23/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 23 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2014
Legislator headnote
AI generated23/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 23 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2014
Full text
Απόφαση 23 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Μ. Μ., 2) Δ. Π., 3) Ά. Τ., 4) Κ. Σ., 5) Γ. - Χ. Π., 6) Θ. Γ., 7) Ε. Α., 8) Α. Σ. - Τ., 9) Ι. Π., 10) Π. Μ., 11) Ο. Δ., 12) Κ. Β., 13) Σ. Λ., 14) Β. Δ., 15) Σ. Μ., 16) Γ. Κ., 17) Α. συζ. Μ. Κ., 18) Β. Γ., 19) Ν. Κ., 20) Α. Π., 21) Μ. Θ., 22) Γ. Τ., 23) Δ. Μ., 24) Β. Α., 25) Ο. Μ., 26) Α. Τ., 27) Γ. Γ., 28) Β. Π. - Κ., 29) Ι. Μ., 30) Δ. Μ., 31) Γ. Δ., 32) Κ. Μ., 33) Μ. Π. και 34) Χ. - Χ. Κ., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6ος, 7η, 10η, 12η, 14ος, 15η, 16ος, 17η, 18η, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 28η, 29η, 30η, 31ος, 32η, 33η και 34η των αναιρεσιβλήτων - καλούντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 8η, 9η, 11η και 13η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ., 2) Δ. Π., 3) Ά. Τ., 4) Κ. Σ., 5) Γ. - Χ. Π., 6) Θ. Γ., 7) Ε. Α., 8) Α. Σ. - Τ., 9) Ι. Π., 10) Π. Μ., 11) Ο. Δ., 12) Α. Κ., 13) Κ. Β., 14) Σ. Λ., 15) Κ. Κ., 16) Β. Δ., 17) Σ. Μ., 18) Γ. Κ., 19) Α. συζ. Μ. Κ., 20) Β. Γ., 21) Α. Γ., 22) Γ. Δ., 23) Ν. Κ., 24) Α. Μ., 25) Ε. Π., 26) Α. Τ., 27) Α. Π., 28) Μ. Θ., 29) Γ. Τ., 30) Δ. Μ., 31) Β. Α., 32) Ο. Μ., 33) Α. Τ., 34) Γ. Γ., 35) Β. Π. - Κ., 36) Ι. Μ., 37) Δ. Μ., 38) Γ. Δ., 39) Κ. Μ., 40) Μ. Π. και 41) Χ. - Χ. Κ., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6ος, 7η, 10η, 13η, 16ος, 17η, 18ος, 19η, 20η, 23η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 32η, 33η, 34ος, 35η, 36η, 37η,38ος, 39η, 40η και 41η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 8η, 9η, 11η, 12ος, 14η, 15η, 21ος, 22ος, 24ος, 25η και 26η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (στοιχ. Β) και της Π. Β. - Λ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1667/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-9-2006 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 19-2-2008, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 1-12-2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων (στοιχ. Α) στη δικάσιμο της 20-11-2012, οπότε και αναβλήθηκε για τις 16-4-2013, οπότε και συζητήθηκε.
Εκδόθηκε η 904/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 6-6-2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 28-1-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (και δη ως προς τους αναιρεσιβλήτους στους οποίους αρμόζει και αφορά ο λόγος αυτός αναιρέσεως) και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας για την υπογραφή της σχετικής κλήσης, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: 1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1667/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 19-2-2008, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. 2) Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 1-12-2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων 1ης - 11ης, 13ης, 14ης, 16ου - 20ης, 23ης, 27ης - 41ης για την δικάσιμο της 20-11-2012, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το πινάκιο, αναβλήθηκε, απόντος του αναιρεσείοντος, για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (16-4-2013)., κατά την οποία το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 904/2013 απόφαση του τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, διότι δεν είχε κλητευθεί το Ελληνικό δημόσιο. Με την από 6-6-2013 κλήση των: 1) Μ. Μ., 2) Δ. Π., 3) Ά. Τ., 4) Κ. Σ., 5) Γ. - Χ. Π., 6) Θ. Γ., 7) Ε. Α., 8) Α. Σ. -Τ., 9) Ι. Π., 10) Π. Μ., 11) Ο. Δ., 12) Κ. Β., 13) Σ. Λ., 14) Β. Δ., 15) Σ. Μ., 16) Γ.
Κ., 17) Α. συζ. Μ. Κ., 18) Β. Γ., 19) Ν. Κ., 20) Α. Π., 21) Μ. Θ., 22) Γ. Τ., 23) Δ. Μ., 24) Β. Α., 25) Ο. Μ., 26) Α. Τ., 27) Γ. Γ., 28) Β. Π. - Κ., 29) Ι. Μ., 30) Δ. Μ., 31) Γ. Δ., 32) Κ. Μ., 33) Μ. Π. και 34) Χ. - Χ. Κ., των αναιρεσίβλητων, επισπεύσθηκε η συζήτηση και προσδιορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, εμφανίστηκε το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Δεν παραστάθηκαν, όμως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 8η, 9η, 11η, 12ος, 14η, 15η, 21ος, 22ος, 24ος, 25η και 26η των αναιρεσίβλητων, από τους οποίους οι 8η, 9η, 11η και 14η ήταν αντίστοιχα οι 8η, 9η, 11η και 13η των καλούντων. Από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος που υπέγραψε την κλήση προς συζήτηση για λογαριασμό των τελευταίων, ως άνω, τεσσάρων αναιρεσίβλητων, είχε την πληρεξουσιότητα στην προδικασία για να επισπεύσει τη συζήτηση, για την παραπάνω δικάσιμο.
Συνεπώς, είναι άκυρη η κλήση για λογαριασμό των αναιρεσίβλητων αυτών. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι και οι λοιποί απολιπόμενοι από τους αναιρεσίβλητους, έχουν κλητευθεί νομίμως από τους λοιπούς ομοδίκους τους ή το αναιρεσείον. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν, πρέπει: 1) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους και 2) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους λοιπούς, νομίμως παριστάμενους αναιρεσίβλητους.
2. Το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 1505/1984 "Αναδιάρθωση μισθολογίου προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίζει α) στο άρθρο 8 ότι πέραν του κατά το προηγούμενο άρθρο μηνιαίου βασικού μισθού παρέχονται και τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, όπως ορίζεται στα επόμενα άρθρα και β) στο άρθρο 11 παρ. 1, όπως το τελευταίο έχει μερικώς αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1810/88, ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών ορίζεται για όλους τους υπαλλήλους σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 20 ως εξής...., και γ) στο άρθρο 11 παρ. 6, όπως ισχύει μετά το άρθρο 52 παρ. 11 ν. 1591/86, ότι στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπόλοιπου δημόσιου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, β) των Ν.Π.Ι.Δ.
που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του Δημόσιου Τομέα της προηγούμενης περίπτωσης πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή Κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών Τραπεζών εν γένει και δ) είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα απ' αυτούς κατ' επιλογή τους.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους δημόσιους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία (διάταξη) ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/97 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που ισχύει από 1/1/97 και αντικατέστησε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1505/84, ορίσθηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής:
α) για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές και β) για οικογένεια με τέκνα ανήλικα, προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ. Με το άρθρο 12 παρ. 4, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/97, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
ή ΟΤΑ καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής: α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων. Όμως, η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών του ν. 1505/84 σε μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξ αιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.
Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων.
Η εξίσωση δε αυτή, με βάση την ως άνω αρχή, γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε, ως Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), που έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι, που υπηρετούσαν στο αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, ως υπάλληλοι, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνταν στο ακέραιο τα επιδόματα γάμου και τέκνων, ανεξαρτήτως του ότι και σύζυγοι αυτών απασχολούμενοι στον ίδιο εργοδότη, ελάμβαναν τα επιδόματα αυτά και ακολούθως επιδίκασε αυτά στους αναιρεσίβλητους, δεν έσφαλε.
Στη συνέχεια δε απέρριψε, ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος. Με τις κρίσεις του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν έσφαλε στην εφαρμογή και ερμηνεία των, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ. 3/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998).
Οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974, 3 ν. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, "οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου," η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία), που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων.
Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, ΑΕΔ 32/2008). Επίσης η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι, "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (πρβλ Ολ.
ΑΠ 2/2011 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974). Εξάλλου, με την ίδια διάταξη (90 παρ. 3 ν. 2362/1995), ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, επί των ως άνω απαιτήσεων η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α` του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ.
από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α`, και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 93 εδ.
α', του ίδιου, ως άνω, νόμου, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η από 30-12-2002 ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την καταβολή των επιδομάτων γάμου και τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2002, κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 31-12-2002 και ολοκληρώθηκε, αυθημερόν, με την επίδοσή της στο αναιρεσείον.
Ότι, έκτοτε (31-12-2002), η παραγραφή των, επί μέρους, απαιτήσεών τους για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2000, που είχε αρχίσει από του τέλος του αντίστοιχου οικονομικού έτους (2000), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, δεν είχαν παραγραφεί, όταν ολοκληρώθηκε η άσκηση της αγωγής (31-12-2002), διότι δεν είχε παρέλθει διετία.
Στη συνέχεια απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον, υπέβαλε παράπονο για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των αντιδίκων του, για το χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2000. Με τις κρίσεις του, όμως, αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (2000), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο γενέσεως κάθε επί μέρους αξίωσης, από τον οποίο (χρόνο) και μέχρι την άσκηση της αγωγής (31-12-2002), είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και συνακόλουθα είχαν παραγραφεί, οι επί μέρους απαιτήσεις τους, για όλο το χρονικό διάστημα του έτους 2000 και για εκείνες του μηνός Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Τούτο διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο μισθός τους καταβαλλόταν ανά δεκαπενθήμερο και συνακόλουθα η αντίστοιχη αξίωση του πρώτου δεκαπενθημέρου γεννήθηκε την 1-12-2000 και του δεύτερου στις 16-12-2000. Επομένως, και οι απαιτήσεις αυτές, είχαν παραγραφεί, όταν ασκήθηκε η αγωγή στις 31-12-2002.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσία βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί εν μέρει, για τα αντίστοιχα κεφάλαιά της η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, ενόψει ότι διάδικος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική δαπάνη ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 3693/1957.
Κατά συνέπεια, εφόσον, στην κρινόμενη υπόθεση, οι διάδικοι εν μέρει νίκησαν και ηττήθηκαν, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί ( παρ. 2 εδ. β' της ως άνω διάταξης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης για τους αναφερόμενους, υπό στοιχεία, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 21, 22, 24, 25 και 26, αναιρεσίβλητους.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση, για τους πιο πάνω αναφερόμενους αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, εν μέρει την υπ' αρ. 1667/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης.
Παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2014.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ