23/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated23/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 23 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Κ. του Φ., κατοίκου ... 2. Γ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 3. Ι. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 4. Χ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 5 Ε. χήρας Σ. Κ., το γένος Δ. Ν., κατοίκου ..., 6. Β.-Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 7. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 8.Κ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 9.Β. Κ. του Φ., κατοίκου .... Οι 1ος 2ος και 4η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, οι λοιποί ήτοι 3ος 5η έως και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κάστανο.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Κ. του Δ., συζύγου Α. Θ., κατοίκου ... ..., 2. Φ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μασούρα, που ανακάλεσε την από 18-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 35/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2014 αίτησή τους .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 6-3-2019 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 .Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η κρινόμενη από 5/12/2014 αίτηση για αναίρεση της 35/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου, οι πρώτος,δεύτερος και τέταρη αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των τελευταίων. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 35/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ΔυτικήςΣτερεάς Ελλάδας που δίκασε και απέρριψε έφεση κατ' ουσίαν των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτης όγδοου, ένατου των αναιρεσειόντων -εναγομένων και του Σ.
Κ. του Φ. ,που αποβίωσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι πέμπτη, έκτη και έβδομη αναιρεσείουσες ως κληρονόμοι του. Η πιο πάνω έφεση στρεφόταν κατά της 301/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, τακτικής διαδικασίας που είχε δεχθεί κατ' ουσία την από 29-7-2009 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εφεσίβλητων - αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2.Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα.
Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια Δ ΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και, αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του Α.Κ., προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών ή ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό (Α.Π. 383/2014).
Περαιτέρω, επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση (άρθρο 1033 Α.Κ.), ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή, να αναφέρει στην αγωγή το μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο και τη μεταγραφή του, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του επιδίκου (Α.Π. 1349/2015).
Αν, δε, αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να ισχυρισθεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο του και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (Α.Π.78/2015). .
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 983 επ. και 994 Α.Κ.. οι οποίες, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει επ' ονόματι και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό ολόκληρο τούτο (Ολ.
Α.Π. 485/1982). Όμως, τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν το φερόμενο ως κοινό πράγμα δεν εντάσσεται στα αντικείμενα της κληρονομιάς και ο τρίτος δεν αντιποιείται τη νομή αλλά την αποκτά παραγώγως ή πρωτοτύπως, αφού, στην εν λόγω περίπτωση, αυτός δεν χρησιδεσπόζει, αντιποιούμενος τη νομή των λοιπών συγκληρονόμων- συννομέων, αλλ' ως αποκτήσας ο ίδιος το δικαίωμα της νομής εφ' ολοκλήρου του πράγματος (Α.Π.1171/2012).Τέλος,κατ'άρθρο 981 ΑΚ η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.
Απώλεια της νομής λόγω του πνευματικού στοιχείου (animus) υπάρχει, όταν ο νομέας εκδηλώσει την απόφαση του να μην κατέχει στο εξής ως δικό του το πράγμα, δηλαδή, εκδηλώσει παραίτηση από τη νομή.
3.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τονΆρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ.
αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
"Επίδικο αποτελεί ένα αρχικά ενιαίο ακίνητο (αγρόκτημα), εκτάσεως περίπου 19 στρεμμάτων, το οποίο κείται εκτός ορίων του οικισμού Ε. του τέως δήμου ... και στην ειδικότερη θέση "Α.", το οποίο συνόρευε νότια με ιδιοκτησία Δ. Δ., δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Κ. και ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Α.
Φ. και στη συνέχεια με αγροτικό μονοπάτι που οδηγεί στα .... Το ακίνητο αυτό στην σημερινή του μορφή κατατμήθηκε και αποτελείται από δύο ακίνητα και ειδικότερα : α") από αγρό, εμβαδού 9.665,40 τ.μ, που συνορεύει δυτικά επί πλευράς μήκους 26,62 μ. με ιδιοκτησία Σ. Κ., βόρεια επί πλευράς μήκους 273,99 μ με την παρακάτω υπό στοιχείο β' ιδιοκτησία, ανατολικά επί πλευράς μήκους 14,59 μ εν μέρει με αγροτική οδό και εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.
Δ. και νότια εν μέρει επί πλευράς μήκους 196,38 μ με ιδιοκτησία Ε. Γ. και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 73,12 μ με ιδιοκτησία Ε. Φ., και β1) σε αγρό, εμβαδού 9.663,20 τ.μ, που συνορεύει δυτικά επί πλευράς μήκους 39,17 μ με ιδιοκτησία Σ. Κ., βόρεια εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 168,16 μ με ιδιοκτησία Σ. Κ. και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 23,30 μ με ιδιοκτησία Ιταλίδας υπηκόου αγνώστων λοιπών στοιχείων, ανατολικά επί πλευράς μήκους 53,38 μ εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.
Δ. και εν μέρει με αγροτική οδό και νότια επί πλευράς μήκους 273,99 μ με την παραπάνω υπό στοιχείο ά ιδιοκτησία, όπως τα εν λόγω ακίνητα εμφαίνονται και αποτυπώνονται στα από Ιανουάριος 2006 δύο τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ.. Απώτερος, και μη αμφισβητούμενος από τους διαδίκους κύριος του όλου ακινήτου, ήταν ο Β.
Δ., προπάππος των εναγόντων και παπούς εκ της μητρικής γραμμής των εναγόμενων. Ο τελευταίος λόγω μόνιμης εγκαταστάσεώς του στη Θεσσαλονίκη περί τις αρχές της δεκαετίας του 1930, δυνάμει του 7669/4.9.1930 πληρεξουσίου του τότε συμβολαιογράφου Λευκάδος Δ Φατούρου, κατέστησε τον από την κόρη του, Β. Δ., γαμβρό του - παππού των εναγόντων και πατέρα των εναγόμενων - Φ.
Κ. γενικό πληρεξούσιο και διαχειριστή της ευρισκόμενης στη Λευκάδα περιουσίας του. Τούτο δε, καθόσον και ο γιός του Κ. Δ. είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και αποξενώθηκε παντελώς από την περιοχή της Λευκάδος. Ήδη όμως από το 1929, δυνάμει του ...1929 συμβολαίου συστάσεως προικός του τότε συμβολαιογράφου Λευκάδος Δημ Φατούρου ο άνω Β.
Δ. είχε παραχωρήσει στον Φ. Κ. αιτία προικός και, ενόψει του μέλλοντος να τελεσθεί με την κόρη του Β. Δ. γάμου της τα αναφερόμενα στο πιο πάνω συμβόλαιο κινητά και ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία, μεταξύ των οποίων όμως δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο. Ο Φ. Κ. αποβίωσε την 18η Φεβρουαρίου 1966, κατέλιπε δε ως κληρονόμους του την σύζυγο του Β.
Κ. και τα οκτώ τέκνα του Χ., Γ., Ι., Χ., Σ., Κ., Β. Κ. ήδη εναγόμενοι, καθώς και τον πατέρα των εναγόντων Δ. Κ. Οι διάδικοι με το σύνολο των ισχυρισμών τους (προτάσεις έγγραφα κλπ) επικεντρώνουν την ουσία της ένδικης διαφοράς τους στον τρόπο που περιήλθε το επίδικο στη νομή και κατοχή του φερόμενων άμεσων δικαιοπαρόχων τους και δη κατά μεν τους ενάγοντες αυτό περιήλθε από άτυπη δωρεά του αδελφού της γιαγιάς τους Β.
Κ., Κ. Δ.,-προς τον πατέρα τους Δ. Κ. και, συνεπώς κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν αποκτούν επ' αυτού οι αδελφοί του τελευταίου - εναγόμενοι, κατά δε τους εναγόμενους αυτό περιήλθε από άτυπη, πριν το θάνατο του, παραχώρηση του παππού τους Β. Δ., προς την μητέρα τους Β. Κ. και την εν συνεχεία άσκηση διακατοχικών πράξεων επ' αυτού μέχρι και τον επισυμβάντα κατά το έτος 1990 θάνατο της και, συνεπώς τούτο κατέστη κοινό των οκτώ αδελφών κληρονομιαίο ακίνητο.
Παραγνωρίζουν όμως οι διάδικοι τη διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση των επιδίκων ακινήτων, όπως θα εκτεθεί αμέσως κατωτέρω, και η οποία καθιστά αλυσιτελείς και εν τέλει ψευδοδιλημματικούς τους άνω ισχυρισμούς Και τούτο διότι συνομολογείται από τους διαδίκους επιβεβαιώνεται δε και από τους μάρτυρές τους ότι το αρχικά ενιαίο επίδικο περιήλθε στην οικογένεια του Φ.
Κ. λίγο πριν το θάνατο του αποβιώσαντος την Φεβρουαρίου 1937 Β. Δ., έκτοτε δε η οικογένεια ου Φ. Κ. ασκούσε εμφανείς διακατοχικές επ' αυτού πράξεις. Ειδικότερα και ανεξαρτήτως του τρόπου περιέλευσης του επιδίκου στην οικογένεια Φ. Κ. δηλαδή με άτυπη παραχώρηση είτε από τον Β. Δ. είτε από το γιο του Κ. Δ., έκτοτε και (ίέχρ(και jo έτος 1959πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού ασκούσαν οι Φ.
Κ. η σύζυγος του Β. Κ. και ο γιος τους Δ. Κ. γεγονός που συνομολογείται και από τους εναγόμενους (βλ σελ 7 των πρωτόδικων προτάσεων των εναγόμενων - εκκαλούντων). Λόγω ασθένειας του Φ. Κ. και αποσύρσεώς του από τις αγροτικές δραστηριότητες από το 1960 περίπου (θάνατος αυτού την 18.2.1966), διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου ασκούσε ο γιος του Δ.
Κ. ο οποίος καλλιεργούσε τα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματά του, βοσκούσε το ποίμνιο του, περιποιούνταν, επιτηρούσε και γενικά εκμεταλλευόταν το ακίνητο, περιφράσσοντάς το και κατασκευάζοντας λιθιές συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο και λαμβάνοντας αγροτικές αποζημιώσεις είχε δε καταστεί γνωστό στους περιοίκους ως αγρόκτημα Δ.
Κ. Πιο συγκεκριμένα, ο μάρτυς απόδειξης Σ. Φ. ιδιοκτήτης όμορου ακινήτου και γνώστης της περιοχής καταθέτει ότι "το κτήμα το έχει (ο Δ. Κ.) εδώ και 30 χρόνια, έβλεπα στο κτήμα μόνο το Δ. Κ. μάζευε τις ελιές το έσπερνε αγριοκόκι, δεν είδα κανέναν άλλο να κάνει ο,τιδήπστε εκεί, το Δ. τον έβλεπα από το 1950 και μπροστά δεν ξέρω πριν το Δ.
Κ. ποιος το είχε." Η μάρτυρας Ε. Χα Α. Φ., σύζυγος όμορου ιδιοκτήτη και έχουσα ιδία των πραγμάτων αντίληψη στην 316/2011 ένορκη βεβαίωση καταθέτει ότι "από το 1958 και μετά δύο ή τρία χρόνια που άρχισα να πηγαίνω στο κτήμα του άνδρα μου, στο διπλανό κτήμα (επίδικο) έβλεπα πάντα το Δ. Κ. και τη γυναίκα του Ε. και τα παιδιά τους όταν μεγαλώσανε λίγο, μάζευε τις ελιές και βόσκαγε τα πρόβατα και τα γίδια που είχε, έσπερνε κομμάτια από το κτήμα με αγριοκόκι....
όλα τα χρόνια που πήγαινα στο κτήμα μου άλλον από το Δ. Κ. δεν έχω δει στο διπλανό κτήμα", ενώ ο μάρτυρας Ν. Φ. στην 317/2011 ένορκη βεβαίωση καταθέτει επίσης ότι "γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Δ. Κ. και μετά το θάνατο του τα παιδιά του έχουν ένα κτήμα στη θέση "Α.", όλα μου τα χρόνια εγώ το Δ. Κ. θυμάμαι νοικοκύρη σε αυτό το κτήμα, να μαζεύει ελιές και να βόσκει τα πρόβατά του", προσθέτοντας μάλιστα και περιατατικά προστασίας του επίδικου έναντι τρίτων.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειζης και συζύγου του δεύτερου των εναγόμενων Ό. Κ. όσο και από τις περιεχόμενες στις προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις με αριθμ 402,403 & 404/3.12.2013 των μαρτύρων Σ. Φ., Π. Φ. και Γ. Φ., αντίθετα επιβεβαιώνουν τα προαναφερόμενα. Ειδικότερα, η Ό.
Κ. καταθέτει ότι "είχε ελιές μέσα, πηγαίναμε με την κουνιάδα μου και την πεθερά μου και μαζεύαμε τις ελιές...., ο Δ. Κ. κράταγε το κτήμα στο Α., για να το καλλιεργεί το κράταγε, όχι για δικό του, δεν είπε ποτέ ότι ήταν δικό του, το λάδι το μάζευε για τον εαυτό του, το καλλιεργούσε και έπαιρνε αμοιβή, το 1960 παντρεύτηκα, πριν δεν το ήξερα το κτήμα, μάζευα τις ελιές σε αυτό το κτήμα δύο χρόνια, από το 1962 και μετά δεν πήγαινα εκεί..", ενώ οι λοιποί πανομοιότυπα βεβαιώνουν ότι δεν έχουν γνώση αν το επίδικο ανήκε στο Φ.
Κ. ή την σύζυγο του Β. Κ. βλέπανε μέχρι το 1962 το Φ. Κ. να το καλλιεργεί και να το προστατεύει, όταν δε ο τελευταίος λόγω ασθένειας δεν μπορούσε πλέον να το καλλιεργεί, μετά το 1962, το παρέλαβε ο γιος του Δ. Κ. τον έβλεπαν να το καλλιεργεί και να μαζεύει τον ελαιόκαρπο μαζί με τη γυναίκα του, αλλά δεν μπορούν να διαβεβαιώσουν αν το θεωρούσε για δικό του, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τις επικαλούμενες από τους ενάγοντες διακατοχικές πράξεις του Δ.
Κ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος έχοντας την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα, δήλωσε το αγρόκτημα στη θέση "Σ.", αποτελούμενο από βοσκότοπο 15 στρεμμάτων και ελαιώνα 5 στρεμμάτων στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης ΝΑ Λευκάδος και έτυχε εξισωτικής αποζημίωσης για τη χρονική περίοδο από το 1984 μέχρι και το 1998 (βλ με αριθμ πρωτ. 7498/28.12.2005 βεβαίωση της άνω Διεύθυνσης), ενώ στη συνέχεια με το 7400/20.4.1999 πληρεξούσιο παραχώρησε τη διαχείριση της εκμετάλλευσεώς του στη σύζυγο του Ε.
Κ. η οποία δικαιώθηκε εξισωτικής αποζημίωσης για τα επόμενα έτη. Εξάλλου, σε πλείστα όσα προσκομιζόμενα δημόσια έγγραφα όμορων ιδιοκτητών φέρεται ως κύριος του επίδικου ακινήτου ο Δ. Κ. και συγκεκριμένα στα ...1991 και ...1991 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Λευκάδος Νικ Μάιδα, με τα οποία ο Κ. Δ.
πωλεί και μεταβιβάζει ακίνητο του στη θέση "Ρ." Σ., το οποίο συνορεύει με ιδιοκτησία (επίδικη) Δ. Κ. καθώς και τις ...1991 και ...2003 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που αφορούν όμορους ιδιοκτήτες και φέρεται τα ακίνητά τους να συνορεύουν με την αυτή ως άνω επίδικη ιδιοκτησία. Πλέον τούτων ο Δ.
Κ. ατομικά και για λογαριασμό του το 1989, δυνάμει του από 8.2.1989 ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη στη αγορά τμήματος όμορης ιδιοκτησίας του Γ. Φ., εκτάσεως 700 μ2 περίπου, το οποίο συνόρευε με κτήμα Δ. Κ. ήτοι του επιδίκου, και Κ. Δ. και το οποίο ενσωμάτωσε με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του. Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα προκύπτει ανενδοίαστα ότι το επίδικο αγρόκτημα από το έτος 1960 περίπου, ζώντων των γονέων του, Φ.
Κ. και Β. Κ., οι οποίοι αποβίωσαν το 1966 & 1990 αντίστοιχα, παραχωρήθηκε άτυπά στο Δ. K., πατέρα των εναγόντων, ο οποίος έκτοτε και μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 2008 θάνατο του ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, τις πιο πάνω αναφερόμενες και αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτού, κατέστη δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κύριος αυτού.
Ο ισχυρισμός των εναγόμενων, ότι δηλαδή της άνω πράξεις ασκούσε για λογαριασμό της μητέρας του Β. Κ., δεν στοιχείται με το αποδεικτικό υλικό, καθόσον δεν είναι νοητό το ένα εκ των δύο τέκνων του άνω ζεύγους που κατοικούσε στη Λευκάδα και ασχολούνταν κατά κύρια και αποκλειστική δραστηριότητα με την γεωργοκτηνοτροφία να ασκεί τις άνω πράξεις για λογαριασμό της υπέργηρης μητέρας του, αλλά να καρπώνεται ο ίδιος όλα τα εκ της δραστηριότητος αυτής ωφελήματα, όπως αβασίμως διατείνονται οι εναγόμενοι Τούτο, άλλωστε, εξηγεί πειστικά και το λόγο για τον οποίο η Ό.
Κ., σύζυγος του Γ. Κ., από το έτος 1962 και μετά, όπως καταθέτει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ πρακτικά), δεν πήγε ποτέ ξανά στο επίδικο για τη συλλογή των ελαιών, αφού μέχρι τότε θεωρούνταν κοινό όλων των αδελφών ακίνητο, έκτοτε όμως περιήλθε στην αποκλειστική νομή του Δ. Κ.. Επιρρωνύονται δε τα ανωτέρω και από την εν γένει συμπεριφορά των εναγόμενων μετά το θάνατο της μητέρας τους Β.
Κ., καθόσον, αν και με την ...1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Νικ. Μάιδα αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους στα κληρονομιαία ακίνητα δεν συμπεριέλαβαν και το επίδικο, χωρίς να εξηγείται πειστικά ο λόγος εξαίρεσής του από αυτήν, μόλις δε κατά το έτος 2007 και ενόψει της έναρξης της αντιδικίας με την 12467/2007 και τη διορθωτική αυτής 12.786/2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου προέβησαν σε αποδοχή του επιδίκου ως κληρονομιαίου και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος ως περιελθόν στη μητέρα τους "από άτυπη πατρική παραχώρηση ενόψει του γάμου της περί το έτος 1930".
Η πιο πάνω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η μητέρα του Δ. Κ. και των εναγομένων (Β. Κ.) άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Απολλωνίων την από 28.1.1981 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των Ν. Μ. Ν. και Κ. συζ. Ν. Ν., το γένος Γ. Φ., ισχυριζόμενη ότι είναι νομέας από κληρονομιά του πατέρα της Β. Δ. [ελαιοστασίου εντός του οικισμού Σ.
της αγροτικής περιφέρειας της Κοινότητας ... εκτάσεως 30 περίπου στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον, περιέχον περίπου 100 ελαιόδεντρα και 150 ελαιοκεντρώματα, οριζόμενον γύρωθεν με ελαιοστάσια Α. Φ. ή Β., Γ. και Σ. Κ., Α. Γ. Κ. και Φ. Ε. Δ." και ότι οι καθ' ων καταπάτησαν στις 17.11.1980 το νοτιοδυτικό άκρο του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 700 τ.μ, δίκη κατά την οποία κατέθεσε ως μάρτυρας αποδείξεως ο πατέρας των εναγόντων Δ.
Κ., εκθέτοντας ότι το κτήμα το έχει από το 1955 και ότι του το έχει δώσει η μητέρα του (προφανώς για δικό του) ότι τα εισοδήματα από το χωράφι τα εισπράττει ο ίδιος, την επίβλεψη και την καλλιέργεια την κάνει ο ίδιος, την αγορά δε των 700 τ.μ. από τον πατέρα τη καθ' ης Γ. Φ. επρόκειτο να την κάνουν όλα τα αδέλφια μαζί (βλ.
τα υπ' αριθμ. 2/1981 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Απολλώνιων), πλην όμως ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του, όπως προεκτέθηκε, προέβησαν το 1989, στην άτυπη αγορά του όμορου καταπατηθέντος τμήματος των 700 τ.μ από τους συννομείς - τότε καθ' ων η από 28.1.1989 αίτηση. Ούτε βέβαια η επίκληση των δηλώσεων στοιχείων ακινήτων που προσκομίζουν οι ενάγοντες (έτους 1997 για τον πρώτο τούτων και 2005 για τους λοιπούς), αναιρεί την πιο πάνω κρίση, καθόσον αφενός μεν οι δηλώσεις αυτές υποβλήθηκαν όψιμα, αφετέρου, ουδέποτε τέθηκαν υπόψη του Δ.
Κ. ώστε να λάβει γνώση για την παρά των εναγόμενων καταχώριση του επιδίκου ως κοινού όλων των αδελφών και εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/8 ο καθένας. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το επίδικο ενιαίο αρχικά ακίνητο με κοινή βούληση των ζώντων τότε γονέων του Δ. Κ. παραχωρήθηκε σε αυτόν για δική του αποκλειστικά χρήση από το έτος 1960 και ο τελευταίος έκτοτε μέχρι και το θάνατο του, το έτος 2008, ασκούσε επ' αυτού τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, κατέστη δε μετά παρέλευση εικοσαετίας αποκλειστικός κύριος αυτού, ήτοι πριν το θάνατο της μητέρας του Β.
Κ. (1990). Επομένως το επίδικο, έχοντας εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας της Β. Κ. εν ζωή αυτής ουδέποτε κατέστη κληρονομιαίο ακίνητο. Κατά ταύτα ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ουδέποτε γνωστοποιήθηκε σε αυτούς η από τον Δ. Κ. άσκηση νομής ιδίω ονόματι επί του επιδίκου ή εκδήλωσε ο τελευταίος καθ' οιονδήποτε τρόπο διάθεση αντιποίησης της νομής αυτών, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το ακίνητο αυτό ουδέποτε κατέστη κληρονομιαίο, ο δε δικαιοπάροχος των εναγόντων ουδέποτε άσκησε τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις ως νομέας κληρονομιαίου πράγματος ώστε να μην είναι επιτρεπτή η επίκληση χρησικτησίας έναντι συγκληρονόμου (ΑΚ 1879).
Ακολούθως ο Δ. Κ. με την ...2006 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Απολλωνίων Νικ. Μάιδα, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 13/19.1.2009 πρακτικό του ΜΠρΛευκάδος εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες σε καθένα των οποίων άφησε διακριτά τμήματα του όλου ακινήτου, όπως αυτά αποτυπώνονται στα από Ιανουάριος 2006 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Κ.. Οι ενάγοντες αποδεχόμενοι την κληρονομιά του πατέρα τους με την ...2009 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδος (τ. 95, αα 43), απέκτησαν παρά κυρίου κι έτσι καθένας εξ αυτών κατέστη κύριος καθενός εκ των προαναφερόμενων ακινήτων.
Επομένως τόσο η παρά των εναγόμενων αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας τους Β. Κ. δυνάμει της 12.467/2007 και της διορθωτικής αυτής 12.786/2006 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς αφορώσα το επίδικο ακίνητο, όσο και η κοινοποίηση της από 20.6.2009 εξώδικης πρόσκλησης - διαμαρτυρίας του πρώτου εναγομένου, ενεργούντος και για λογαριασμό των λοιπών εναγομένων ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται ως προς αυτούς ,πλην της ρητής πλέον αμφισβήτησης του δικαιώματος κυριότητος των εναγόντων .
Συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή. "Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η σχετική αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με τις παραδοχές ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο (δημόσια διαθήκη, αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή της, από τον πατέρα τους ο οποίος απέκτησε την κυριότητά τους με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) νεμόμενος τα επίδικα με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ'αυτά τις αναλυτικά αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη πράξεις νομής, συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1960 ,οπότε παραχωρήθηκαν σ'αυτόν άτυπα από τους γονείς του Φ.
Κ. και Β. Κ. , μέχρι το θάνατο του το έτος 2008 δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 ,1199 ,1045,974και 981 του Α.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την κτήση της κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, με παράγωγο τρόπο/ από δικαιοπάροχο που κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και την απώλεια της νομής του επιδίκου από τη μητέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Β.
Κ. με την άτυπή παραχώρηση της φυσικής εξουσίας στο επίδικο και την εκδηλωθείσα τοιουτοτρόπως αντίθετη διάνοια του νομέα) ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επιπλέον δεν είναι ελλιπής η αιτιολογία, επειδή δεν αναφέρεται με ποιό τρόπο απώλεσε τη συννομή των επιδίκων η μητέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ,στοιχείο που δεν είναι αναγκαίο ενόψει της παραδοχής ότι παραχωρήθηκε άτυπα το έτος 1960 στο δικαιοπάροχο τους η νομή των επιδίκων από τους γονείς του, οι οποίοι, μέχρι το 1959 ,ομού με τον δικαιοπάροχο τους, ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα, ούτε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τα επιχειρήματα του δικαστηρίου και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και το εξ αυτών συναγόμενο συμπέρασμα από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την προαναφερόμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974,981 και 1045 ΑΚ.
Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που περιέχονται στους τέταρτο ,πρώτο μέρος, και έβδομο, δεύτερο μέρος λόγους αναίρεσης και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις που περιέχονται στους τρίτο, τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτο, έκτο, κατά το πρώτο μέρος, έβδομο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, ένατο, λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτο^, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/ 2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η ομολογία (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ.
όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559.
ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο;1) παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τους εναγομένους και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί.
Ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι αν και οι ενάγοντες στην αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι τα επίδικα περιήλθαν στη νομή και κατοχή του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Δ. Κ. από άτυπη δωρεά του Κ. Δ. η προσβαλλόμενη δέχθηκε, χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός από τους ενάγοντες , ότι τα επίδικα περιήλθαν στην οικογένεια του Φ.
Κ. και της μητέρας τους Β. Κ. οι οποίοι παραχώρησαν άτυπα τη νομή τους στον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγόντων. Επίσης αποδίδεται στο Εφετείο ότι αν και οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι τα επίδικα περιήλθαν από άτυπη παραχώρηση του Β. Δ. προς τη μητέρα τους Β. Κ., η οποία μέχρι το θάνατο της ασκούσε στα επίδικα πράξεις νομής και κατέστη κυρία με έκτακτη χρησικτησία, η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τον ανωτέρω ισχυρισμό.
Επιπλέον, δεν δέχθηκε, χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός από κανένα διάδικο και χωρίς να αποδεικνύεται από καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα ότι υφίσταται δικαστική ομολογία των εναγομένων πως στα επίδικα ασκούσαν πράξεις νομής οι γονείς των διαδίκων Φ. και Β. Κ. και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων μέχρι το έτος 1959.
Οι λόγοι αυτοί είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγομένων και η δικαστική ομολογία δεν αποτελούν πράγμα" και με την προβολή τους ,με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εν πάση περιπτώσει: 1)ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος ,εκ του αριθμ. 8α' του άρθρ.559 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί τα αναφερόμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά αφορούν διευκρινιστικά απλώς της αγωγής περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και έτσι δεν ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, 2) όσον αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες του πρώτου κατά το δεύτερο μέρος αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8β'του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η προσβαλλομένη, εκ του πράγματος, περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων άρα οι σχετικοί ισχυρισμοί τους λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν και 3) Επιπλέον όσον αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ' αυτήν και, επομένως, ο υπόψη λόγος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
5.Για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Περαιτέρω, επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση , ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή, να αναφέρει στην αγωγή το μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο και τη μεταγραφή του, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του επιδίκου (Α.Π. 1349/2015).
Αν, δε, αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να ισχυρισθεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο του και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (Α.Π.78/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτή φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, .προσδιορίζεται επαρκώς κατά θέση ,όρια και διαστάσεις η ταυτότητα των επίδικων και, επιπλέον, οι ενάγοντες επικαλούμενοι παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας καθ' υποφοράν, εξειδικεύουν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Το Εφετείο, επομένως, που με με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και ως προς την μη συμπλήρωση ,δια των προτάσεών τους της αοριστίας της αγωγής ,ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559.
ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, δηλαδή, της μη απόρριψης της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και τον τρόπο κτήσης κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
6. .Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ. ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα.Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως τα πρακτικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. (ΑΠ 876/2017 ,ΑΠ 5/2011). Κατ' ακολουθίαν ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος ,λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του δικαιοπαρόχου των εναγόντων που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ'αριθμ. 2/1981 απόφασης του Ειρηνοδικείου Απολλωνίων που προσκομίσθηκε από τους αναιρεσείοντες είναι προεχόντως απαράδεκτος.
7.. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ), ενώ αυτοί,λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ