Legislator Case Law & Legislation
23/2018 AI generated

23/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 23/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η από 10-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/19-4-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 14/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεων κατά της 233/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-7-2012 (με αριθμό κατάθεσης …/3-8-2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Legislator headnote

AI generated

23/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

Keywords

AI generated
tax deferral suspension of benefit entitlement deferral of pension deductions and refunds expatriation allowance monthly pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 23 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Εστίας" (ΟΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Ηλιοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ., το γένος Σ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 233/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 14/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/19-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 10-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/19-4-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 14/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεων κατά της 233/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-7-2012 (με αριθμό κατάθεσης …/3-8-2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 προστέθηκε στο ν.δ. 3026/ 1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" άρθρο με αριθμό 63Α, με την παράγραφο 6 του οποίου ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ.1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης, άμα τη συμπληρώσει 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των, λυομένης αυτοδικαίως της συμβάσεώς των.

Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτως αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ.1 του άρθρου 94 του παρόντος Κώδικος αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Στη συνέχεια, με το άρθρο 16 του ν. 1366/1983) αντικαταστάθηκε ολόκληρο το πιο πάνω άρθρο 63Α και ειδικότερα με την παρ.5 αυτού ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), αλλά εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση ν.δ. 3026/1954, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζεται ότι "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ.4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) [...], ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι' έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεως μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ' ανώτατον όριον.

Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην, λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ' υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς του δημόσιου τομέα, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα του.

Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 63Α παρ.6 του Κώδικα Δικηγόρων αναφέρεται ρητώς το δικαίωμα τού υποχρεωτικώς αποχωρήσαντος δικηγόρου για απόληψη της κατά νόμο αμοιβής, μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 αυτού αποζημίωσης, στην επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 1366/1983, που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 63Α και δη στην παρ.5 αυτού, δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα, στη δε διάταξη στην οποία γίνεται η παραπομπή (άρθρο 94 παρ.1 εδ.

τελευταίο του ν.δ. 3026/1954), ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στον δικηγόρο. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 570/1986).

Δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων αυτών ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε λόγο, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 1709/ 1987). Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, είτε αυτή οφείλεται λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής από τον εντολέα του δικηγόρου είτε λόγω παραίτησης του ίδιου του δικηγόρου και οικειοθελούς αποχώρησής του, λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.

Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια, μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, ο δε κατά τον τρόπο αυτό προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό κάθε παροχής που χορηγείται σταθερά) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατ' άρθρο 94 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης.

Περαιτέρω, με την με αριθμό οικ. 2/17132/0022/2012 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης / Οικονομικών / Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β' 498/28-2-2012), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 4024/2011 και ισχύει από 1-11-2011, καθορίζονται οι αποδοχές δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011.

Στην παρ.1 της εν λόγω ΚΥΑ ορίσθηκε ότι καταβάλλεται ως βασικός μισθός, στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, στους δικηγόρους στο Εφετείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού, επιπλέον δε καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από της εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και επιδόματα εορτών και οικογενειακή παροχή, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 16 και 17 του ν. 4024/2011.

Ακόμη, στην παρ.2 αυτής, ορίστηκε ότι "Για τους δικηγόρους οι οποίοι συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής με τους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προ της 1-11-2011, εφόσον από την εφαρμογή της παρούσας προκύπτει διαφορά σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της, εφαρμόζεται η παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011".

Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:

α) Εφόσον η μηνιαία αύξηση είναι μέχρι του ποσού των πενήντα (50) ευρώ, αυτή καταβάλλεται άμεσα με την έναρξη εφαρμογής του νέου μισθολογίου. β) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη του ποσού των πενήντα (50) ευρώ και μέχρι του ποσού των εκατό (100) ευρώ, η αύξηση καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών.

γ) Εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των εκατό (100) ευρώ, καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στους υπηρετούντες με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ κλπ δικηγόρους, από 1-11-2011 και εφεξής, εφόσον στις μηνιαίες αποδοχές τους, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με την προαναφερόμενη ΚΥΑ κατ' αντιστοιχία προς τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων, προκύψει διαφορά (αύξηση) σε σχέση με τις αποδοχές τους τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ, τότε η αύξηση αυτή καταβάλλεται τμηματικά, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, με τον οποίο θεσπίσθηκε το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 14/2016 απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι δικηγόρος, διορισθείσα στο Πρωτοδικείο Αθηνών με την …-1-1979 υπουργική απόφαση. Ότι με την …-11-1983 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, προσελήφθη ως δικηγόρος, με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, χρονικής διάρκειας δύο (2) ετών και ανέλαβε υπηρεσία την 2-12-1983, προήχθη δε στον Άρειο Πάγο την 21-4-1988.

Ότι με την …-11-1985 απόφαση του ΔΣ του ΟΕΕ, η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και με την …-2-1986 απόφαση του προέδρου του ΔΣ αυτού, που εγκρίθηκε με την …-2-1986 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, διορίστηκε με σχέση έμμισθης εντολής σε κενή οργανική θέση, που συστήθηκε με το π.δ. 24/1986. Ότι η ενάγουσα από την ημέρα της πρόσληψής της προσέφερε τις υπηρεσίες της, ως δικηγόρος, στη νομική υπηρεσία του ΟΕΕ, υπαχθείσα και στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο ασφάλιζε το σύνολο του προσωπικού του Οργανισμού, μέχρι την 9-2-2012, οπότε, έχοντας συμπληρώσει συνεχή απασχόληση 28 ετών, 2 μηνών και 7 ημερών, αποχώρησε από την υπηρεσία του ΟΕΕ και έτσι λύθηκε η σύμβαση έμμισθης εντολής.

Ότι ο ΟΕΕ καταργήθηκε από 14-2-2012, δυνάμει του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012, το δε πάσης φύσεως προσωπικό μεταφέρθηκε με την ίδια σχέση εργασίας στον ΟΑΕΔ (άρθρο 35 παρ.6, 7 του ν. 4144/2013), ο οποίος ως καθολικός διάδοχος υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Οργανισμού Εργατικής Εστίας, ενώ κατά το μεταβατικό διάστημα λειτουργίας του τελευταίου ορίστηκε Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή, η θητεία της οποίας έληξε.

Ότι με την …-2-2012 απόφαση της προέδρου του ΔΣ του ΟΕΕ, η οποία εγκρίθηκε με την …/2012 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας από την ημερομηνία της παραίτησής της (9-2-2012). Ότι κατά την αποχώρησή της από τον ήδη καταργηθέντα ΟΕΕ, η ενάγουσα, η οποία είχε συμπληρώσει συνεχή υπηρεσία πλέον των 28 ετών, δικαιούταν την προβλεπόμενη από το άρθρο 94 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, ανερχόμενη σε τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.

Ότι στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη αποζημίωση, συμπεριλαμβάνεται η πάγια αντιμισθία και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα. Ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της ενάγουσας, κατά την αποχώρησή της, ρυθμίζονται σύμφωνα με την ΚΥΑ οικ. 2/17132/ 0022/2012, η οποία εφαρμόζεται αναδρομικά από 1-11-2011 και, μεταξύ των άλλων, ορίζει ότι για τους δικηγόρους που συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής με τους φορείς της παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προ της 1-11-2011, εφόσον από την εφαρμογή της παρούσας προκύπτει διαφορά σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της, εφαρμόζεται η παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011.

Ότι με βάση τα δεδομένα αυτά, το συνολικό ύψος της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας της ενάγουσας, με βάση την οποία πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη από την τελευταία αποζημίωση, ανέρχεται στο ποσό των 2.669,25 ευρώ (ήτοι 1.906 € βασικός μισθός Β' μισθολογικού κλιμακίου + 609,92 € χρονοεπίδομα + 70 € επίδομα τέκνων + 88,33 € αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2011) και συνεπώς η ενάγουσα θα έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση το ποσό των 80.077,50 ευρώ (ήτοι 2.669,25 € Χ 30 μήνες).

Ότι η Προσωρινή Ενιαία Διοικούσα Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της 16-5-2012, αρχικά αποφάσισε ομόφωνα και ενέκρινε την καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα, ανερχόμενης στο ποσό των 80.077,50 ευρώ. Ότι, στη συνέχεια, με την από 31-5-2012 απόφασή της, η ανωτέρω Επιτροπή τροποποίησε τη ληφθείσα κατά την 16-5-2012 απόφασή της και αποφάσισε ότι η δικαιούμενη από την ενάγουσα αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 67.848,90 ευρώ (ήτοι, με πάγια, μηνιαία αντιμισθία 67.848,90 € : 30 μήνες = 2.261,63 €), υπολογίζοντας τις μηνιαίες μικτές αποδοχές αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4 της ΚΥΑ 2/17132/0022/2012, που ορίζει τον τρόπο καταβολής της αύξησης των αποδοχών [ήτοι, της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε τον τελευταίο μήνα πριν την ισχύ της ΚΥΑ (31-10-2011) και αυτών που διαμορφώθηκαν κατ' εφαρμογή της ΚΥΑ (1-11-2011)] ως εξής:

α) εφόσον η μηνιαία αύξηση είναι μέχρι του ποσού των 50 ευρώ, αυτή καταβάλλεται άμεσα με την έναρξη εφαρμογής του νέου μισθολογίου, β) εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των 50 ευρώ και μέχρι του ποσού των 100 ευρώ, η αύξηση καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών και γ) εφόσον η αύξηση είναι μεγαλύτερη των 100 ευρώ, καταβάλλεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι το εναγόμενο μέχρι την 25-7-2012 (ημερομηνία σύνταξης της αγωγής) δεν είχε καταβάλει στην ενάγουσα ολόκληρη τη δικαιούμενη από αυτή αποζημίωση των 80.077,50 ευρώ, αλλά το ποσό των 65.843,57 ευρώ και μετά την αφαίρεση του ποσού των 2.005,53 ευρώ, ως προς το οποίο περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής (ποσό 784,89 € αφορά παρακρατηθέντα φόρο και το υπόλοιπο των 1.220,44 € αφορά τις ληφθείσες αποδοχές από 9-2-2012 έως τέλος Φεβρουαρίου 2012), οφείλεται το υπόλοιπο των 12.228,60 ευρώ.

Ότι λόγω μη καταβολής ολόκληρης της αποζημίωσης, το εναγόμενο της οφείλει τις συμβατικές μηνιαίες αντιμισθίες της, για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την αποχώρησή της (9-2-2012) μέχρι την 25-7-2012, συνολικού ποσού 14.222,56 ευρώ (ήτοι 2.585,92 ευρώ Χ 5 1/2 μήνες), διότι το άρθρο 94 παρ.1 εδ. τελευταίο του ν.δ. 3026/1954 τυγχάνει εφαρμογής, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ενόψει του επιδιωκόμενου ως άνω σκοπού, και στην περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης του δικηγόρου, παραίτησης αυτού λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας και της θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους σύνταξης, καθώς και παραίτησής του λόγω διάλυσης του εντολέα.

4. Μετά τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η οφειλόμενη στην ενάγουσα διαφορά αποζημίωσης, για την αποχώρησή της από την υπηρεσία λόγω οικειοθελούς παραίτησης, έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις πλήρεις μηνιαίες αποδοχές της, όπως αυτές διαμορφώθηκαν βάσει της ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/2012, επί των οποίων αυτή κατοχύρωσε δικαίωμα από την αναδρομική εφαρμογή της άνω υπουργικής απόφασης (1-11-2011), ήτοι με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.669,25 ευρώ, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στους παραμένοντες στην υπηρεσία δικηγόρους με σύμβαση έμμισθης εντολής η αύξηση που προέκυψε ήταν καταβλητέα, για λόγους δημοσιονομικής πολιτικής, σταδιακά κατά τις διακρίσεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011.

Ότι σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις του τελευταίου αυτού άρθρου ουδόλως επηρεάζουν το ποσό της οφειλόμενης στην ενάγουσα αποζημίωσης και ότι λόγω μη καταβολής πλήρους της αποζημίωσης, της οφείλει το εναγόμενο τις συμβατικές μηνιαίες αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 9-2-2012 έως 25-7-2012, συνολικού ποσού 14.222,56 ευρώ (2.585,92 € Χ 51/2 μήνες).

Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου … και ως αβάσιμη την έφεση του εναγομένου, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη 233/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή και είχε επιδικασθεί αναγνωριστικά στην ενάγουσα το ποσό των 12.228,60 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης, ενώ κατά τα λοιπά η αγωγή είχε απορριφθεί) και, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και επιδίκασε στην ενάγουσα αναγνωριστικά τόσο το ποσό των 12.228,60 ευρώ, ως υπόλοιπο αποζημίωσής της, όσο και το ποσό των 14.422,56 ευρώ (το σωστό είναι 14.222,56 € και αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης), ως πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες του χρονικού διαστήματος από 9-2-2012 έως 25-7-2012, αμφότερα με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.

5. Με την κρίση αυτή το Εφετείο: α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/ 2011 και της ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/2012, καθόσον για τον προσδιορισμό της δικαιούμενης από την ενάγουσα αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης για την αιτία αυτή, ενώ έκρινε ότι έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώθηκαν βάσει της προαναφερόμενης ΚΥΑ, οι οποίες ήταν αυξημένες σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε αυτή τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ (1-11-2011), συνυπολόγισε στη μηνιαία αντιμισθία, για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, ολόκληρη τη μηνιαία αύξηση (611,43 ευρώ), παρόλο που, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, στο οποίο παραπέμπει η πιο πάνω υπουργική απόφαση, προβλέπεται η καταβολή της αύξησης ισόποσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) ετών και ως εκ τούτου στις μηνιαίες μικτές αποδοχές, κατά την αποχώρηση της ενάγουσας (9-2-2012), έπρεπε να συνυπολογισθεί το 1/3 της αύξησης, ανερχομένου έτσι του συνολικού ποσού αυτών σε 2.261,63 ευρώ και όχι σε 2.669,25 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο, συνυπολογίζοντας ολόκληρο το ποσό της μηνιαίας αύξησης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται την αιτούμενη διαφορά αποζημίωσης ύψους 12.228,60 ευρώ.

Και β) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, καθόσον η απόληψη της αμοιβής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, παρέχεται μόνο όταν η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής λυθεί με καταγγελία του εντολέα και όχι σε περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης, όπως εν προκειμένω.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους παραδεκτά προβάλλεται, όπως και ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος (μόνο, διότι δεν προσβάλλεται ως προς την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης του ΔΣ…), με το οποίο αποφάνθηκε επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί των εφέσεων και, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ. α'), να απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση της ενάγουσας, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και, αφού ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή κατά το μέρος αυτό, να απορριφθεί αυτή και ως προς το αίτημα περί καταβολής του ποσού των 12.228,60 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης, ως ουσία αβάσιμη, διότι η ενάγουσα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν δικαιούται την αιτούμενη διαφορά. Τέλος, λόγω της πραγματικής δυσχέρειας ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 14/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει κατ' ουσία την από 18-11-2014 και με αριθμό κατάθεσης …/18-11-2014 έφεση της ενάγουσας.

Δέχεται κατ' ουσία την από 14-11-2014 και με αριθμό κατάθεσης …/18-11-2014 έφεση του εναγομένου. Εξαφανίζει την 233/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και αφορά στο κεφάλαιο της διαφοράς αποζημίωσης.

Απορρίπτει την από 25-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης …/3-8-2012 αγωγή ως προς το κεφάλαιο που αφορά στη διαφορά αποζημίωσης ποσού 12.228,60 ευρώ.- Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Νοεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ