Supreme Court dismisses State's appeal on Ottoman land ownership and usucapion grounds, upholding lower court ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Aegean Court of Appeal's 2007 decision regarding land ownership. The State argued the land was state property under Ottoman law and claimed usucapion had not occurred, but the Court found these arguments baseless. The Court ruled that the lower court correctly rejected the State's claim because the parties failed to prove the land was ownerless before 1837, and the usucapion argument was irrelevant as the land was not public property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 571, 577§3 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on facts not proven by the appellant, and usucapion claims fail when the subject matter is not public property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 23 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. (Α.) Σ. (S.) του Α. και Μ., 2) Ά. θυγ. Μ. Ρ., συζ. Α. Σ., κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Στεφάνου (Α.Μ. 85 Δ.Σ.Σ.) με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115ΤΜ/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Μουλιανιτάκη, ανέγνωσε την από 26-10-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 21/01/2010 αίτηση για αναίρεση της 34/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (μούλκια) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο Όριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 34/2019,160/2014).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/03-07-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1840/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019,987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα δύο αγροτεμάχια εμφαίνονται ,ως, τμήματα μείζονος εδαφικής εκτάσεως .επιφανείας 16.809 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση Πανάχραντος ή Τυράφι της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Άνω Σύρου, όπως η μείζονα έκταση απεικονίζεται με περιμετρικούς αριθμούς 1 έως 21-1, στο από Ιουλίου 1996 διάγραμμα του μηχανικού Δ.
Μ., που προσαρτάται στη με αριθμό …/…-6-2001 πράξη χαρακτηρισμού της Δν/σεως Δασών Ν., Κυκλάδων. Η μείζονα έκταση συνορεύει βόρεια- βοριοδυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ. (πρώην Δ. Σ.), βόρεια-βορειανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Π. και εν μέρει με αγροτική οδό πλάτους 3 μέτρων και πέραν αυτής εν μέρει με ιδιοκτησία δεύτερης ενάγουσας και εν μέρει με ιδιοκτησία Α.
Κ. (πρώην Θ. Σ.), νότια-νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Δ. (, Θ. Σ.) και δυτικά- νοτιοδυτικά με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους. Η μείζονα αυτή έκταση, καθώς και η ευρύτερη περιοχή ομόρων ιδιοκτησιών, έχει μικτή μορφή [αγροτική και χορτολιβαδική], η μείζονα έκταση περιβάλλεται δε με ξερολιθιά ,εκτός από τμήμα της στη βορειοανατολική πλευρά της, που συνορεύει με την παραπάνω αγροτική οδό πλάτους 3 μέτρων.
Η δυτική -νοτιοδυτική πλευρά και μέρος της βόρειας-βορειανατολικής πλευράς της μείζονος εκτάσεως συνορεύει με αγροτικές οδούς, που καταλήγουν στην επαρχιακή οδό .... Κατά δε το μήκος της βόρειας- βορειανατολικής και νότιας-νοτιανατολικής πλευράς της διέρχονται δύο δίοδοι, πλάτους 2 και 2,50 τ.,μ., που καταλήγουν στις παραπάνω αγροτικές οδούς και μέσα από αυτές στην παραπάνω επαρχιακή οδό.
Τα δυο επίδικα αγροτεμάχια επιφάνειας 3265 τ.μ:, [1655 τμ. +1610 τ.μ.] βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της μείζονος εκτάσεως, και συνορεύουν με την όμορη ιδιοκτησία Ε. Τ. [πρώην Δ. Σ.]! Τα τμήματα αυτά με τη με αριθμό …/…-6-2001 πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσεως Δασών Ν. Κυκλάδων ,που είναι τελεσίδικη [βλ. το με αριθμό πρωτ …/…-10-2001 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Ν.
Κυκλάδων], έχουν χαρακτηριστεί ως χορτολιβαδική έκταση και δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, το υπόλοιπο τμήμα της μείζονος εκτάσεως 13.544 τ.μ.(16.809 τ.μ.-3.265τ.μ.), έχει χαρακτηριστεί ως αγροτική έκταση. Η μείζονα έκταση, μεταβιβάσθηκε από τον Κ., Σ., στον οποίο, ανήκε αρχικά,- στον Δ. Σ. του Κ. με το με αριθμό …/…-12-1937 συμβόλαιο του συμ/φου Ερμούπολης Σύρου Λουκά Θ.
Καλαθάκη που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου. Σύρου [τόμος. … αριθμός …]. Ο Δ. Σ. με το με αριθμό …/…-8-1959 συμβόλαιο του συμ/φου Σύρου Γεωργίου Αθανασούλια, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία {τόμος … αριθμός …] μεταβίβασε την μείζονα έκταση. Στο Μ. Ρ. του Α. [πεθερό του πρώτου ενάγοντα και πατέρα της δεύτερης ενάγουσας].
Το 1996 ο Μ. Ρ. μοίρασε την μείζονα έκταση σε τέσσερα άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, όπως αυτά εμφαίνονται στο παραπάνω διάγραμμα με αριθμούς …,….,…,….. Το αγροτεμάχιο με αριθμό …- .επιφανείας 4451 τ.μ., με περιμετρικούς αριθμούς … έως …-… βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της μείζονος εκτάσεως, συνορεύει βόρεια με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, νότια-νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ν.
και - Μ. Δ. –πρώην Θ. Σ.], δυτικά με το .. αγροτεμάχιο, και ανατολικά με αγροτική οδό πλάτους 3 μέτρων. Το με αριθμό … αγροτεμάχιο, επιφάνειας 4343 τ.μ., με περιμετρικούς αριθμούς …,…,…,…,…, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της μείζονος εκτάσεως, συνορεύει βόρεια με το 4 αγροτεμάχιο, νότια με ιδιοκτησία Ν., και Μ.
Δ. [πρώην Θ. Σ.], ανατολικά, με το 1 αγροτεμάχιο, και δυτικά με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους. Το με αριθμό … αγροτεμάχιο, επιφάνειας 4010 τ.μ., με περιμετρικούς αριθμούς 10-11-12-13-8-9 βρίσκεται στο βορειανατολικό, τμήμα της μείζονος εκτάσεως, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Τ. [πρώην Δ. Σ.], νότια με το 1 αγροτεμάχιο, ανατολικά με ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας, και δυτικά με το 4 αγροτεμάχιο.
Το … αγροτεμάχιο, επιφάνειας 4005 τ.μ., με περιμετρικούς αριθμούς 4-5-6-7-8-9, βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της μείζονος εκτάσεως, συνορεύει βόρεια-βορειανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Τ. [πρώην Δ. Σ.], νότια με το 2 αγροτεμάχιο, ανατολικά με το 3 αγροτεμάχιο και δυτικά με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους. Τα με αριθμούς … και … αγροτεμάχια , επιφάνειας 4451 τ.μ.
και 4343 τ.μ., αντίστοιχα, και τμήματα των με αριθμούς ... και …, αγροτεμαχίων επιφάνειας [ 2355 τ.μ. [4010 -1655] και 2395 τ.μ.[4005-1610] αντίστοιχα, όμορα των 1 και 2 αγροτεμαχίων έχουν χαρακτηριστεί με τη παραπάνω απόφαση της Δ/νσεως Δασών ως αγροτική έκταση. Αντίθετα τμήμα των με αριθμούς … και … αγροτεμαχίων επιφάνειας 1655 τ.μ, και 1610 τ.μ., αντίστοιχα [επίδικα] ,που βρίσκονται σε επαφή με την όμορη προς βορρά ιδιοκτησία Ε.
Τ. [πρώην Δ. Σ.], όπου υπάρχει με αυτή διαχωριστικό όριο ξερολιθιά, έχουν χαρακτηριστεί με την παραπάνω απόφαση ως χορτολιβαδικά. Το επίδικο τμήμα του με αριθμό … αγροτεμαχίου .επιφανείας 1655 τ.μ., συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Τ. [πρώην Δ. Σ.], νότια με το υπόλοιπο τμήμα του 3 αγροτεμαχίου [αγροτικό], ανατολικά με ιδιοκτησία δεύτερης ενάγουσας, της οποίας η κυριότητα δεν αμφισβητείται και δυτικά με τμήμα [επίδικο] του αγροτεμαχίου 4 Το επίδικο τμήμα του με αριθμό … αγροτεμαχίου, επιφανείας 16Τ0 τ.μ., συνορεύει βόρεια-βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Ε.
Τ. [πρώην Δ. Σ.], νότια με υπόλοιπο τμήμα αγροτεμάχιο … [αγροτικό], ανατολικά με τμήμα [επίδικο] αγροτεμαχίου 3 και δυτικά με αγροτική μεταβλητή οδό. Ο Μ. Ρ. μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα τα 2/100 εξ αδιαιρέτου των … και … αγροτεμαχίων με τα …/…-9-1996 και …/…-9-1996 συμβόλαια γονικής παροχής της συμ/φου Ερμούπολης, Σύρου Ευαγγελίας Σοφικίτου, που μεταγράφτηκαν νόμιμα στα αυτά βιβλία [τόμος … και αριθμούς … και …, αντίστοιχα], όπως αυτά διορθώθηκαν με το με αριθμό …/…-2-2000 πράξη της αυτής συμ/φου ,που μεταγράφτηκε νόμιμα στα αυτά βιβλία [τόμος … αριθμός …].
Ο παραπάνω με το .../…-1-2002 συμβόλαιο της συμ/φου Ερμούπολης. Ελένης Ασμάνη, που μεταγράφτηκε νόμιμα [τόμος … αριθμός …] μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα τα 2/100 εξ αδιαιρέτου του 3 αγροτεμαχίου και τα 15/100 εξ αδιαιρέτου του 4 αγροτεμαχίου και στην δεύτερη ενάγουσα τα 96/100 εξ αδιαιρέτου του 3 αγροτεμαχίου και τα 83/100 εξ αδιαιρέτου του 4 αγροτεμαχίου.
Στα με αριθμούς …/…-12-1937 και …/….-8-59 αρχικά συμβόλαια η μείζονα έκταση περιγράφεται ως -μία σκλήρη περιτοιχισμένη μεν εκ τριών μερών, απεριτοίχιστος δε εξ ενός μέρους, εκτάσεως δύο ημερών ζευγαριάς, συνορευομένη με κτήματα Δ. Κ. Σ., Θ. Κ. Σ. και με δύο δημόσιους δρόμους. Η ακριβής έκταση της μείζονος, εκτάσεως [16.809 τ.μ.], αναφέρεται το πρώτον στα παραπάνω συμβόλαια, με τα οποία ο Μ.
Ρ. μεταβίβασε τα αγροτεμάχια στους ενάγοντες. Παρά τη μη ακριβή αναφορά της μείζονος εκτάσεως στα αρχικά με αριθμούς …/…-12-1937 και …/…-8-1959 συμβόλαια δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η μείζονα έκταση περιλαμβάνεται στα συμβόλαια αυτά, αφού, κατά την περιγραφή σ'αυτά ο ενιαίος αγρός [μείζονα έκταση] αναφέρεται ότι περιβάλλεται από ξερολιθιά, εκτός τμήματος της βόρειας- βορειανατολικής πλευράς, που συνορεύει με την αγροτική οδό πλάτους τριών μέτρων και δεν έχει σχέση με τα επίδικα τμήματα, η αγροτική οδός, υπάρχει από αμνημονεύτων ετών και διαχωρίζει την μείζονα έκταση από τις παρακείμενες ιδιοκτησίες, που ανήκουν πλέον στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των ομόρων .
ιδιοκτητών Θ. Σ., Δ. Σ., οι οποίοι μνημονεύονται στους παλαιότερους αυτούς τίτλους. Τα επίδικα τμήματα συνορεύουν νότια με υπόλοιπη αγροτική ιδιοκτησία των εναγόντων [υπόλοιπα τμήματα των 3 και 4 αγροτεμαχίων], βόρεια, μετά την "ξερολιθιά, με ιδιοκτησία Ε. Τ. [πρώην Δ. Σ.], επί της οποίας, δεν προβάλλει δικαιώματα το Δημόσιο, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας ,επί της οποίας δεν προβάλλει δικαιώματα το Δημόσιο, και δυτικά με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους, χωρίς αυτά [επίδικα] να διαχωρίζονται από την υπόλοιπη μείζονα αγροτική έκταση.
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μείζονα έκταση, μέρος της οποίας και τα επίδικα τμήματα των με αριθμούς … και … αγροτεμαχίων, περιλαμβάνεται στα παραπάνω συμβόλαια ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε ότι το ακίνητο [μείζονα έκταση] επιφανείας 17 στρεμμάτων περίπου ανήκε αρχικά στο Δ.
Σ. και μετά στον Μ. Ρ., από παιδί μεγάλωσε στην περιοχή αυτή, ποτέ δεν το διεκδίκησε κανείς, γύρω έχει ξερολιθιά, το ακίνητο [μείζονα έκταση] συνόρευε με Θ. Σ., και Μ. Δ., ανατολικά δε με Κ. Κ. κόρη του Θ.- Σ., οι κληρονόμοι του Θ. Σ. ήταν οι κόρες του Μ. και Κ. Κ., οι ιδιοκτήτες γύρω είναι οι ίδιοι μέχρι και σήμερα, η μορφή του κτήματος είναι όλη χωράφι.
Ο δε μαρτυράς του δημοσίου κατέθεσε ότι το χορτολιβαδικό [επίδικο] έχει γύρω ξερολιθιά, η περιοχή έχει δρόμους, υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή αγροτικές εκτάσεις και δεν έχει γίνει κάποιο πρωτόκολλο αποβολής. Οι ενάγοντες και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους τουλάχιστον από το 1800 ασκούσαν στη μείζονα έκταση [ και τα επίδικα τμήματα] τις προσιδιάζουσες στη φύση της πράξεις νομής και κατοχής, την επέβλεπαν, την καλλιεργούσαν, επισκεύαζαν και συντηρούσαν την περίφραξη [ξερολιθιά], προέβησαν σε τοπογραφήσεις το 1996, σε δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές με καταβολή φόρου και για τα επίδικα τμήματα ως τμήμα των με αριθμούς … και … αγροτεμαχίων, συμπληρωματική δήλωση ΦΜΑ στην οικεία ΔΟ Υ, με καταβολή επί αναλογούντος φόρου λόγω διαφοράς εμβαδού στο αρχικό τίτλο κτήσεως και του παραπάνω τοπογραφικού (βλ.
σχετ. το με αριθμό …/2002 συμβόλαιο της συμ/φου Σύρου Ελένη Ασμάνη], υπέβαλαν σχετική αίτηση στην αρμόδια Δνση Δασών Ν. Κυκλάδων για το χαρακτηρισμό τους, συνέστησαν υπέρ των αγροτεμαχίων … και … σε βάρος του αγροτεμαχίου 2, που μεταβιβάσθηκε στον Γ. Κ., πραγματική δουλεία διόδου σε εδαφική λωρίδα επιφανείας 445,50 τ.μ.
Ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι είναι ηλικίας 71 ετών, μεγάλωσε στην περιοχή αυτή, οι ιδιοκτήτες έφτιαχναν ξερολιθιές γιατί ήταν δικό τους, το φύτευαν και το καλλιεργούσαν, στα σύνορα της Τ. [επίδικα] φύτευαν κριθάρια, το επίδικο τμήμα είναι ενιαίο με το υπόλοιπο, οι ιδιοκτησίες ποτέ δεν εγκαταλείφθηκαν, πάντα τις φρόντιζαν, το δημόσιο δεν έκτιζε ποτέ ξερολιθιές, όλα αυτά είναι, της οικογενείας από το 1800.
Ο δε μάρτυρας του εναγομένου, Δντής της Δνσεως Δασών Ν. Κυκλάδων, δεν κατέθεσε για εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής επί των τμημάτων από το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι των επιδίκων τμημάτων .[ως τμημάτων της μείζονος, εκτάσεως] με παράγωγο τρόπο [συμβόλαια] και με πρωτότυπο τρόπο [τακτική και έκτακτη χρησικτησία] με προσμέτρηση στο χρόνο νομής αυτών και του χρόνου νομής των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους τουλάχιστον από το 1800, με συμπλήρωση 30ετούς νομής προ του 1915.
Αντίθετα το Δημόσιο δεν απέδειξε πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων τμημάτων τουλάχιστον από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους, καθόσον φέρει το βάρος αποδείξεως της περί ιδίας κυριότητας ενστάσεως του [άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 998/79]. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα ήταν κτήματα Οθωμανών, που εγκαταλείφθηκαν από αυτούς ή ότι καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν από το Ελληνικό κράτος κατά την Ελληνική Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών [1821-1830].
Σύμφωνα δε με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α και β και 74 του ν. 998/1979 στις νήσους των Κυκλάδων δεν ισχύει το τεκμήριο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους στη Σύρο, όπως και στα άλλα νησιά των Κυκλάδων κατά τους χρόνους προ του απελευθερωτικού αγώνα δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας από το ελληνικό κράτος στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολό τους από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι προ της ισχύος του β.δ/τος 3/15-12-1833, με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας. Επομένως, οι ισχυρισμοί του δημόσιου ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του α) ως ακίνητα που η Ελλάδα κατέλαβε και δήμευσε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως εναντίον των Οθωμανών σύμφωνα με την από 3-7-1832 Ελληνοτουρκική Συνθήκη και τα σχετικά πρωτόκολλα του Λονδίνου του 1830 β) ως βοσκότοπος ή λιβάδι, διότι είχαν ανέκαθεν χορτολιβαδική βλάστηση και βοσκούσαν σ'αυτά ζώα, χωρίς να υπάρχει σ'αυτά [επίδικα] έγγραφο [ταπίον] εκδοθέν επί τουρκοκρατίας υπέρ ιδιώτη, δ) διότι τα απέκτησε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι τα επίδικα περιήλθαν σ'αυτό ως αδέσποτα ακίνητα δηλ. ως κτήματα, στα οποία υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή κοινότητας προς της ισχύος του ν. 216/10-7-1837 είναι αόριστος, και απορρίπτεται, καθόσον δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο [και με πράξη ποίου ιδιοκτήτη] κατέστησαν αδέσποτα και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου αποκτήθηκε προς της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους ή μετά, δεδομένου ότι προ της απελευθερώσεως της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε το Οθωμανικό Δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου [άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274-περί γαιών-], αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους που αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο, ο κύριος αγρού δεν τον καλλιεργήσει απ' ευθείας ή δι εκμισθώσεως επί 3 συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος, ενώ μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα, ίσχυσαν οι αντίστοιχες διατάξεις του βυζαντινορρωμαικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Α.Κ.
απαιτείται προς το σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, πέραν του ότι ουδόλως προέκυψε ότι τα επίδικα υπήρξαν ποτέ αδέσποτα, αφού ανέκαθεν εδεσπόζοντο από τους δικαιοπαρόχους (απωτέρους και απωτάτους) των εναγόντων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε :1) ότι τα επίδικα ακίνητα, γεωτεμάχια} εμβαδού 1655 και 1616τ.μ., που βρίσκονται στη θέση " …" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Άνω Σύρου, περιήλθαν στη (συγ)κυριότητα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου εκτάσεως 16.809 τ.μ.
από τον Μ. Ρ., πεθερό του 1ου και πατέρα της 2ης εξ αυτών, δυνάμει των …/1996, …/1996 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σύρου Ευαγγελίας Σοφικίτου και …/2002 συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς της συμβολαιογράφου Σύρου Ελένης Ασμάνη, νόμιμα μεταγεγραμμένων, 2) ότι στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Μ.
Ρ. το εν λόγω μείζον ακίνητο των 16.809 τ.μ. είχε περιέλθει, κατά πλήρη κυριότητα, με το …/…-08-1959 νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γεωργίου Αθανασούλια από τον Δ. Σ. του Κυριάκου, στον οποίο είχε μεταβιβαστεί, λόγω πωλήσεως, με το …/…-12-1937 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο , του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Λουκά Καλαθάκη, 3)ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ( άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν, ως κύριοι, τη μείζονα εδαφική έκταση ,τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα , τουλάχιστον από το έτος 1800, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, η οποία (μείζων εδαφική έκταση) ανέκαθεν ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία, οριοθετημένη στις τρείς πλευρές της με ξηρολιθιά, ενώ η τέταρτη πλευρά της είχε πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, την επέβλεπαν, την καλλιεργούσαν και συντηρούσαν την περίφραξη (ξηρολιθιά) 4) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στα επίδικα, με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον αυτά μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, τα οποία κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε(1821-1830), 5)ότι τα επίδικα δεν είχαν το χαρακτήρα λιβαδιού κατά το έτος 1833 και 6) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν [συγ]κύριοι στα επίδικα, με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), το δε εναγόμενο ήδη αναιρεσείον δεν απέκτησε κυριότητα στα επίδικα ούτε με χρησικτησία .
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτούς (συγ)κυρίους των επιδίκων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού ,όπως προεκτέθηκε, τα επίδικα ήσαν ιδιωτικές γαίες "καθαρής ιδιοκτησίας" ανήκαν, δηλαδή ,πριν από το 1821 στους απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, και ποτέ δεν υπήρξαν δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, οι σχετικοί με στοιχεία Α' και Γ',πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον δεύτερο, με στοιχείο Β, αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/03-07-1837, με τον οποίο καθιερώθηκε ,το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι πριν από το έτος 1837 , χρόνο έναρξης του πιο πάνω νόμου, στα επίδικα δεν είχε δικαίωμα κυριότητας φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ήσαν αδέσποτα, και ως τέτοια περιήλθαν στην κυριότητά του, απορρίφθηκε ως αόριστος, οι δε περαιτέρω αιτιολογίες για το ουσία αβάσιμο της εν λόγω ένστασης είναι αλυσιτελείς, ως πλεοναστικές, και δεν ασκούν επιρροή στο διατακτικό της.
Εξάλλου, με την απόρριψη, ως αορίστου, του επίμαχου ισχυρισμού, δεν παραβιάστηκε ο παραπάνω κανόνας δικαίου, αφού το αναιρεσείον βαρυνόταν με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν τα επίδικα αδέσποτα, πράγμα το οποίο, όμως, δεν έπραξε, αρκεσθέν στη διατύπωση του νόμου, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού(ΑΠ 2191/2013).Τέλος, το αναιρεσείον με τον τέταρτο με στοιχείο Δ' αναιρετικό λόγο αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και, ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, διατάξεις, περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα, του ΒΡΔ, και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή, στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας στα επίδικα με χρησικτησία, κατά τις άνω διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα των επιδίκων ως δημόσιων κτημάτων , ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου, με χρησικτησία, 30ετή μέχρι τις 11.9.1915, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, (ΑΠ 117/2020), είναι, δε, πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης, οι διαλαμβανόμενες σ' αυτήν, σχετικές με την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων, με χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που οι τελευταίοι, νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-01-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 34/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ