει χρήση του μη χρησιμοποιούμενου από τον αναιρεσείοντα τμήματος των 24 τ.μ. και δεν θα όφειλε καμία αποζημίωση χρήσης. Ωστόσο, από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ρητά τον απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία, ήτοι αφενός μεν ως αόριστο, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο χρήσης του όλου κοινού ακινήτου, αφετέρου δε ως ουσιαστικά αβάσιμο (ασχέτως προς την ορθότητα ή όχι της περί τούτου κρίσεώς του, η οποία δεν ελέγχεται με τον παρόντα αναιρετικό λόγο).

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως ,με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 171/2023, ΑΠ 262/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 57345/13.12.2013 εγγράφου του ..., καθόσον το Εφετείο από το έγγραφο αυτό στο οποίο αναφερόταν ότι "η Υπηρεσία μας ουδέποτε προέβη στη διακοπή της ηλεκτροδότησης ρεύματος της ανωτέρω παροχής" συνήγαγε ότι το τμήμα των 36 τ.μ.

που αυτός χρησιμοποιούσε είχε σταθερή παροχή ρεύματος ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλούνταν ότι ο Δ. Ρ. ήταν αυτός ο οποίος στις 2.11.2009 απέκοψε τη σύνδεση του τμήματος των 36 τ.μ. με τη ρευματοδότηση του όλου ακινήτου και ότι στις 12.3.2010 αποκόπηκε οριστικά η σύνδεση με το υπόλοιπο σύστημα ηλεκτροδότησης του όλου ακινήτου με βάση την υπ' αριθμόν ...

απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, κατά την ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά εκτίμησε το αληθινό περιεχόμενο αυτού και με ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση, ήχθη σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό στο οποίο καταλήγει ο αναιρεσείων, δεχόμενο δηλαδή ότι από την ανάγνωση του ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ηλεκτροδοτείται.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της υπ' αριθμόν ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ