Supreme Court dismisses appeal claiming trial court erred in weighing evidence regarding rent adjustment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision regarding a rent adjustment. The appellant argued the lower court erred in its evaluation of evidence, but the court found this constituted an appealable error under Article 559(10) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the appellant's claims were merely arguments regarding the assessment of evidence rather than a challenge to the factual findings themselves.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging error in the weighing and evaluation of evidence constitutes an appealable error only if it challenges the factual findings themselves, not merely the reasoning or analysis of the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 23 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 23/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λένη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Μαγουλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2020 αίτησή της και τους από 22-4-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021(A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" [ΑΠ 987/2022].
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης, από 20-2-2020 και με αριθμό καταθέσεως 1721/171/2020, αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας εταιρίας. Με την από 17-3-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 2-4-2021.
Στις 2-4-2021 η συζήτηση ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID -19 [ΠΝΠ 11-3-2020 (ΦΕΚ Α 55/2020) κυρωθείσα με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 και άρθρο 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021)]. Ακολούθως, με την από 13-5-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 83 παρ. 2 κι 3 του ν. 4790/2021), η εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να γίνει στη δικάσιμο της 28-1-2022 κατά την οποία όμως η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εκ νέου "λόγω των αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων της 27ης και 28ης Ιανουαρίου 2022", σύμφωνα με την με αριθμ. 4035/28-1-2022 απόφαση [ΦΕΚ Β'190/26-1-2022] του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και Κρήτης και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [16-9-2022], με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 39.
Περαιτέρω, μετά τη ματαίωση της εκδίκασης της υπόθεσης από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 2-4-2021, εξαιτίας της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, η αναιρεσείουσα εταιρία κατέθεσε το από 22-4-2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-4-2021, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. 49/26-4-2021 έκθεση κατάθεσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου και αντίγραφο αυτού επέδωσε στην αναιρεσίβλητη εταιρία στις 28-4-2021 (βλ.
την με αριθμ. … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ.). Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, το με αριθμ. κατάθεσης 49/26-4-2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης έχει κατατεθεί εμπροθέσμως στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την 6η-4-2021 που είναι η ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας (άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 και Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων κλπ).
Σε ακολουθία των παραπάνω, η, από 20-2-2020 και με αριθμ. καταθέσεως 1721/171/2020, αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθμ. 205/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και οι, με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 22-4-2021 και με αριθμ. καταθέσεως 49/26-4-2021, πρόσθετοι σ` αυτήν λόγοι, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, η οποία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1170/2022) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 152/2022).
Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1255/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 654 παρ.1 του ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η αντέφεση στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών ασκούνταν και με τις προτάσεις.
Η διάταξη αυτή καταργήθηκε σιωπηρά από 1-1-2016, αφού με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκε το "βιβλίο τέταρτο" του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681Δ' και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια τη σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681Δ του ως άνω Κώδικα. Κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του νόμου 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και στις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 και μετά ένδικα μέσα και αγωγές.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ` του ΚΠολΔ όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, "1. Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: [...] ζ) Ανταγωγή, αντέφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης και αναψηλάφησης ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης".
Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης απαιτείται να συντελεστούν αμφότερες οι εν λόγω διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και της επίδοσής του στον αντίδικο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ πριν από την αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών προ της συζητήσεως της υποθέσεως, αλλιώς απορρίπτονται ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, συνιστούν ιδιαίτερη σε σχέση με την έφεση διαδικαστική πράξη, η οποία διέπεται ως προς τον τρόπο ασκήσεώς της από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που διενεργείται (ΕισΝΚΠολΔ 12 και 24 παρ.1 εδ. β`). Επομένως, επί εφέσεων που συζητούνται μετά τη θέση σε ισχύ των ως άνω τροποποιήσεων του ΚΠολΔ (1-1-2016), οι πρόσθετοι λόγοι υποβάλλονται στις διατυπώσεις του άρθρου 591 παρ.1 περ.
ζ` αυτού (ΑΠ 547/2021, ΑΠ 1256/2020, ΑΠ 642/2019, ΑΠ 613/2019, ΑΠ 1252/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα εταιρία, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο οποίος επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε επί της έδρας κατά τη συζήτηση της εφέσεως την 6-3-2018, ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αυτής, στον οποίο περιέχονταν το ειδικότερο σ` αυτόν παράπονο, κατά της εκεί εκκαλουμένης, για εσφαλμένη λήψη υπόψη ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου.
Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος έφεσης ασκήθηκε απαραδέκτως με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 6-3-2018, προτάσεις, τούτο διότι, σύμφωνα με την ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρονται, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται έστω και αν η έφεση είχε ασκηθεί με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, όπως η προκείμενη που ασκήθηκε την 31-3-2015 αλλά συζητήθηκε την 6-3-2018, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον 8 ημέρες πριν από την συζήτηση και όχι με τις προτάσεις.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και οι συναφείς μ` αυτόν αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Έτσι, ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή ή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 765/2020).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 του ΑΚ), ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.
Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αύξησης ή μείωσης (αντίστοιχα) της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή ή στον μισθωτή(αντίστοιχα), η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει καθένας από αυτούς, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 765/2020).
Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 του ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.
Ειδικά, η γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 και εφεξής, η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα, η σημαντική αύξηση της φορολογίας των εισοδημάτων και η επιβολή οικονομικών βαρών στην ακίνητη περιουσία κ.λπ., που συνεπάγονται και μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 288 του ΑΚ και, συνεπώς, τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα.
Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 763/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με όλα αυτά, τα στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ είναι, κατ` άρθρ. 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, τα εξής: 1) Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και, επομένως, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμία συνέπειά της, 2) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης - από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή - συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.
Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης που συντρέχουν κάθε φορά, 3) Ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Κατά συνέπεια, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής, πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, 4) Αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) Ορισμένο αίτημα (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 1145/2019, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 203/2017, ΑΠ 320/2016).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποιοτική δε αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 61/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1145/2019, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 203/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την ένδικη, από 7-7-2015, αγωγή, το δικόγραφο της οποίας, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 560 παρ. 2 του ΚΠολΔ), εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: " ... Δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, με το από 1-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, εκμίσθωσε στην εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, έναν … … δυναμικότητος … …., αποτελούμενο από δύο υπόγεια, ισόγειο και πέντε ορόφους, που βρίσκεται επί της οδού … αρ.
…, στην Αθήνα (…), συνολικού εμβαδού 7.000 τ.μ. μαζί με τα υφιστάμενα εντός του…, εμπεπηγμένα ή μη, μηχανήματα, εγκαταστάσεις, εργαλεία και λοιπά κινητά συστήματα (πυρανίχνευσης, πυρόσβεσης - καταιωνισμού, εξαερισμού, δεξαμενή συγκεντρώσεως λυμάτων και εγκατάσταση απορροής τους, σύστημα αλύσεως και εγκατάσταση … μετά των μηχανημάτων και εξαρτημάτων τους, δεξαμενές καυσίμων κλπ.), προκειμένου να το χρησιμοποιεί για την στέγαση της επιχειρήσεως του …, … … και… .
Ότι, η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε τριών ετών, λήγουσα την 31-8-2010 και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσόν των 7.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως. Ότι, με το από 30-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε η παράταση της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης για μια ακόμη τριετία, δηλ. μέχρι την 31-8-2013, ενώ μετά από αίτημα της εναγομένης, τον Αύγουστο του 2010, το μίσθωμα μειώθηκε στο ποσόν των 6.000 ευρώ κατά μήνα, πλέον του νομίμου χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης κατά ποσοστό πέντε επί τοις εκατό (5%).
Ότι, μετά τον επανακαθορισμό του καταβαλλόμενου μισθώματος, επήλθε ουσιώδης αύξηση στην εμπορική μισθωτική αξία των ακινήτων όμοιας χρήσεως προς αυτήν του επιδίκου στην ίδια περιοχή, με συνέπεια το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί γι' αυτό σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης να είναι πολλαπλάσιο αυτού που καταβάλλει η εναγομένη και να έχει καταστεί ζημιογόνος για την ενάγουσα εταιρία η εκμίσθωση του ακινήτου της προς αυτήν, όχι μόνον με την έννοια της απώλειας του κέρδους που θα προσδοκούσε από την εκμετάλλευση του ακινήτου, αλλά και λόγω λήψης δημοσιονομικών και άλλων μέτρων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, σε συνδυασμό προς τα σημαντικότατα φορολογικά βάρη που επεβλήθησαν προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων στο διαρρεύσαν διάστημα (ΕΕΤΗΔΕ, ΕΝΦΙΑ ανερχόμενος σε ποσό περίπου 35.000 ευρώ ετησίως κλπ.), τα οποία δεν είχαν θεσπιστεί και δεν ήταν ως εκ τούτου δυνατόν να ληφθούν υπόψη κατά το χρονικό σημείο που συνήφθη η συμφωνία για τον καθορισμό του ύψους του μηνιαίου μισθώματος, όμως πλέον λαμβάνονται υπόψη και αποτελούν καθοριστικό παράγοντα με βάση τον οποίο διαμορφώνονται τα μισθώματα που συνομολογούνται.
Ότι, η δυσαναλογία του ύψους του καταβαλλόμενου μισθώματος προς αυτό που θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί σήμερα σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης είναι προφανής από την απλή σύγκριση προς το μίσθωμα που καθορίσθηκε μετά το έτος 2013 και καταβάλλεται για αναλόγου χρήσεως ακίνητα στην ίδια περιοχή της Αθήνας, μίσθωμα το οποίο είναι πολλαπλάσιο του καταβαλλομένου για το επίδικο.
Ότι, μεταξύ του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος και του ελευθέρου προκύπτει τόσο μεγάλη διαφορά, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει σε αυτήν ζημία, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και τη σύνδεση της ως άνω από την απόκλιση αυτή ζημίας της με την ως άνω απρόοπτη μεταβολή συνθηκών, ώστε επιβάλλεται, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αύξηση του μισθώματος στο ποσό των 16.000 ευρώ [δηλ.
σε 57,15 ευρώ ανά θέση στάθμευσης ή 2,29 ευρώ ανά τ.μ. εμβαδού του κτιρίου], όπως ειδικότερα αναλυτικά εκτίθεται, προκειμένου να επέλθει η άρση της δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών ...". Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου ακινήτου στο ποσό των 16.000 ευρώ, κατ' άρθρο 288 του ΑΚ.
Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή, περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, όλα τα κατά νόμο παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου δι` αυτής δικαιώματος και δη της αξίωσης αναπροσαρμογής του μισθώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, καθόσον εκτίθεται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης ένδικης σύμβασης μίσθωσης, αναφέρεται με σαφήνεια το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και κατά το χρόνο επαναπροσδιορισμού αυτού και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος που ανταποκρίνεται στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και στον αιτιώδη σύνδεσμο - συνάφεια, μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος, εξαιτίας των οποίων επιβάλλεται η αναπροσαρμογή (αύξηση) τούτου, στο ύψος του ελεύθερου μισθώματος, καθώς και, με λεπτομερή αναφορά, η ουσιώδης αύξηση της εμπορικής μισθωτικής αξίας του μισθίου με συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία και ποσοστιαία μεγέθη ως προς την αύξηση του μισθώματος σε σχέση με το εμβαδόν του μισθίου και του συγκριτικού μισθίου στην ίδια περιοχή.
Η αιτίαση, ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται, για το ορισμένο, συγκεκριμένα και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, παρά μόνο ένα, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από την εκμισθώτρια χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντιστοιχεί κατά την καλή πίστη στην αξία της παραχωρηθείσας χρήσεως, είναι αβάσιμη, γιατί δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου, κατ` άρθρο 288 του ΑΚ και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται συγκεκριμένα και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, δηλ.
η μισθωτική αξία συγκεκριμένων όμορων (ή και παράπλευρων) και ομοειδών με το μίσθιο ακινήτων, αφού το γεγονός τούτο αποτελεί αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 893/2010, ΑΠ 850/2010). Με το να αποφανθεί το Εφετείο, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νομικά βάσιμη κατά το άρθρο 288 του ΑΚ χωρίς να αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα, την αναφορά σ` αυτήν και άλλων στοιχείων, απορρίπτοντας και τον σχετικό ισχυρισμό της εκκαλούσας-εναγομένης εταιρίας-μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε, ενώπιον του Εφετείου, με την έφεσή της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά την αναιρεσείουσα και, συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ορίζεται, περαιτέρω, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 421/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 205/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 648 επ.
του ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" ... Η ενάγουσα-εφεσίβλητη, δυνάμει του από 1-8-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μισθώσεως, εκμίσθωσε προς τον Π. Β., που ενεργούσε τότε ως μελλοντικός εταίρος διαχειριστής της υπό σύσταση τότε εναγομένης-εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας, έναν ..
…., δυναμικότητος … … , αποτελούμενο από δύο υπόγεια, ισόγειο και πέντε ορόφους, που ευρίσκεται επί της οδού …αρ. …, στην Αθήνα, συνολικού εμβαδού 7.000 τ.μ., μετά των υφισταμένων εντός του …, εμπεπηγμένων ή μη, μηχανημάτων, εγκαταστάσεων, εργαλείων και λοιπών κινητών συστημάτων (πυρανίχνευσης, πυρόσβεσης καταιωνισμού, εξαερισμού, δεξαμενή συγκεντρώσεως λυμάτων και εγκατάσταση απορροής τους, σύστημα αλύσεως και εγκατάσταση …, μετά των μηχανημάτων και εξαρτημάτων τους, … κλπ.), για να το χρησιμοποιεί για την στέγαση της επιχειρήσεως του … … , ……και … ….
Η συμβατική διάρκεια της μισθώσεως είχε ορισθεί τριών ετών λήγουσα την 31-8-2010, το δε μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 7.000,00 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως. Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης, η εκμισθώτρια παρέδωσε στον μισθωτή το μίσθιο και ο τελευταίος άρχισε να χρησιμοποιεί τούτο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να καταβάλει τα συμφωνηθέντα μισθώματα.
Ακολούθως, δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού παρατάσεως και τροποποιήσεως επαγγελματικής μισθώσεως, η ενάγουσα και η ήδη συσταθείσα εναγομένη εταιρεία, η οποία από της συστάσεώς της είχε υπεισέλθει στην ανωτέρω μίσθωση ως μόνη μισθώτρια, συμφώνησαν την παράταση της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως για μια ακόμη τριετία, ήτοι μέχρι την … .
Κατόπιν αιτήματος της εναγομένης το μίσθωμα μειώθηκε στο ποσό των 6.000,00 ευρώ, μηνιαίως, πλέον του νομίμου χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως για το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως κατά ποσοστό 5%. Η μίσθωση αυτή όμως ίσχυε για δώδεκα έτη (12 έτη) αν και είχε συναφθεί για βραχύτερο χρόνο (άρθρο 5 παρ.1 πδ 34/1995).
Ωστόσο η κρίση της εκκαλουμένης ότι η μίσθωση μετά την πάροδο του εξαετούς (6) συμβατικού χρόνου κατέστη αορίστου, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα περί αναπροσαρμογής του μισθώματος δίκη και σε τυχόν άλλη από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, απορριπτομένου ως αλυσιτελούς του δεύτερου λόγου της έφεσης κατά το μέρος που προσβάλλεται η πιο πάνω κρίση της εκκαλουμένης.
Η εναγομένη όμως, παρά την παραπάνω συμφωνία περί αναπροσαρμογής, κατέβαλε από τον Ιανουάριο του 2015 το ποσό των 6.300,00 ευρώ πλέον χαρτοσήμου ως μίσθωμα, το οποίο καταβάλλεται μέχρι σήμερα, χωρίς να καταβάλει περαιτέρω τη συμφωνηθείσα ετήσια αναπροσαρμογή και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης με τον β' λόγο έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από του κατά τα άνω όμως προαναφερομένου χρόνου, επήλθε ουσιώδης αύξηση στην εμπορική μισθωτική αξία των ακινήτων όμοιας χρήσεως προς αυτήν του επιδίκου στην ίδια περιοχή, με συνέπεια το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί γι' αυτό σε συνθήκες ελεύθερης μισθώσεως να είναι μεγαλύτερο αυτού που καταβάλλει η εναγομένη.
Η δυσαναλογία του ύψους του καταβαλλομένου μισθώματος προς αυτό που θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί σήμερα σε συνθήκες ελεύθερης μισθώσεως προκύπτει από τα παρακάτω στοιχεία: Συγκριτικά προς το μίσθωμα που καθορίσθηκε προσφάτως (μετά το έτος 2013) και καταβάλλεται για αναλόγου χρήσεως μίσθιο στην ίδια περιοχή της Αθήνας μίσθωμα το οποίο είναι μεγαλύτερο του καταβαλλομένου για το επίδικο.
Συγκεκριμένα, η εταιρεία με την επωνυμία "…. ", δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, εκμίσθωσε προς την εταιρεία με την επωνυμία "… ", για την αυτή προς το επίδικο χρήση (… … , … , … - … κλπ) ένα κτίριο, ιδιοκτησίας της, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο, τρεις πλήρεις ορόφους και τέταρτο και πέμπτο ορόφους σε εσοχή, συνολικού εμβαδού 4.800 τμ., περίπου, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών … και… , στην αυτή περιοχή των Αθηνών με το επίδικο, από το οποίο απέχει 100 μέτρα, περίπου.
Το ανωτέρω κτίριο έχει δυναμικότητα περίπου …. ... … Το αρχικώς συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε για το πρώτο έτος της μισθώσεως (ήτοι μέχρι 30-9-2009) στο ποσό των 10.551,35 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο στη συνέχεια ετησίως κατά ποσοστό ίσο προς το ποσοστό του ετήσιου πληθωρισμού προσαυξημένο κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες μέχρι την 30-9-2012, από δε της 1-10-2012 ορίσθηκε ότι το μίσθωμα θα ανέρχεται σε 15.000,00 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο στη συνέχεια ετησίως κατά τα ανωτέρω και κατ' ελάχιστο όριο σε ποσοστό 5%.
Ως προς το ύψος του μισθώματος στο ανωτέρω μισθωτήριο συνομολογείται ρητώς από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι: "(...) το άνω αναφερόμενο κατά περίπτωση μίσθωμα δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου (είναι σαφώς μεγαλύτερη), αλλά εγένετο δεκτό υπό της εταιρείας εν όψει των διαβεβαιώσεων της … ότι δια της τακτικής εκμεταλλεύσεως του … θα επιτύχει τα ελάχιστα όρια καταναλώσεων που εγγυάται, ούτως ώστε η εταιρεία να επωφεληθεί εκ του λόγου τούτου (...)".
Δηλαδή ο καθορισμός του μισθώματος έγινε σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που ανταποκρίνονταν τότε προς την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου, διότι η εκμισθώτρια, η οποία είναι εταιρεία εμπορίας… , απέβλεπε όχι μόνον στο εισόδημα που θα της απέφερε η εν λόγω μίσθωση αυτή καθ' εαυτή, αλλά και στο κέρδος της από την διάθεση των … της κατ' αποκλειστικότητα από τον μισθωτή και συνεργάτη της … στο πλαίσιο παραλλήλου συμβάσεως διαθέσεως … που συνήφθη μεταξύ τους.
Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήματος της μισθώτριας εταιρείας, το μίσθωμα μειώθηκε για το διάστημα από 1-10-2013 έως και 31-12-2014 στο ποσό των 6.500,00 ευρώ, περιλαμβανομένου του χαρτοσήμου, από δε την 1-1-2015 το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 14.495,48 ευρώ τον μήνα, περιλαμβανομένου του χαρτοσήμου, ήτοι το καθαρό μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε από 1-1-2015 σε 13.991,66 ευρώ.
Λαμβάνοντας υπόψη συγκριτικά την ανά θέση … αναλογία του μηνιαίου μισθώματος εκάστου μισθίου, εφόσον η κύρια χρήση εκ της οποίας προσπορίζονται εισόδημα οι μισθωτές εκάστου … είναι αυτή της παροχής υπηρεσιών … …. , παρατηρείται ότι η αναλογία μισθώματος του επιδίκου ανά θέση … είναι σήμερα 6.300,00/193 θέσεις = 32,6 ευρώ ανά θέση, του δε συγκριτικού 13.991,66/160 θέσεις = 87,45 ευρώ ανά θέση.
Επίσης, το επίδικο, όπως προελέχθη, έχει συνολικό εμβαδόν 7.000,00 τ.μ., το δε συγκριτικό 4.800,00 τ.μ. Έτσι, συγκριτικά, η ανά μέτρο τετραγωνικό αναλογία του μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου ανέρχεται σε 6.000,00 (μίσθωμα) : 7.000,00 (μ2 εμβαδού) = 0,86 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, του δε συγκριτικού σε 13.991,66 (μίσθωμα): 4.800,00 (μ2 εμβαδού)= 2,91 ευρώ ανά τετραγωνικά μέτρο.
Περαιτέρω, όμως, το συγκριτικό βρίσκεται επί της οδού…, όπως προειπώθηκε, η οποία είναι μια από τις πιο κεντρικές οδούς περιοχής, διπλής κυκλοφορίας, πολυσύχναστη, με μεγάλη εμπορική κίνηση, το δε κτήριο είναι νέας κατασκευής, γωνιακό και έχει μεγάλη είσοδο. Αντίθετα, το επίδικο βρίσκεται επί της οδού…, όπως προειπώθηκε, η οποία είναι μια κάθετη επί της οδού … στενή οδός, μονής κυκλοφορίας, με μέτρια εμπορική κίνηση και έχει μικρή είσοδο και παλαιότερη κατασκευή.
Και τα δύο βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τα Νοσοκομεία…, το…, ο ομώνυμος … του …. κ.α.. Η εναγομένη επικαλείται ως συγκριτικό στοιχείο το από 21.2.2008 αρχικό συμφωνητικό και το από 29.9.2014 τροποποιητικό της μισθώσεως συμφωνητικό, με το οποίο οι Κ. - Ν. και Π. Μ. εκμίσθωσαν στην εταιρεία "…" ακίνητο, επιφανείας 3.334,48 τ.μ., … θέσεων… , επί της οδού…, στο….
Το μηνιαίο μίσθωμα έχει ορισθεί σε 3.200 ευρώ, μηνιαίως (συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου), από 1.1.14 έως 21.2.2017. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, δεδομένου ότι βρίσκεται σε άλλη περιοχή, με μικρότερη εμπορική κίνηση και μακριά από Νοσοκομεία, … κ.λ.π. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από τις αρχές του 2010 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής μεσολάβησε η έναρξη της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης που εξακολουθεί να πλήττει τη χώρα και η οποία είχε ως συνέπειες την ουσιώδη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών εξαιτίας των σημαντικών μειώσεων (και όχι μειώσεως, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται) στους μισθούς και τις συντάξεις των εργαζόμενων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα και των μεγάλων τακτικών και έκτακτων φορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεών τους, τη διακοπή της λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων κάθε είδους και συνακόλουθα τη ραγδαία αύξηση του ποσοστού της ανεργίας, την εμφάνιση προβλημάτων ρευστότητας και τη σημαντική μείωση κερδών για τις επιχειρήσεις που εξακολουθούν να λειτουργούν και γενικότερα την μεγάλη πτώση της εμπορικής δραστηριότητάς τους.
Η προπεριγραφείσα κατάσταση είχε επίπτωση στον αριθμό των … που προσέρχονται για …. Στις … , η οποία έως τα τέλη του 2014 είχε φθάσει να μειωθεί κατά 50%. Η μείωση αυτή είχε σαν επακόλουθο την δραστική μείωση των φυλάκτρων και κατ' επέκταση των εισπράξεων. Η προπεριγραφείσα κατάσταση επηρέασε και την λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης και ειδικότερα τα ακαθάριστα έσοδα αυτής.
Συγκεκριμένα, ανά οικονομικό έτος, τα ακαθάριστα έσοδα της εναγομένης από παροχή υπηρεσιών (ήτοι από της …., κύριας χρήσης του μισθίου), έχουν ως εξής: για το έτος 2009 ανέρχονται σε 447.177,87 ευρώ, για το έτος 2010 σε 468.882,19 ευρώ, για το έτος 2011 σε 422.178,83 ευρώ, για το έτος 2012 σε 355.712,35 ευρώ, για το έτος 2013 σε 307.311,97 ευρώ, για το έτος 2014 σε 255.482,16 ευρώ, για το έτος 2015 σε 241.065,18 ευρώ.
Παρόλα αυτά, η προπεριγραφείσα κατάσταση δεν φαίνεται να είχε δυσμενή επίπτωση στα καθαρά ετήσια κέρδη της εναγομένης, αφού η ένδικη επιχείρηση παρουσιάζει αύξηση των καθαρών ετήσιων κερδών της. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματός της των ετών 2011, 2012 και 2013, τα συνολικά φορολογητέα κέρδη της του έτους 2011 ήταν € 13.778,78, του έτους 2012 αυξήθηκαν σε € 43.613,46 και του έτους 2013 αυξήθηκαν σε € 45.776,55.
Την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αύξηση των καθαρών ετησίων κερδών της εναγομένης εκκαλούσας κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013 δεν προσβάλλει η έφεση, ενώ δεν γίνεται επίκληση των καθαρών ετησίων κερδών της για τα επόμενα χρόνια. Με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν, το μίσθωμα στους … της περιοχής που βρίσκεται το μίσθιο αυξήθηκε.
Η εναγομένη καταβάλλει μίσθωμα 6.300,00 ευρώ από τον Ιανουάριο 2015, πλέον χαρτοσήμου, όμως υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ του μισθώματος αυτού και της μισθωτικής αξίας του επίδικου μισθίου (…), σε σχέση και με όμοια μίσθια της περιοχής, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής η παροχή για την ενάγουσα και να αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και της συναλλακτικής εντιμότητας.
Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι αν η εναγομένη-εκκαλούσα τηρούσε τη συμφωνηθείσα με το από 30-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως και τροποποιήσεως επαγγελματικής μισθώσεως ρήτρα αναπροσαρμογής του μισθώματος η αναστολή της οποίας επ' αόριστον ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταγενέστερα με τους διαδίκους, το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου θα ανήρχετο από 1-9-2011 έως 31-8-2012 στο ποσόν των 6.300 ευρώ (δηλαδή 6.000,00 ευρώ προσαυξημένο κατά 5%), από 1-9-2012 έως 31-7-2013 στο ποσό των 6.615,00 ευρώ (δηλαδή 6.300,00 ευρώ προσαυξημένο κατά 5%) και από 1-9-2014 στο ποσό των 6.945,75 ευρώ (δηλαδή 6.615,00 προσαυξημένο κατά 5%) πλέον χαρτοσήμου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη και την μετά την από 30-8-2010 συμφωνία περί αναπροσαρμογής μισθώματος του επιδίκου επιβάρυνση της ενάγουσας εκμισθώτριας με το ποσό των 19.436,82 ευρώ για ΕΝΦΙΑ του μισθίου, θα πρέπει να αυξηθεί το παραπάνω μίσθωμα προκειμένου να αρθεί η ως άνω δυσαναλογία, από το ποσό των 6.300 ευρώ στο ποσό των 9.000,00 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (24-8-2015).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια έστω και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγος με τους οποίους η εκκαλούσα εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την από 31-3-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 2297/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ως κατ' ουσίαν εν μέρει βάσιμη την από 7-5-2015 [αριθμ. καταθ. 79668/2143/2015] αγωγή της αναιρεσβλήτου.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά ότι αποδείχθηκαν, δηλαδή ότι επήλθε, μετά την έναρξη της μίσθωσης και ειδικότερα μετά τον επαναπροσδιορισμό του καταβαλλόμενου μισθώματος, ουσιώδης αύξηση στην εμπορική μισθωτική αξία των ακινήτων όμοιας χρήσης προς αυτήν του επιδίκου στην ίδια περιοχή, με συνέπεια το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί γι' αυτό σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης να είναι μεγαλύτερο αυτού που καταβάλλει η αναιρεσείουσα και ότι υπάρχει δυσαναλογία του ύψους του καταβαλλόμενου μισθώματος προς αυτό που θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί σήμερα σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης ώστε να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής η παροχή για την αναιρεσίβλητη και να αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και της συναλλαγματικής εντιμότητας, πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή, στην ερευνώμενη περίπτωση, της διάταξης αυτής, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος, πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που σε αυτόν περιέχονται, κατ` εκτίμηση όσων αναφέρονται στο αναιρετήριο (πρόσθετων λόγων), αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 288 του ΑΚ, είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, ζητώντας στην πραγματικότητα την επαναξιολόγησή τους, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Απορριπτέος κρίνεται ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος) και κατά το σκέλος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, ότι παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας με το δεχθεί ότι " ...η γνωστή σε όλους οικονομική κρίση που εξακολουθεί να πλήττει τη χώρα ...
είχε επίπτωση στον αριθμό των …. που προσέρχονται για … στις εγκαταστάσεις …, η οποία έως τα τέλη του 2014 είχε φθάσει να μειωθεί κατά 50%. Η μείωση αυτή είχε σαν επακόλουθο την δραστική μείωση των φυλάκτρων και κατ' επέκταση των εισπράξεων. Η προπεριγραφείσα κατάσταση επηρέασε και την λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης και ειδικότερα τα ακαθάριστα έσοδα αυτής ...
Παρόλα αυτά, η προπεριγραφείσα κατάσταση δεν φαίνεται να είχε δυσμενή επίπτωση στα καθαρά ετήσια κέρδη της εναγομένης, αφού η ένδικη επιχείρηση παρουσιάζει αύξηση των καθαρών ετήσιων κερδών της ...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν και εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν αυτά, ως και η, κατά την αναιρεσείουσα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Σε ακολουθία των παραπάνω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1εδ. α' και β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, για την ένδικη μίσθωση, το Εφετείο έκρινε ότι επήλθε μετά την έναρξη της μίσθωσης και ειδικότερα μετά τον επαναπροσδιορισμό του καταβαλλόμενου μισθώματος, ουσιώδης αύξηση στην μισθωτική αξία των ακινήτων όμοιας χρήσης προς αυτήν του επιδίκου στην ίδια περιοχή, με συνέπεια το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί γι' αυτό σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης να είναι μεγαλύτερο αυτού που καταβάλλει η αναιρεσείουσα και ότι υπάρχει δυσαναλογία του ύψους του καταβαλλόμενου μισθώματος προς αυτό που θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης ώστε να επιβάλλεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αύξηση του μισθώματος, προκειμένου να επέλθει ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.
Πιο συγκεκριμένα: α) προσδιορίζει τόσο τα κατά την σύναψη της μίσθωσης, όσο και κατά την άσκηση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, τα αναγόμενα στην μισθωτική αξία του μισθίου, ακινήτου, ώστε να καθίσταται εφικτή η αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ σύγκριση, β) διευκρινίζει ότι είναι μόνιμη και ουσιώδης η μεταβολή των συνθηκών κατά το χρονικό διάστημα από την σύναψη της μίσθωσης και τον επαναπροσδιορισμό του μισθώματος μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, γ) αναφέρει ότι εξαιτίας απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή της μισθώτριας εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η αναπροσαρμογή - αύξηση του μηνιαίου μισθώματος και δ) διευκρινίζει τον αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) ανάμεσα στην μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος.
Η ιδιαιτερότητα δε του μίσθιου ακινήτου (… …), δεν επέτρεψε τη σύγκριση, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, με άλλα μισθωμένα ακίνητα, καθώς το πλησιέστερο προς τα χαρακτηριστικά του ήταν το ακίνητο που εκμισθωνόταν από την εταιρία με την επωνυμία "…", δυνάμει του από 15-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, προς την εταιρία με την επωνυμία "…", για την αυτή προς το επίδικο χρήση (….
… , …. κλπ), αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο, τρεις πλήρεις ορόφους και τέταρτο και πέμπτο ορόφους, συνολικού εμβαδού 4.800 τ.μ., περίπου, το οποίο βρίσκεται στη συμβολή των οδών … … και… …, στην αυτή περιοχή των Αθηνών με το επίδικο, από το οποίο απέχει 100 μέτρα, περίπου δηλ. σε τοποθεσία ευκολότερα προσβάσιμη, για το οποίο, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, καταβαλλόταν μίσθωμα 15.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως και κατ' ελάχιστο όριο σε ποσοστό 5%, ενώ το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ως συγκριτικό στοιχείο δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, καθόσον βρίσκεται σε διαφορετική περιοχή (…), με μικρότερη εμπορική κίνηση.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι: α] ενώ αναφέρει το ύψος του καταβαλλόμενου για το επίδικο μισθώματος και εκθέτει τα συγκριτικά στοιχεία, ουδόλως προέβη προηγουμένως στον καθορισμό του ύψους του δυνάμενου ελευθέρως να επιτευχθεί γι' αυτό μισθώματος προς το οποίο και θα συγκρίνονταν το ήδη καταβαλλόμενο μίσθωμα, ώστε να διαπιστωθεί η μεταξύ των δύο αυτών υπάρχουσα διαφορά και στη συνέχεια να κριθεί αν αυτή είναι τέτοια ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής, β] δεν αναφέρει αν, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή της αναιρεσείουσας-μισθώτριας να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, γ] δεν αναφέρει αν υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, δ] δεν αιτιολογεί αν η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα επηρέασε ή όχι την προσφορά και ζήτηση των καταστημάτων και των ….
ειδικά στη περιοχή των…. , ε] δεν αιτιολογεί το τι συνέπειες είχε η κρίση στην επιχείρηση της μισθώτριας, ούτε αιτιολογεί αν λόγω της οικονομικής κρίσης αυξήθηκαν ή όχι τα λειτουργικά έξοδα και οι υποχρεώσεις της εν λόγω επιχείρησής της προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αναπροσαρμογής [αύξησης] του μισθώματος Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από την αναιρεσείουσα, πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής τους αβασιμότητας, όπως προαναφέρθηκε, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου της άνω ουσιαστικής διατάξεως πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αναπροσαρμογή [αύξησης] του μισθώματος στο ένδικο μίσθιο.
Όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το αναιρετήριο, λόγος αναίρεσης και ο συναφής τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω διατάξεως), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση, αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1020/1019).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1545/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συναφή με αυτόν, δεύτερο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "την μονιμότητα της μεταβολής των συνθηκών", ισχυρισμός όμως που δεν περιέχεται στην αγωγή και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου με την από 31-3-2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ούτε αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρο δικαστήριο.
Επιπρόσθετα, κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον στο δικόγραφο της ως άνω ένδικης αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, περιελήφθησαν όλα τα στοιχεία που καταδεικνύουν μεταξύ άλλων και την μονιμότητα των συνθηκών που επήλθαν κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής και ειδικότερα τα επιβληθέντα, μετά την σύναψη της σύμβασης μίσθωσης πρόσθετα φορολογικά βάρη σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της θέσπισης αρχικώς του ΕΕΤΗΔΕ και στη συνέχεια του ΕΝΦΙΑ, τα οποία δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και συνεκτιμηθούν κατά τον προσδιορισμό του μισθώματος που έλαβε χώρα κατά το έτος 2010, σε συνδυασμό προς την σημαντικότατη αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος και της αυτοτελούς φορολόγησης των μισθωμάτων, μεταβολή που αναμφισβήτητα είχε μόνιμο χαρακτήρα, διατηρείται άλλωστε μέχρι και σήμερα.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επ.
του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε αμέσως παραπάνω.
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 750/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον συναφή με αυτόν, τρίτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι "με ένα μόνο συγκριτικό στοιχείο δέχθηκε ότι επήλθε ουσιώδης αύξηση στην εμπορική μισθωτική αξία των ακινήτων όμοιας χρήσης προς αυτήν του επιδίκου στην ίδια περιοχή, με συνέπεια το μίσθωμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί γι' αυτό, σε συνθήκες ελεύθερης μίσθωσης να είναι μεγαλύτερο αυτού που καταβάλει η αναιρεσείουσα".
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, όπως αβάσιμα, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται.
Μάλιστα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει και, χωρίς να είναι απαραίτητο, εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά της, ως και τις επί μέρους σκέψεις του δικαστηρίου, βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση της ως προς την αναπροσαρμογή (αύξηση) του μισθώματος του επιδίκου, όπως εκτενώς προαναφέρθηκε.
Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 20-2-2020 (αριθμό καταθέσεως 1721/171/2020), αίτηση και τους από 22-4-2021 (αριθμό καταθέσεως 49/26-4-2021) πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 205/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως, παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ