Greece Supreme Court dismisses insurance agent's claim for commission on first contract due to payment of second contract amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the insurance agent's claim for commission on the first agency contract, ruling that the defendant had already paid the corresponding amount under the second contract. The court held that the parties' agreement clearly defined the scope of the claim, rendering further interpretation unnecessary and the dispute not indefinite. Consequently, the court rejected the agent's request for a declaratory judgment to restructure the contractual relationship.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416 and 417 of the Civil Code; The court must reject a claim for commission on a prior contract if the defendant has already paid the corresponding amount under a subsequent contract, as the parties' agreement clearly defines the scope of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 23 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - εφεσιβλήτου:
Αγγλικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED», που εδρεύει στο Λονδίνο Αγγλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, , η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ’ ης η κλήση – εκκαλούσας:
Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΑΞΙΩΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ – ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΕΙΣ», που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Δρυλλεράκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και Γεράσιμο Απέργη που ανακάλεσε την από 02.09.2021 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.05.2007 αγωγή της ήδη καθ’ ης η κλήση – εκκαλούσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3464/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 210/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη καθ’ ης η κλήση – εκκαλούσα με την από 01.07.2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1500/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 210/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2339/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η καθ’ ης η κλήση – εκκαλούσα με την από 20.12.2016 αίτησή της και τους από 18.10.2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1296/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2339/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την καλούσα – εφεσίβλητη και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα – εφεσίβλητη με την από 09.01.2020 κλήση της.
Στο σημείο αυτό, ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της καθ’ ης η κλήση – εκκαλούσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, έκανε την ακόλουθη δήλωση προς καταχώρηση στα πρακτικά:
«Την ερχόμενη Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021 και ώρες 09.30' και 09.45' αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Πωβαρέτου (Δημοκρίτου 6 - 2ος όροφος - τηλ. 210 - 3612332), θα εξετάσουμε με λήψη ένορκης βεβαίωσης, τους μάρτυρες: α) Δ. Κ. του Β., Ιδιωτικό Υπάλληλο, κάτοικο ... Αττικής (...) και β) Ι. Π. του Δ., Αναλογιστή, κάτοικο ... Αττικής (...), για να καταθέσουν προς αντίκρουση των ισχυρισμών που, το πρώτον, προβάλλονται από την αντίδικο στις, από 03.09.2021, προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σε σχέση με το περιεχόμενο, τα πορίσματα και την αξιοπιστία της αναλογιστικής μελέτης της Hewitt".
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 09.01.2020 κλήση της εναγομένης – εφεσίβλητης κατά της ενάγουσας – εκκαλούσας νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ’ άρθρο 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η από 30.09.2009 (9183/30-9-2009) έφεση της ενάγουσας κατά της 3464/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την εν μέρει αναίρεση της επ’ αυτής εκδοθείσας 2339/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με τη 1296/2019 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (δεύτερη για την ίδια υπόθεση).
[II] Στην προκειμένη περίπτωση, η μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ΑΞΙΩΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ – ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΕΩΝ», με την από 29.05.2007 (121164/5454/29-5-2007) αγωγή της, εξέθετε ότι την 01.08.1995 κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία «GE FRANKONA REASSURANCE LIMITED» (τότε «ERC FRANCONA REASSURANCE LIMITED»), γραπτή σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την εμπορική αντιπροσώπευση της τελευταίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο (α' σύμβαση αντιπροσωπείας), αντί προμήθειας 1% επί των καθαρών αντασφαλίστρων των αντασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και υγείας, στην κατάρτιση των οποίων συνέβαλε, καταβληθησόμενης και μετά τη λύση της σύμβασης, για όσο χρόνο ίσχυαν οι σχετικές συμβάσεις.
Ότι η αρχική σύμβαση τροποποιήθηκε, αρχικά, το έτος 1996 και, στη συνέχεια, το έτος 1998 (β' σύμβαση αντιπροσωπείας), οπότε και ορίστηκε ότι επί καταγγελίας, κατόπιν έγγραφης προειδοποιήσεως προ έξι (6) μηνών εκ μέρους της ως άνω εναγομένης, οι μεν προμήθειες που σχετίζονται με πελάτες που προτάθηκαν από την ενάγουσα, κατά την περίοδο ισχύος της α' σύμβασης, όπως αυτές αναγράφονται στο Α' Παράρτημα που επισυνάπτεται στη β' σύμβαση, θα συνεχίσουν να καταβάλλονται, σύμφωνα με τους όρους της α' σύμβασης, ενώ οι λοιπές προμήθειες θα εισπράττονται για χρονικό διάστημα μέχρι και δώδεκα (12) μήνες από την ισχύ της καταγγελίας, καθώς και ότι, με την ως άνω σύμβαση, η ως άνω εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 12.597 ευρώ μηνιαίως, ως ελάχιστη εγγυημένη προμήθεια, έναντι των οφειλόμενων προμηθειών από το σύνολο των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, η δε εκκαθάριση θα γινόταν εντός 90 ημερών από το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους.
Ότι, τον Ιούνιο 2006, με σύμβαση εκχωρήσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ως άνω (πρώτη) εναγομένη μεταβίβασε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στη δεύτερη εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη καλούσα, εταιρεία με την επωνυμία «SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED», με την οποία ρητώς συμφωνήθηκε ότι η ανωτέρω μεταβίβαση δεν θα έβλαπτε τα δικαιώματά της (ενάγουσας).
Ότι, στις 20.11.2006, η δεύτερη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση αντιπροσωπείας, χωρίς την τήρηση της συμβατικά προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας προειδοποίησης και ότι, από τον Ιανουάριο 2007, έπαυσε την καταβολή προμηθειών. Ότι, προ της ως άνω καταγγελίας, συμφωνήθηκε ότι η δεύτερη των εναγομένων θα κατέβαλε στην ενάγουσα, έναντι των απαιτήσεών της, ένα εφάπαξ ποσό, το οποίο θα προσδιοριζόταν από τρίτο και συγκεκριμένα από τον αναλογιστικό οίκο Hewitt, που ανέλαβε να συντάξει τη σχετική αναλογιστική μελέτη.
Ότι η μελέτη αυτή συνετάγη και καθόρισε ως οφειλόμενο το ποσό των 8.140.548 ευρώ άλλως το ποσό των 3.671.697 ευρώ, το οποίο, όμως, αρνήθηκε να καταβάλει η δεύτερη εναγομένη.
Ότι, επιπροσθέτως, η τελευταία επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά προς αυτήν (ενάγουσα), κατά τα στο δικόγραφο εκτιθέμενα.
Ότι τα παραπάνω ισχύουν και ως προς την πρώτη εναγομένη, που κατ’ ουσίαν ταυτίζεται με τη δεύτερη, η οποία απορρόφησε πολλά από τα στελέχη της.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, οφείλουν να της καταβάλουν νομιμοτόκως (α) το ποσό των 8.140.548 ευρώ, άλλως των 3.671.597 ευρώ για τις υπαγόμενες στο καθεστώς της πρώτης σύμβασης προμήθειες, ποσά, όπως καθορίστηκαν, βάσει της ως άνω αναλογιστικής μελέτης και το μεν πρώτο ποσό αντιστοιχεί στην ταμειακή αξία των συγκεκριμένων προμηθειών το έτος 2021, το δε στην παρούσα αξία, (β) το ποσό των 214.149 ευρώ, για τις υπαγόμενες στο καθεστώς της δεύτερης σύμβασης προμήθειες, όπως προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του προκαταβλητέου ποσού των 12.597 ευρώ με τον αριθμό 17, που αντιστοιχεί στους μήνες, κατά τους οποίους η δεύτερη των εναγομένων υποχρεούτο να της καταβάλει προμήθειες και (γ) το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την 3464/2009 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 30.09.2009 (9183/30-9-2009) έφεσή της, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία, με τη 210/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την από 01.07.2011 αίτησή της, η ενάγουσα – εκκαλούσα ζήτησε την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 1500/2014 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν όλω η ανωτέρω 210/2011 τελεσίδικη απόφαση, για το λόγο ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο Αθηνών (α) εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 477 του Α.Κ., απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη, ως προς την πρώτη των εναγομένων, ελλείψει παθητικής αυτής νομιμοποίησης, (β) παρά το νόμο, απέρριψε την αγωγή, όσον αφορά στη βάση της από τη σύμβαση, κύρια και επικουρική, ως αόριστη, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα και απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος και (γ) απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, όσον αφορά στη βάση της από την αδικοπραξία, το μεν εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεων των άρθρων 200, 281, 297, 298 και 914 του Α.Κ., το δε έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και, μετά ταύτα, παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο αυτό Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Με την από 27-10-2014 (9089/27-10-2014) κλήση των εναγομένων – εφεσιβλήτων επαναφέρθηκε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η ως άνω έφεση της ενάγουσας. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 2339/2016 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ’ ουσία δεκτή η έφεση της ενάγουσας, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή, αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς την πρώτη των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη ως προς τη δεύτερη εξ αυτών (ήδη καλούσα-αναιρεσίβλητη).
Συγκεκριμένα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση αναγνωρίστηκε ότι η (δεύτερη) εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 214.149 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, που αφορά στις αξιώσεις της (ενάγουσας) από τη δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας, ενώ απορρίφθηκαν κατ’ ουσία οι λοιπές αγωγικές αξιώσεις.
Ακολούθως, η ενάγουσα – εκκαλούσα, με την από 20.12.2016 αίτησή της και τους με το από 18.10.2017 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής ζήτησε την αναίρεση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης. Το Δικαστήριο τούτο, με τη 1296/2019 απόφασή του, αναίρεσε εν μέρει την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση (2339/2016) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προσάπτοντας σ’ αυτήν την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ’ ορθή εκτίμηση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ενώ κρίθηκε ότι παρείλκε η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι αναφέρονταν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι στην απόρριψη της πρώτης ως άνω αγωγικής αξίωσης.
Συγκεκριμένα, με την εν λόγω αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό, επί λέξει, ότι «Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα αφενός μεν ότι μεταξύ της εναγούσης -αναιρεσειούσης και της δευτέρας των εναγομένων – δευτέρας αναιρεσιβλήτου δεν καταρτίστηκε η με την αγωγή επικαλούμενη από την πρώτη (ενάγουσα – αναιρεσείουσα) σύμβαση μεταξύ αυτής και της τελευταίας, με την οποίαν ανέθεσαν τον προσδιορισμό της επιδίκου οφειλής από τη συμφωνηθείσα μεταξύ τους σύμβαση προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της αναιρεσιβλήτου αυτής, στην αναλογιστική εταιρεία «Hewitt και Συνεργάτες Α.Ε.» και επομένως το ως άνω αξιούμενο με την αγωγή ποσό των 8.140.548 ευρώ ή άλλων των 3.671.597 ευρώ, στο οποίο η αναλογιστική αυτή εταιρεία, ως τρίτη, προσδιόρισε την επίδικη οφειλή, δεν στοιχειοθετούν, αντιστοίχως, την επίδικη αξίωση της αναιρεσειούσης και την υποχρέωση της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο, έτσι, ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 371 του Α.Κ., αφού ελλείπει, κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, η προς τούτο αναγκαία προϋπόθεση (συμφωνία των μερών για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης παροχής από τρίτο) για την εφαρμογή τους και αφετέρου, όπως από το σύνολο των ως άνω σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με την εν λόγω σύμβαση προμηθείας επί των καθαρών ασφαλίστρων όλων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων της αναιρεσιβλήτου αυτής, το μεν δεν προσδιόρισαν πλήρως κατ’ έκταση την οφειλόμενη από την τελευταία προς την πρώτη παροχή, το δε ότι διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό της δικαιοπραξίας, αποδίδοντας διαφορετική έννοια στα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και με βάση αυτά τον τρόπο υπολογισμού της παροχής αυτής, δεν διευκρινίζει (το Εφετείο) την θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς το σημείο αυτό της επιδίκου συμβάσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, είναι εφαρμοστέες και σε περίπτωση αοριστίας της εκτάσεως της οφειλόμενης παροχής.
Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις [...]».
Συνεπώς, μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο τμήμα σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
[III] Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος «δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα», της παραγράφου 2 του άρθρου 570 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας» και της παρ. 2 του άρθρου 581 του αυτού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 σύμφωνα με την οποία «η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ.», προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (Α.Π. 28/2020, Α.Π. 84/2017, Α.Π. 894/2015, Α.Π. 2225/2014).
Στο άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ’ αυτήν» και στο άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση [...]».
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1150/2017, Α.Π. 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (Ολ.Α.Π. 27/2007, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 84/2017). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται.
Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (Α.Π. 1282/2018, Α.Π. 634/2016). Ως προς τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραβιάζεται το δεδικασμένο της απόφασης αυτής, κατά τη θετική του λειτουργία (Α.Π. 644/2017, Α.Π. 503/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 2339/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Eνόψει, λοιπόν, του ότι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 30.09.2009 (9183/30-9-2009) έφεση της ενάγουσας κατά της 3464/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού είχε εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε κρατηθεί η υπόθεση και είχε δικαστεί η από 29.05.2007 αγωγή, το Δικαστήριο αυτό της παραπομπής πρέπει να ερευνήσει τη βασιμότητα της αγωγής της ενάγουσας – εκκαλούσας, στα πλαίσια της ως άνω αναιρετικής απόφασης, ήτοι ως προς την αοριστία της αξιούμενης παροχής, που αφορά στις προμήθειες από την πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίζεται, το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της αξίωσης από προμήθειες, με βάση το Παράρτημα Α' της δεύτερης σύμβασης αντιπροσωπείας, ελλείψει έννομου συμφέροντος της ενάγουσας, ως προώρως ασκηθείσα. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, τυγχάνει απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Και τούτο διότι, η 2339/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε παραδεκτή και νόμιμη της αγωγή, κεφάλαιο, το οποίο δεν θίγεται από την άνω αναιρετική απόφαση και, συνεπώς, καλύπτεται από το εξ αυτής δεδικασμένο.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο». Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του Α.Κ.), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι επόμενες (372 και 373 του Α.Κ.) εφαρμόζονται, όταν, συμβατικά, ανατέθηκε ο προσδιορισμός της παροχής σε συμβαλλόμενο ή τρίτο και όχι, όταν διάταξη νόμου ορίζει τον τρόπο και το πρόσωπο, το οποίο θα προβεί στον προσδιορισμό της παροχής. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις «αοριστία της παροχής» μπορεί να αφορά στο τί οφείλει ο οφειλέτης ή στο πως θα εκπληρώσει την παροχή ή στο πότε ή πού θα την εκπληρώσει ή, ακόμα, στο τρόπο της μετέπειτα εξελίξεως της παροχής και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας με την ερμηνεία, δηλαδή, όταν, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως, κατ' είδος, ποσότητα και χρόνο παράδοσης.
Ο προσδιορισμός της παροχής μπορεί να ανατεθεί με τη σύμβαση είτε σε έναν από τους συμβαλλομένους είτε σε τρίτο. Ο τρίτος μπορεί να είναι κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που δεν αποτελεί υποκείμενο της ενοχικής σχέσης, το οποίο πρέπει να προσδιορίσει την παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας, κατά δίκαιη κρίση.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται, υπό την έννοια ότι, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ` έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ` άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι, όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπληρώσεώς της, δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, έναν ή περισσότερους, φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Επίσης, ο προσδιορισμός της παροχής δύναται να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο συμβαλλόμενων μερών.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 του Α.Κ., αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε (από το συμβαλλόμενο ή τον τρίτο) κατά δίκαιη κρίση ή αυτός, στον οποίο ανατέθηκε ο προσδιορισμός, βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, τότε ο προσδιορισμός αυτός της αόριστης παροχής γίνεται από το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 678/1977).
Το δικαστήριο επιλαμβάνεται, μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Επίσης, το δικαστήριο επιλαμβάνεται, μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.
Η απόφαση του δικαστηρίου, κατά το ως άνω εδ. 2 του άρθρου 371 του Α.Κ., που είναι προσδιοριστική της παροχής, συμπληρώνει τη σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας τη βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί την αοριστία της παροχής, να καθορίσει πού έγκειται αυτή και ότι, κατά την έννοια της σύμβασης, πρέπει αυτή να συμπληρωθεί.
Πρέπει, επίσης, να επικαλεστεί ότι ο προσδιορισμός της αόριστης παροχής αφέθηκε σε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών και το ένα από αυτά αρνείται να συμπράξει ή αφέθηκε, με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων στη δίκαιη και όχι απόλυτη κρίση τρίτου, του οποίου η κρίση δεν είναι δίκαιη ή ότι αυτός βραδύνει, αρνείται ή αδυνατεί, οπότε επιλαμβάνεται το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου είναι προσδιοριστική της αόριστης παροχής και συμπληρώνει τη σύμβαση, άλλως, δεν επιτρέπεται ανάμειξη του δικαστηρίου (Α.Π. 143/2019, Α.Π. 1114/2018, Α.Π. 1769/2017, Α.Π. 162/2017, Α.Π. 650/2016, Α.Π. 403/2016).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, οπότε το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να προσφύγει σ' αυτούς για την ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και η μία συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (Α.Π. 561/2021, Α.Π. 956/2020, Α.Π. 956/2020).
Οι διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου και η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν σε ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας. Επομένως, μετά την ισχύ των ως άνω διατάξεων (από 01.01.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις, υπό τις σ' αυτές οριζόμενες προϋποθέσεις, την τήρηση των οποίων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1175/2019, Α.Π. 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα επικαλείται νόμιμα, με τις από 03.09.2021 έγγραφες προτάσεις της και προσκομίζει, πλην των λοιπών αποδεικτικών μέσων και τις κάτωθι ένορκες βεβαιώσεις: (α) .../21-3-2008, (β) .../21-3-2008 και (γ) .../21-3-2008 των Π. Ζ., Α. Π., Δ. Χ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Πωβαρέτου, που λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήτευση αμφότερων των αρχικώς εναγομένων, οι οποίες προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως στην πρωτοβάθμια δίκη και την .../31-3-2008 του Α. Γ. ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, επίσης, μετά νομότυπη κλήτευση των ιδίων εναγομένων, η οποία λήφθηκε προς αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων των τελευταίων. Οι ως άνω τέσσερις (4) συνολικά ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν νομότυπα, με βάση τις ισχύουσες, κατά το χρόνο λήψεώς τους, διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, ωσαύτως, νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει α) την …/12-2-2021 ένορκη βεβαίωση του Α. Μ. ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Πωβαρέτου, μετά νομότυπη κλήτευση της εναγομένης, όπως προκύπτει από την .../9-2-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γεώργιου Φωτόπουλου, συνολικά, δηλαδή, πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις και, συμπληρωματικά, τις .../9-9-2021 και .../9-9-2021 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Κ. και Ι. Π., αντίστοιχα, ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, μετά νομότυπη κλήτευση της εναγομένης με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 421 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στη δίκη αυτή.
Οι αιτιάσεις της εναγομένης α) περί υπερβάσεως του επιτρεπόμενου αριθμού των ένορκων βεβαιώσεων, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η ενάγουσα και β) περί απαραδέκτου της …/12-2-2021 ένορκης βεβαίωσης, για το λόγο ότι ο ενόρκως βεβαιώσας, Α. Μ., είχε εξετασθεί και ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτός του ότι προβάλλονται απαραδέκτως, το πρώτον, με την προσθήκη των προτάσεών της, τυγχάνουν αβάσιμες.
Και τούτο διότι α) στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτίθεται, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του ν. 4335/2015 και, συνεπώς, η ενάγουσα νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πέντε (5) συνολικά ένορκες βεβαιώσεις και β) εξ ουδεμιάς διατάξεως συνάγεται απαγόρευση δόσεως ένορκης βεβαίωσης από ενόρκως εξετασθέντα μάρτυρα.
Αντιθέτως, το γεγονός αυτό παρέχει στο δικάζον δικαστήριο την ευχέρεια αξιολογήσεως της αξιοπιστίας των υπό τούτου εισφερομένων. Περαιτέρω, η εναγομένη, με την προσθήκη των προτάσεών της, ισχυρίζεται ότι τυγχάνουν απαράδεκτες οι δύο (2) πρόσθετες .../9-9-2021 και .../9-9-2021 ένορκες βεβαιώσεις, γιατί, κατά δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, δόθηκαν προς αντίκρουση των ισχυρισμών της και όχι προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων που αυτή προσκόμισε, κατά τα στη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ.
γ' του Κ.Πολ.Δ. οριζόμενα, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το ν. 4335/2015. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, η ισχύουσα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 422 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, επιτρέπει σε κάθε διάδικο, πλέον των πέντε (5) ένορκων βεβαιώσεων, να επικαλεστεί και να προσκομίσει μέχρι τρεις (3) πρόσθετες ένορκες βεβαιώσεις, προς «αντίκρουση», γενικά, παρέχοντας, έτσι, σ' αυτόν την ευχέρεια να αντικρούσει τόσον τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, όπως διατυπώθηκαν στις έγγραφες προτάσεις του, όσον και τις ένορκες βεβαιώσεις, που αυτός προσκόμισε, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία ρητώς αναφερόταν ότι η προσκομιδή των πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων επιτρεπόταν μόνον προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα 3464/24-9-2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τούτου, όλα γενικώς και ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, ήτοι τις .../21-3-2008, .../21-3-2008, .../21-3-2008, .../31-3-2008, 941/12-2-2021, .../9-9-2021 και .../9-9-2021 των Π. Ζ., Α. Π., Δ. Χ., Α. Μ., Ι. Π. και Δ. Κ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Πωβαρέτου, μετά νομότυπη κλήτευση της εναγομένης καθώς και αυτές, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, ήτοι την .../28-3-2008 του T. T. και την .../21-5-2007 του S. B. ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Προξένου του Λονδίνου καθώς και την .../11-6-2007 του R. W. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαφειρίας Σουρή, που λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Δυνάμει της από 01.08.1995 σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία «ΑΞΙΩΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ – ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΕΙΣ» και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «EMPLOYERS REASSURANCE INTERNATIONAL LTD» (αρχική επωνυμία της πρώτης εναγομένης, ως προς την οποία έχει απορριφθεί αμετακλήτως η αγωγή) συμφωνήθηκε όπως η πρώτη αναλάβει ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της δεύτερης στην Ελλάδα και την Κύπρο στον τομέα της προώθησης και της τοποθέτησης αντασφαλιστικών εργασιών και δραστηριοτήτων της, μέχρι τις 31.07.1996, οπότε και η σύμβαση θα παρατεινόταν, εκτός αν οποιοδήποτε των συμβαλλόμενων μερών ήθελε ζητήσει τη λύση της, με έγγραφη κοινοποίηση προς το έτερο μέρος τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την επιθυμητή ημερομηνία λήξης της.
Σύμφωνα με τον 2.3 όρο της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε, ως αμοιβή της ενάγουσας, προμήθεια 1% επί των καθαρών αντασφαλίστρων των αντασφαλιστικών συμβάσεων ασφαλιστηρίων ζωής και των συμπληρωματικών καλύψεων, που θα εκτελούνταν από αυτήν ή για κάθε σύμβαση, στις διαπραγματεύσεις της οποίας θα μετείχε ενεργά, με σκοπό την επίτευξή της, ενώ το δικαίωμα αυτό θα παρέμενε ισχυρό για όσο χρόνο οι εργασίες θα παρέμεναν αντασφαλισμένες με την ως άνω εταιρεία, ανεξαρτήτως του αν η συμβατική σχέση της με την ενάγουσα είχε λήξει.
Με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ότι, για όσο χρόνο θα διαρκούσε η σύμβαση και εφόσον οι αντασφαλιστικές συναλλαγές θα διευρύνονταν, η ανωτέρω εταιρεία θα κατέβαλε στην ενάγουσα, την 25η ημέρα κάθε μήνα, ως ελάχιστο εγγυημένο ποσό, αυτό των 700.000 δρχ., ως προκαταβολή του δικαιώματος προμήθειας, μέχρι τη λήξη της σύμβασης, μετά την οποία θα αναθεωρείτο, υπό την έννοια ότι αν η προμήθεια δεν υπερέβαινε το ποσό αυτό, δεν θα οφειλόταν άλλο ποσό, ενώ αν η προμήθεια το υπερέβαινε, τότε θα οφειλόταν το υπερβάλλον.
Με το από 19.12.1995 τηλεομοιοτυπικό μήνυμά της προς το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, η ως άνω (αρχική) εναγομένη έθεσε προς συζήτηση το θέμα των προμηθειών της ενάγουσας, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αντιπροσωπείας, παραθέτοντας προτεινόμενη νέα συμφωνία, σε τροποποίηση της αρχικής ρυθμίσεως και συγκεκριμένα, ότι «σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης από αυτήν ERI (εναγομένη), το δικαίωμα προμηθειών μεσιτείας της Αξίωμα θα συνεχίζεται για μια περίοδο 12 μηνών μόνο, αλλά δεν θα υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα, το οποίο πληρώθηκε για την προηγούμενη δωδεκάμηνη περίοδο».
Ακολούθως, μετά από προφορική συνάντηση και συμφωνία του Μ. Α., υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και μοναδικού εταίρου της ενάγουσας και του J. Mc.M., εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, που έλαβε χώρα στο Λονδίνο, όπως αποδεικνύεται από το από 25.01.1996 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του τελευταίου, το οποίο αφορά στη βασική τροποποίηση της αρχικής (πρώτης) σύμβασης, ως προς το συγκεκριμένο όρο αυτής και έγινε αποδεκτό από το Μ.
Α., στις 26.01.1996, έλαβε χώρα η κατάρτιση της προσθήκης 1 στην ως άνω από 01.08.1995 σύμβαση. Με την προσθήκη αυτή, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχικής (πρώτης) σύμβασης αντιπροσωπείας, συμφωνήθηκε η αντικατάσταση των παραγράφων 2.3 και 3 αυτής ως εξής. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 2.3 της από 01.08.1995 συμβάσεως αντικαταστάθηκε, επί λέξει, ως εξής:
«Η Εταιρεία (εναγομένη) σας πιστώνει με 1% (ένα τοις εκατό) αμοιβή προμήθειας επί των καθαρών λελογισμένων αντασφαλειών επί όλων των εργασιών ζωής και προσθέτων οι οποίες προτείνονται από εσάς ή για τη διασφάλιση των οποίων εργασιών συμμετείχατε ενεργά στις διαπραγματεύσεις. Το δικαίωμά σας σε αυτή θα συνεχίζει για όσο χρονικό διάστημα οι εργασίες παραμένουν αντασφαλισμένες με την Εταιρεία, αλλά υπό τις προϋποθέσεις των όρων καταγγελίας στην παράγραφο 3 παρακάτω. Κατά τη διάρκεια της Συμβατικής Περιόδου ενόσω το δικαίωμα στην προμήθεια θα δημιουργείται, η Εταιρεία θα σας πληρώνει την 20η κάθε μήνα ένα ελάχιστο εγγυημένο μηνιαίο ποσό δρχ. 2.700.000. Το ποσό αυτό θα λογίζεται ως προκαταβολή του δικαιώματός σας στις προμήθειες μεσιτείας κατά την περίοδο εκείνη και θα καταβάλλεται μέχρι τη λήξη της συμβάσεως (δηλ. 12 μήνες), μετά την οποία θα είναι αναθεωρητέο. Εάν οι προμήθειες μεσιτείας δεν υπερβαίνουν το ελάχιστο μηνιαίο ποσό τότε καμία άλλη πληρωμή δεν θα οφείλεται για εκείνο το μήνα από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος. Εάν το δικαίωμα στην προμήθεια υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο ποσό τότε θα σας πιστώνεται το υπερβάλον ποσό».
Με την ίδια ως άνω προσθήκη 1, η παράγραφος 3 της από 01.08.1995 σύμβασης αντικαταστάθηκε, επί λέξει, ως εξής:
«Η παρούσα σύμβαση θα συνεχιστεί μέχρι την 31ην Δεκεμβρίου 1996 και μετέπειτα εκτός εάν και μέχρις ότου καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη με έγγραφη προειδοποίηση προ 6 μηνών. Στην περίπτωση καταγγελίας της παρούσας σύμβασης από την Εταιρεία, το δικαίωμα της Αξίωμα για την αμοιβή προμηθειών θα συνεχιστεί για περίοδο 12 μηνών συνολικά μετά τη λήξη της περιόδου γνωστοποίησης, αλλά δεν θα υπερβαίνει το ελάχιστο μηνιαίο ποσό το οποίο πληρώθηκε για την προηγούμενη δωδεκάμηνη περίοδο [...]».
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις οικείες έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές. Ως εκ τούτου, από τη ρητή και σαφή διατύπωση των εγγράφως συμφωνηθέντων αποδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι, με κοινή βούληση των συμβληθέντων μερών, η αρχική (πρώτη) από 01.08.1995 σύμβαση αντιπροσωπείας τροποποιήθηκε με την από 26.01.1996 προσθήκη 1 αυτής, με την οποία, η αξίωση της ενάγουσας επί των προμηθειών από την εν λόγω πρώτη σύμβαση, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπείας από την (πρώτη) εναγομένη, περιορίστηκε σημαντικά.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή (δηλαδή της καταγγελίας της σύμβασης από την πρώτη εναγομένη), η αξίωση της ενάγουσας περιορίστηκε στο ελάχιστο μηνιαίο ποσό, που αυτή θα λάμβανε το τελευταίο προ της καταγγελίας 12μηνο -το οποίο, σημειωτέον, με την προσθήκη αυτή, αυξήθηκε από 700.000 δρχ. σε 2.700.000 δρχ.- πολλαπλασιασμένο επί 18 (6 + 12).
Στη συνέχεια, δυνάμει της από 10.07.1998 έγγραφης «συμφωνίας των εταίρων», που καταρτίστηκε αφενός μεν μεταξύ του Μ. Α., ως νόμιμου εκπροσώπου και μοναδικού εταίρου της ενάγουσας και αφετέρου της ίδιας ως άνω εταιρείας, μετονομασθείσας σε «ERC FRANKONA REASSURANCE LIMITED», ο πρώτος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, πώλησε στη δεύτερη 102 μερίδια της ενάγουσας, προκειμένου να ενισχύσουν και να προωθήσουν τη μεταξύ τους συνεργασία.
Ως διαχειριστής του νέου αυτού εταιρικού σχήματος ορίστηκε ο Μάριος Απέργης, ενώ ως «εργασίες» ορίστηκαν η προμήθεια υπηρεσιών σχετικών με ασφάλειες, συμπεριλαμβανομένων της διαχείρισης απαιτήσεων, υπηρεσιών εκτίμησης κινδύνων και άλλων διοικητικών υπηρεσιών σε πελάτες της εταιρείας και η προμήθεια υπηρεσιών αντιπροσώπου για λογαριασμό της δεύτερης ως άνω εταιρείας επιχείρηση της παροχής υπηρεσιών σχετικών με ασφάλειες.
Στις 20.07.1998, σε αντικατάσταση της αρχικής (πρώτης) από 01.08.1995 σύμβασης αντιπροσωπείας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 26.01.1996 προσθήκη 1 αυτής, καταρτίστηκε, εγγράφως, δεύτερη όμοιου περιεχομένου σύμβαση («νέος Διορισμός»), δυνάμει της οποίας η ενάγουσα συνέχισε την ίδια ως άνω δραστηριότητα στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Με τον όρο 3.1 της εν λόγω δεύτερης σύμβασης ορίστηκε, επί λέξει ότι: «Υπό τις προϋποθέσεις του κατωτέρω όρου 3.2, θα πληρώνει στην Αξίωμα προμήθεια ύψους 1 τοις εκατό επί των καθαρών ασφαλίστρων αντασφαλειών, όπως εμφαίνονται στις λογιστικές καταστάσεις της Εταιρείας (σε περίπτωση διαφωνίας να πιστοποιούνται από τους ελεγκτές της Εταιρείας), επί όλων των εργασιών αντασφαλειών και αντασφαλίσεων ζωής και υγείας οι οποίες προτείνονται από την Αξίωμα κατά τον Διορισμό ή τον Πρώην Διορισμό (δηλαδή, το ως άνω ποσοστό υπολογίζεται και επί των εργασιών που προτάθηκαν από την ενάγουσα κατά την πρώτη σύμβαση) ...
και το δικαίωμα αυτό λήγει κατά τη λήξη του Διορισμού για οποιοδήποτε λόγο. Εργασίες για τις οποίες είναι πληρωτέα προμήθεια σύμφωνα με τους όρους του Πρώην Διορισμού θα συνεχίζεται να καταβάλλεται. Λεπτομέρειες των εργασιών για τις οποίες είναι πληρωτέα σύμφωνα με τους όρους του Πρώην Διορισμού επισυνάπτονται στο παρόν και τιτλοφορούνται Παράρτημα Α».
Με τον όρο αυτό καθορίζεται η αμοιβή της ενάγουσας (προμήθεια 1%) τόσον για τις συμβάσεις, που προτάθηκαν από αυτήν, από τις 20.07.1998 (έναρξη ισχύος της δεύτερης σύμβασης) όσον και γι’ αυτές που είχαν ήδη καταρτιστεί, μετά από πρότασή της ή με την ενεργή συμμετοχή της στις διαπραγματεύσεις, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, όπως καταχωρίστηκαν στο Παράρτημα Α και για όσο χρονικό διάστημα θα συνεχιζόταν η συνεργασία των συμβληθέντων και όχι μετά τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της συμβάσεως.
Με τον όρο 3.2 ορίστηκε ότι «δεν καταβάλλεται προμήθεια σχετικά με εντολές, οι οποίες διαβιβάζονται από την Αξίωμα και δεν γίνονται δεκτές από την Εταιρεία ή αμοιβές για οποιεσδήποτε εργασίες υπηρεσιών που σχετίζονται με ασφάλιση οι οποίες αναλαμβάνονται και χρεώνονται από την Αξίωμα σύμφωνα με μία σύμβαση εταίρων με ημερομηνία Ιουλίου 1998", ενώ με τον όρο 3.3 καθορίστηκε η αξίωση της ενάγουσας, σε περίπτωση καταγγελίας της δεύτερης σύμβασης από την ως άνω εταιρεία. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ότι "κατά τη λήξη σύμφωνα με τον όρο 5 κατωτέρω... από την Εταιρεία, τότε η Αξίωμα θα δικαιούται να λάβει προμήθεια επί οποιωνδήποτε εργασιών μέχρι την ημερομηνία λήξης που αναφέρεται στη γνωστοποίηση καταγγελίας και επί οποιωνδήποτε εργασιών οι οποίες προέρχονται από πελάτες στην Επικράτεια οι οποίες προτάθηκαν από την Αξίωμα στην Εταιρεία για δώδεκα περαιτέρω μήνες».
Συνεπώς, με βάση τη βούληση των συμβληθέντων μερών, όπως αποτυπώθηκε στα κείμενα των ανωτέρω δύο συμβάσεων, σε περίπτωση καταγγελίας της δεύτερης αυτής σύμβασης, καθόσον αφορά στην αμοιβή προμηθειών από την πρώτη σύμβαση, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει όσα συμφωνήθηκαν σ’ αυτήν, μετά την τροποποίησή της με την προσθήκη 1.
Εξάλλου, με τον όρο 4 της δεύτερης σύμβασης συμφωνήθηκε ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος της «Η Εταιρεία θα καταβάλει την δέκατη τρίτη ημέρα κάθε μηνός (ή την κοντινότερη σ' αυτήν εργάσιμη ημέρα) το ποσό των δρχ. 2.700.000 και για την αποφυγή αμφιβολιών το ποσό αυτό θα συμπεριλαμβάνει όποια πληρωτέα προμήθεια σύμφωνα με τον Πρώην Διορισμό.
Το ποσό αυτό θα θεωρείται ότι είναι προκαταβολή του δικαιώματος προμηθειών της Αξίωμα σύμφωνα με τον όρο 3.1. Εντός ενενήντα ημερών από το τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, η Εταιρεία θα υπολογίζει το πραγματικό δικαίωμα προμήθειας για το έτος, προκειμένου να υπολογιστούν οποιαδήποτε τελικά ποσά τα οποία είτε πρέπει να πληρωθούν στην Αξίωμα ή να πληρωθούν από την Αξίωμα».
Όπως προεκτίθεται, στην ίδια (δεύτερη) σύμβαση προσαρτήθηκε το «Παράρτημα Α», στο οποίο καταχωρίστηκαν οι επωνυμίες των εταιρειών στην Ελλάδα και στην Κύπρο, οι αντίστοιχες σε καθεμία εξ αυτών συμβάσεις («εργασίες») και τα στοιχεία των συμβάσεων («εργασιών»), που δημιουργούν δικαίωμα για αμοιβή μεσιτείας (προμήθεια) της ενάγουσας, ως και αυτών, που δεν δημιουργούν τέτοιο δικαίωμα από την πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το από 14.12.2001 έγγραφο της εταιρείας «GE FRANKONA Εταιρίας Αντασφαλίσεων Περιορισμένης Ευθύνης» (πρώην «ERC FRANKONA Εταιρία Αντασφαλίσεων Περιορισμένης Ευθύνης») προς το Μ. Α., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, η οποία, εν τω μεταξύ, είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία της πρώτης και για την Τουρκία, επιβεβαιώθηκε η συμφωνηθείσα από 10.04.2001 τροποποίηση, η οποία αφορούσε στην καταβολή της προμήθειας και συγκεκριμένα ότι η ως άνω εταιρεία θα κατέβαλε τη 13η ημέρα κάθε μήνα, αντί του ποσού των 2.700.000 δρχ., αυτό των 830 ευρώ, ως προκαταβολή της προμήθειας, ενώ, εντός 90 ημερών από το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους, η εταιρεία θα υπολόγιζε την οφειλόμενη διαφορά για την πραγματική προμήθεια.
Ακολούθως, με το από 18.01.2002 έγγραφο της ως άνω εταιρείας προς το Μ. Α., η μηνιαία προκαταβολή της προμήθειας ορίστηκε στο ποσό των 12.597 ευρώ. Τον Ιούλιο του έτους 2002, η ως άνω εταιρεία απέκτησε νομοτύπως ποσοστό 34% των εταιρικών μεριδίων της ενάγουσας, ήτοι 204 εταιρικά μερίδια επί συνόλου 600, ενώ τα υπόλοιπα 396 ανήκαν στον ιδρυτή και νόμιμο εκπρόσωπό της.
Από τον Ιούλιο 2002 και εντεύθεν, η εν λόγω εταιρεία (πρώτη εναγομένη) ίδρυσε και λειτουργούσε υποκαταστήματα στην Ελλάδα, χωρίς το γεγονός αυτό να διασαλεύσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα, όρισε δε ως νόμιμο εκπρόσωπο και αντίκλητό της το Μ. Α.. Το μήνα Ιούνιο του έτους 2006, η ίδια ως άνω εταιρεία, κατόπιν συμφωνίας της με την (αρχικώς δεύτερη) εναγομένη («SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED»), μεταβίβασε σ' αυτήν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της από την ως άνω σύμβαση αντιπροσωπείας και τις λοιπές παρεπόμενες με την ενάγουσα συμβάσεις.
Μάλιστα, στις 06.06.2006, καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών και της ενάγουσας σύμβαση εκχώρησης, δυνάμει της οποίας η «GE FRANKONA REASSURANCE LIMITED» μεταβίβασε στην εναγομένη («SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED») όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση αντιπροσωπείας, τη σύμβαση εταίρων, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της πρώτης εξ αυτών και του Μ.
Α. και τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με συνέπεια η (δεύτερη) εναγομένη («εκδοχέας») να ευθύνεται πλέον έναντι της ενάγουσας για όλες τις υποχρεώσεις, οι οποίες πριν από την κατάρτιση της σύμβασης αυτής (εκχωρήσεως) βάρυναν τη «GE FRANKONA Εταιρίας Αντασφαλίσεων Περιορισμένης Ευθύνης», από τις συμβάσεις αντιπροσωπείας της ενάγουσας και αυτή να ευθύνεται για την τήρηση των υποχρεώσεών της, οι οποίες απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές έναντι της ενάγουσας.
Ενόψει τούτων, καταρτίστηκε στερητική σύμβαση αναδοχής χρέους μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, στην οποία συνέπραξε και η ανωτέρω εταιρεία «GE FRANKONA REASSURANCE LIMITED», δυνάμει της οποίας, η τελευταία απηλλάγη και ελευθερώθηκε από την περαιτέρω εκτέλεση της υφιστάμενης τότε σύμβασης αντιπροσωπείας, όπως δέχθηκε, ήδη αμετακλήτως, η 2339/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή ως προς την ανωτέρω εταιρεία, κεφάλαιο, το οποίο δεν αναιρέθηκε με τη 1296/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, η εναγομένη («SWISS RE LIFE & HEALTH LIMITED») δήλωσε στην ενάγουσα ότι προτίθεται να ασκεί τις δραστηριότητές της, χωρίς τη διαμεσολάβηση αντιπροσώπων, γεγονός, το οποίο καταδείκνυε την επικείμενη λύση της σχετικής συμβάσεως αντιπροσωπείας. Πράγματι, με επιστολή της, που γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, στις 20.11.2006, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δήλωση των εκπροσώπων της εναγομένης ότι η εταιρεία προτίθεται να συνεχίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς αντιπροσώπους σε όλες τις χώρες (πλην της Γαλλίας), μεταξύ των οποίων στην Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία και την οριστική λύση της συμβάσεως με την ενάγουσα, τα διάδικα μέρη επιχείρησαν να ανεύρουν συμβιβαστική επίλυση των απαιτήσεων της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και αυτών, που αφορούσαν στα οφειλόμενα από την πρώτη και τη δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Αρχικά, προτάθηκε από την εναγομένη η καταβολή στην ενάγουσα ενός εφάπαξ ποσού, το οποίο να ικανοποιεί τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, αντί των περιοδικών καταβολών, πρόταση, που έγινε αποδεκτή από την τελευταία (ενάγουσα), προκειμένου να λήξουν όλες οι μεταξύ τους οικονομικές διαφορές. Στα πλαίσια της προοπτικής αυτής, μετά, επίσης, από πρόταση της εναγομένης, τα διάδικα μέρη συμφώνησαν να προβεί έκαστο εξ αυτών στον υπολογισμό των ως άνω οφειλόμενων ποσών, με τη συνδρομή εξωτερικών συμβούλων, ώστε, στη συνέχεια, να έλθουν σε επαφή, προκειμένου να καταλήξουν σε κοινώς αποδεκτή λύση.
Επισημαίνεται ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας, που αφορούν στη δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας κρίθηκαν, αμετακλήτως, με την ως άνω εφετειακή απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 214.149 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, κεφάλαιο, το οποίο δεν προσβλήθηκε με αναίρεση.
Στις 20.06.2017, εξάλλου, η εναγομένη, συμμορφούμενη στην εν λόγω απόφαση, κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 398.655,30 ευρώ, για κεφάλαιο και τόκους, συνταγέντος προς τούτο του από 20.06.2017 ιδιωτικού συμφωνητικού. Κρίσιμο σημείο της διαφωνίας τους, αλλά και της εντεύθεν δικαστικής τους αντιδικίας, ήταν η αταλάντευτη θέση της ενάγουσας ότι δικαιούται τις προμήθειες επί των καθαρών αντασφαλίστρων για τις αντασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν, μετά από πρόταση ή με τη συνδρομή της, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης αντιπροσώπευσης, για όσο χρονικό διάστημα αυτές ισχύουν, θεμελιώνοντας την αξίωση αυτή στον όρο 3.1 της δεύτερης από 20.07.1998 σύμβασης.
Στα πλαίσια της προαναφερόμενης, αρχικά συναινετικής, διαδικασίας, το Σεπτέμβριο του 2006, η ενάγουσα ανέθεσε στην αναλογιστική εταιρεία «Hewitt Συνεργάτες ΑΕ» τη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, προκειμένου να υπολογιστεί η καθαρή αξία προμηθειών επί των συμβάσεων του Παραρτήματος Α της από 20.07.1998 σύμβασης.
Η ενέργεια αυτή της ενάγουσας ήταν εν γνώσει της εναγομένης, η οποία παρέδωσε τα δεδομένα που της ζητήθηκαν. Εξ αυτών, όμως, δεν συνάγεται ότι τα διάδικα μέση συναποφάσισαν να αναθέσουν την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και τον καθορισμό της αμφισβητούμενης παροχής στον ως άνω αναλογιστικό όμιλο ή σε οποιονδήποτε τρίτο, προς επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς.
Τούτο επιβεβαιώνεται από το κείμενο αυτής ταύτης της από τον Οκτώβριο 2006 αναλογιστικής έκθεσης, που συνέταξε ο Π. Ζ., στο προοίμιο της οποίας ρητά καταχωρίστηκε ότι η ανάδοχος εταιρεία «Hewitt Συνεργάτες Α.Ε.» προσλήφθηκε από την ενάγουσα, με την εντολή να αποτιμήσει «τις αξιώσεις της, οι οποίες βασίζονται στο Παράρτημα Α της σύμβασης αντιπροσωπείας με την Αντασφαλιστική Swiss.
H Αντασφαλιστική Swiss έχει αποφασίσει να λύσει άπαξ και δια παντός την προαναφερόμενη σύμβαση με την Αξίωμα ΕΠΕ. Η Αξίωμα ΕΠΕ θέλει να παρουσιάσει την αξία των αξιώσεών της, τις οποίες θα χάσει ως αποτέλεσμα της ως άνω λύσεως». Με την έκθεση αυτή καθορίστηκε ότι η αξία των προμηθειών από την πρώτη σύμβαση ανέρχονται, σε χρονικό ορίζοντα δεκαπενταετίας (συνήθης διάρκεια τέτοιου είδους συμβάσεων), ήτοι μέχρι το 2021, στο ποσό των 8.140.548 ευρώ, ενώ η ταμειακή τρέχουσα αξία τους στο ποσό των 3.671.597 ευρώ.
Η έκθεση αυτή γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη, η οποία διαφώνησε έντονα με το ύψος των καθορισθεισών αξιώσεων και, εν τέλει, κατήγγειλε τη σύμβαση, όπως προεκτίθεται. Με την ως άνω εφετειακή απόφαση, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς κεφάλαιο αυτό με την 1296/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι δεν καταρτίστηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ρητά ή σιωπηρά, συμφωνία των διαδίκων περί ανάθεσης στην ως άνω αναλογιστική εταιρεία, του καθορισμού της ως άνω επίδικης αξίωσης, αλλά ότι η τελευταία ενήργησε ως τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας.
Συνεπώς, οι περί αντιθέτου αιτιάσεις της ενάγουσας τυγχάνουν απαράδεκτες.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το ύψος των οφειλομένων στην ενάγουσα, που απορρέουν από την πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας, καθορίστηκαν, κατά τρόπο σαφή, από την ίδια την ως άνω σύμβαση, όπως αποτυπώθηκε στο από 01.08.1995 κείμενο αυτής, το οποίο τροποποιήθηκε με την από 26.01.1996 προσθήκη 1. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά, στην από 01.08.1995 σύμβαση, με το 2.3 όρο αυτής, ορίστηκε ότι το δικαίωμα προμήθειας της ενάγουσας θα διατηρείται για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι συμβάσεις αντασφάλισης, στην κατάρτιση των οποίων συνέβαλε, ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης, στη συνέχεια, στις 26.01.1996, ο όρος αυτός τροποποιήθηκε, με τον περιορισμό του ως άνω δικαιώματος.
Έτσι, η ενάγουσα δικαιούται το ελάχιστο μηνιαίο ποσό, το οποίο καταβαλόταν σ' αυτήν το τελευταίο δωδεκάμηνο, για χρονική περίοδο δώδεκα (12) μηνών, μετά τη λήξη της περιόδου γνωστοποίησης. Ο όρος αυτός δεν αντικαταστάθηκε με τη δεύτερη από 20.07.1998 σύμβαση αντιπροσωπείας και δη με τον 3.1. όρο αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα.
Και τούτο διότι, με τον όρο αυτό (3.1) της δεύτερης σύμβασης ρυθμίζονται τα της προμήθειας της ενάγουσας επί των αντασφαλίστρων των συμβάσεων, που θα καταρτίζονταν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης αυτής, δηλαδή, από 20.07.1998 και εφεξής, ενώ διατηρήθηκε το δικαίωμα προμήθειας από τις αντασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν, μετά από πρότασή της ή με την καθοριστική συνδρομή, κατά τη διάρκεια της πρώτης σύμβασης, δηλαδή, από 01.08.1995 μέχρι τις 19.07.1998.
Έτσι τα στον όρο αυτό συμφωνηθέντα ότι «Εργασίες για τις οποίες είναι πληρωτέα προμήθεια σύμφωνα με τους όρους του Πρώην Διορισμού θα συνεχίζεται να καταβάλλεται» αφορά στην προμήθεια επί των αντασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και υγείας, που καταρτίστηκαν μετά από πρόταση ή με την καθοριστική συνδρομή της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια ισχύος της πρώτης σύμβασης και καταχωρίστηκαν στο Παράρτημα Α', ενόσω διαρκεί η δεύτερη σύμβαση αντιπροσωπείας, χωρίς να θίγονται όσα συμφωνήθηκαν στην από 26.01.1996 προσθήκη 1 της πρώτης σύμβασης.
Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, προέβαλε, το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου, ένσταση εξοφλήσεως των αξιώσεων της ενάγουσας, δεδομένου ότι έχει ήδη καταβάλει το ποσό που αφορά στις προμήθειες από τη δεύτερη σύμβαση, όπως καθορίστηκε με την ανωτέρω εφετειακή απόφαση. Η ένσταση αυτή, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του Α.Κ., πρέπει ν’ απορριφθεί κατ' ουσία, δεδομένου ότι το υπ’ αυτής καταβληθέν ποσό δεν αφορά στην αξίωση της ενάγουσας από την πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, λόγω του σαφούς περιεχομένου των συμφωνηθέντων ως προς το ύψος της αξιώσεως της ενάγουσας, δεν παρίσταται ανάγκη περαιτέρω διευκρίνισής τους με την εφαρμογή των ερμηνευτικών αρχών των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Η ασυμφωνία των διαδίκων, ως προς το περιεχόμενο και το ύψος της αξιώσεως αυτής, με συνέπεια τη μακρόχρονη αντιδικία τους, δεν την καθιστά αόριστη, πολλώ δε μάλλον δεν πρόκειται περί αοριστίας, την οποία θέλησαν τα συμβληθέντα μέρη, όπως ρητά επιτάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. Συνακόλουθα, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης αυτής και, εντεύθεν, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση δικαστικού προσδιορισμού, κατά το εδάφιο β' της ως άνω διατάξεως, υπό την έννοια εκδόσεως αποφάσεως διαμορφωτικής (διαπλαστικής) της συμβατικής σχέσης, την οποία επεδίωξε η ενάγουσα με την άσκηση της αγωγής της.
Εξάλλου, τα υπ’ αυτής υποστηριζόμενα, με τις έγγραφες προτάσεις της ότι, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να επιλύσει την επίδικη διαφορά και να αποφανθεί επί της ως άνω αξιώσεώς της, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και, συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτα.
[V] Μετά ταύτα, πρέπει, συνεπώς, ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως ουσία αβάσιμη και ως προς την αξίωση της ενάγουσας, που αφορά στην πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178, 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσία την από 30.09.2009 (9183/30-9-2009) έφεση κατά της 3464/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ως άνω εκκληθείσα απόφαση.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.05.2007 (121164/5454/29-5-2007) αγωγή ως προς την αξίωση της ενάγουσας από την πρώτη σύμβαση αντιπροσωπείας και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ