Legislator Case Law & Legislation
23/2012 AI generated

23/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 23/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 23 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2012

Legislator headnote

AI generated

23/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 23 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2012

Keywords

AI generated
unsecured parked vehicle excessive speed motor vehicle ownership driving whilst disqualified suspension of driving licence vehicle owner liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 23 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Μπόκοτα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Σ. του Δ., 2. Δ. Ξ. του Π., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι παραστάθηκαν με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Χρήστου Λίντα και κατέθεσαν προτάσεις και 3. του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." της οποίας η άδεια ανακλήθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Πετρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Η 12792/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2016/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και πέμπτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδαφ. β και 914 του άρθρου του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή που αν είχε καταβληθεί με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της σύγκρουσης. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού, ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Ο Κώδικας οδικής Κυκλοφορίας ορίζει στο άρθρο 23 παρ 2 "προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά υποχρεούται να πλησιάζει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει. Εξάλλου οι έννοιες της αμέλειας και υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόσθηκε. Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Εν προκειμένω το εφετείο αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλομένη απόφαση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Στις 4-9-2004 και περί ώρα 1.25' ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα της οποίας είχε την νομή εκινείτο επί της οδού Αλεξάνδρου Σταύρου, στη Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση την οδό Βασιλίσσης Όλγας. Την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΤΑΕ-... ΔΧΕ (Ταξί), κυριότητος του δευτέρου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους υλικές ζημίες στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού Π. Συνδίκα με κατεύθυνση προς λεωφόρο Κ. Καραμανλή. Στη διασταύρωση της λεωφόρου Καραμανλή με την οδό Συνδίκα και την οδό Σταύρου (που αποτελεί νοητή προέκταση της οδού Συνδίκα), ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε στην λεωφόρο Καραμανλή προκειμένου να στρίψει αριστερά για να κινηθεί προς το κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης και επειδή ο σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του είχε την ένδειξη παλλομένου πορτοκαλί φωτός (η ίδια ένδειξη υπήρχε και ως προς την πορεία των αυτοκινήτων που κινούνταν επί της οδού Σταύρου), ακινητοποίησε το όχημά του επί του οδοστρώματος με διαγώνια φορά. Καθώς ο τελευταίος ήταν ακινητοποιημένος, ο ενάγων, ο οποίος ας σημειωθεί την ίδια ημέρα είχε αγοράσει την παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα και εστερείτο αδείας οδηγήσεως, με αυξημένη ταχύτητα επεχείρησε να διασχίσει την λεωφόρο Καραμανλή, προκειμένου να κατευθυνθεί στην οδό Β. Όλγας, χωρίς να έχει όμως τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα να επιπέσει με τον εμπρόσθιο τροχό της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια να ανατραπεί η μοτοσικλέτα που οδηγούσε και να τραυματισθεί αυτός. Υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο ενάγων και η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ότι εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, η οποία σε συνδυασμό με το ότι ήταν άπειρος οδηγός, δεν του επέτρεπαν να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία της μοτοσικλέτας του (άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 94 του ΚΟΚ).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος ενώ αρχικά είχε ακινητοποιήσει το όχημά του επί της διασταυρώσεως, στη συνέχεια έθεσε εκ νέου ξαφνικά σε κίνηση αυτό, με ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του, δεν αποδείχθηκε. Η επιβάτιδα του ΤΑΧΙ προανακριτικά κατέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με μικρή ταχύτητα, ήταν προσεκτικός οδηγός και επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα όταν ο φωτεινός σηματοδότης είχε ένδειξη πρασίνου φωτός. Ο μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης, δεν κατέθεσε από δική του αντίληψη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, αφού ο ίδιος δήλωσε ότι δεν είδε πως έγινε το ατύχημα. Εξάλλου δεν έχει λογικό έρεισμα το ότι, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, ασφαλώς διότι είχε αντιληφθεί την κίνηση του ενάγοντος, είχε ακινητοποιήσει το όχημά του, ξαφνικά να έθεσε σε κίνηση αυτό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία επίσης είχε καταλογίσει σ' αυτόν αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα και είχε απορρίψει την αγωγή του. Έτσι όμως το Εφετείο με την εξενεχθείσα άνω κρίση του, διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα σχετικά με την πρόκληση αυτού. Ειδικότερα δεν διευκρινίζει α) αν ο οδηγός του ταξί - πρώτος αναιρεσίβλητος κατά την είσοδό του στη διασταύρωση με σκοπό να στρίψει αριστερά βεβαιώθηκε ότι ήταν εφικτή η διέλευση του οχήματος του αναιρεσείοντος, που εκινείτο στο οδόστρωμα αντίθετα απ' αυτόν, καθώς και αν και από ποία απόσταση αντελήφθη αυτόν κατά το χρόνο της ακινητοποίησης του οχήματός του, β) σε ποιο σημείο της διασταύρωσης σε σχέση με το ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας ακινητοποίησε το όχημά του με διαγώνια φορά, γ) ποιο το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος, δ) ποια η ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2016/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ