Legislator Case Law & Legislation
23/2010 AI generated

23/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 23/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/10/2003 ανταίτηση της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2003 μη οριστική και 820/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

23/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 § 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζομένη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης.

Keywords

AI generated
depreciation of remaining property deprivation of existing use waiver of realisation residual earning capacity lack of economic substance termination of commercial lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 23 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 23/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπιζάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ΑΕΒΕ … Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Α. Δ., 4) Κ. Δ., 5) Ν. Τ., 6) Α.-Μ. Ψ. του Ι., 7) Ε. Ψ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 8) Δήμου Ταύρου Αττικής που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κοντοέ-Παπαθωμά και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/10/2003 ανταίτηση της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2003 μη οριστική και 820/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης, ανέγνωσε την από 5/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έκτου λόγου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις το άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος πέμπτος, έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις 11419/17-2-2009, 11422/17-2-2009, 11436/18-2-2009, 11428/17-2-2009, 11426/17-2-2009 και 11424/17-2-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Σ. και από τη δημοσίευση περίληψης στις 19-2-2009 στις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών "Αυγή" και "Ελεύθερη Ωρα" για την αγνώστου διαμονής τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Κ. Δ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη κουτιοποιϊα … ΑΒΕΕ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους.

Επομένως παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.

Επειδή για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης υφίσταται θετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ κατ' άρθρα 12 παρ. 2 ν. 2298/95 και 42 ν. 2721/1999.

Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 7, 16 παρ. 1, 2, 7 του ΚΑΑΑ, στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, στο οποίο υπάρχουν κτίσματα, μόνιμες κατασκευές, δένδρα, φυτείες και εν γένει συστατικά κατά την έννοια των άρθρων 953 επ ΑΚ, τα πράγματα αυτά απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως μαζί με την εδαφική έκταση, έστω και αν δεν αναφέρονται στην πράξη της απαλλοτριώσεως, οπότε παραδεκτώς ζητείται να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως αυτών, έστω και αν στον κτηματολογικό πίνακα δεν σημειώνονται ότι υπάρχουν στο απαλλοτριούμενο τμήμα.

Η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη αν δεν προσαχθούν τα κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου πιστοποιητικά, αναφέρεται στην καθολοκληρίαν παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα.

Επομένως, αν προσκομίσθηκε κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα.

Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ. χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των ύστερων προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα αποζημίωση.

Διάφορο είναι το μη ένδικο ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημιώσεως για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την συμπροσβαλλόμενη 1023/2003 μη οριστική του απόφαση, το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την ανταίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε την καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης για την αντικατάσταση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και τις δαπάνες αποσυναρμολόγησης, μεταφοράς σε άλλο χώρο και επανασυναρμολόγησης των μηχανημάτων της επιχείρησής της και ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την αποζημίωση αυτή, που απαλλοτριώθηκε, μολονότι οι εγκαταστάσεις αυτές δεν περιλαμβάνονταν στον κτηματολογικό πίνακα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την κατά τα ανωτέρω ανταίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης που άσκησε με τις προτάσεις της με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τις δαπάνες αποσυναρμολόγησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, αφού η ανταίτηση αυτή δεν αφορούσε το αυτό κεφάλαιο της αίτησης. Όμως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού δεν ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ. Ο από το αριθμό 17 άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού (Ολ ΑΠ 13/1995).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ως προς την αποζημίωση για τα εναπομείναντα κτίσματα τα εξής: τα εναπομείναντα κτίρια δεν είναι κατεδαφιστέα, αλλά χρήσιμα για τη στέγαση κάποιας (μικρότερης) βιομηχανικής ή βιοτεχνικής επιχείρησης. Όμως ο περιορισμός αυτός της δυνατότητας χρήσης λόγω της απότμησης των απαλλοτριωθέντων και μόνον αυτής συνιστά οπωσδήποτε μείωση της αξίας των κτισμάτων σε ποσοστό 40%.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα κτίρια σε ποσοστό 40% επί της πραγματικής τους αξίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης τα εναπομείναντα κτίρια διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεση κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ενώ κατά το σκέλος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559. αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση περιλαμβάνονται σ' αυτήν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμος.

ΙV. Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση με την οποία καθορίζεται το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν.3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποίαν καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο γιο τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με το άρθρα 18, 19 και 20 του ΚΑΑΑ ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων).

Κατ' ακολουθίαν τούτων σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπισης της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου γιο την παράσταση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και γιο την παράσταση του ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 Κώδικα περί Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστά επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και δη 2% για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 § 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζομένη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης.

Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500,000 δραχμές". Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 2), αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων (άρθ. 100 επ.) και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους. (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου το Εφετείο καταδίκασε το υπόχρεο σε αποζημίωση αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου και δη στην αμοιβή (δις) του πληρεξουσίου της δικηγόρου για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων εκ ποσοστού 4% επί της αποζημιώσεως και χωρίς να θέσει ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου 2.500.000 δραχμές.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής της δικαστικής δαπάνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος την 820/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τη δικαστική δαπάνη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ