Supreme Court dismisses appeal for lack of legal grounds and failure to specify procedural errors under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's auction decision. The appellant argued that the auction violated a prior judicial ruling but failed to cite specific substantive law or detail the deficiencies in the lower court's reasoning. The court ruled that the appeal was inadmissible because it relied solely on constitutional text without connecting it to applicable civil procedure rules or identifying concrete errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 560(6) of the Civil Procedure Code; An appeal for cassation must cite specific substantive law violations and detail the deficiencies in the lower court's reasoning, as constitutional rights are implemented through procedural law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 239 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Α. , συζ. Π. Β. , κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χριστίνας Φλώρου (ΑΜ ΔΣΑ 29261) και κατέθεσε προτάσεις στις 10-9-2025 και υπόμνημα - προσθήκη στις 6-10-2025.
Των αναιρεσίβλητων : 1) Ν. Χ. Ρ. , κατοίκου ... (οδός ...), ο οποίος δεν παραστάθηκε, και 2) Δ. Μ. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Γιανναράκου (ΑΜ ΔΣΑ 12982) και κατέθεσε προτάσεις στις 14-8-2025.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2018 ανακοπή της νυν αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3461/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η μεν πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του 2ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αυτού ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 59 του ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του ιδίου νόμου (ΑΠ 1838/2025), προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ή ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε όμως μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί (ΑΠ 1838/2025, ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2023 αίτηση της ηττηθείσας ανακόπτουσας - εκκαλούσας για αναίρεση της 3461/31-3-2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως εφετείου).
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε γι' αυτόν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης επισπεύδεται με επιμέλεια του 2ου αναιρεσίβλητου (Δ. Μ.), ο οποίος με τις προτάσεις του επικαλείται και προσκομίζει την ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Ν. Χ. , από την οποία αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μαζί με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' τμήματος ως αρμόδιου για την εκδίκαση αυτής και πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος περί ορισμού α) δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απόντα ομόδικό του- 1ο αναιρεσίβλητο (Ν. Ρ.) και συγκεκριμένα με θυροκόλληση στην κατοικία του επί της οδού ... Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του 1ου αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 του ν.4842/2021 και εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα την παρ. 6β του άρθρου 116 του αυτού νόμου καθόσον η προσβαλλομένη δημοσιεύθηκε μετά την έναρξη ισχύος του (31-3-2023), "1. Στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση: α) ..., β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) ....".
Η κρινόμενη αίτηση, που ασκήθηκε από την ηττηθείσα ανακόπτουσα - εκκαλούσα, στρέφεται κατά της 3461/31-3-2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, που εκδόθηκε ερήμην του 1ου εφεσίβλητου -καθ' ου η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, οι δε εφεσίβλητοι - καθών η ανακοπή συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΟλΑΠ 6/2005, ΑΠ 1799/2025), διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται από τον οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, μετά την κατακύρωση του πλειστηριασμού, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και κατά του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον.
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι κατ' άρθρο 937 παρ.1 εδ. β ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα 1ο εφεσίβλητο. Η κατάθεση της αίτησης αναίρεσης έγινε στις 12-5-2023, δηλαδή εντός μηνός από την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα στις 13-4-2023, όπως η ίδια αναφέρει στο αναιρετήριο και δεν αντικρούεται από τον παρασταθέντα αναιρεσίβλητο, καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο για την άσκησή της.
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 495 παρ. 3, 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.1, 577 παρ.1-3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υπόθεσης είναι η εξής: Η νυν αναιρεσείουσα με την με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2018 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό (1ου αναιρεσίβλητου) και του υπερθεματιστή (2ου αναιρεσίβλητου), ισχυρίστηκε ότι είναι αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου -οριζόντιας ιδιοκτησίας, το οποίο εκπλειστηριάσθηκε στις ...-2018, δυνάμει της ...
έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ. και της ...-2018 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου, για απαίτηση του 1ου αναιρεσίβλητου κατ' αυτής, ποσού 5000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την 2169/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και επιδικάστηκε με την .../2016 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών πλέον τόκων, δικαστικής δαπάνης και λοιπών εξόδων, ότι με την από 25-10-2016 επιταγή προς εκτέλεση επιτάχθηκε να καταβάλει στον 1ο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 11.346,24 ευρώ εκ των οποίων 8.928,24 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο με την ως άνω διαταγή πληρωμής και 230 για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 88 ευρώ για έκδοση αυτής, 800 ευρώ για δικαιώματα έκδοσης, σύνταξης και εντολής προς επίδοση, 900 ευρώ για έκδοση απογράφου και 400 ευρώ για λοιπά έξοδα εκτέλεσης και ακολούθησε κατάσχεση του ως ακινήτου της για όλο το ως άνω ποσό, ότι επί ανακοπής που άσκησε κατά των ανωτέρω πράξεων εκτέλεσης (επιταγής προς εκτέλεση, κατάσχεσης) εκδόθηκε η 981/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία μειώθηκε το ποσό των 800 ευρώ για δικαιώματα έκδοσης, σύνταξης και εντολής προς επίδοση σε 316,80 ευρώ, ενώ ως προς το υπερβάλλον εκ 483,20 ευρώ ακυρώθηκαν οι σχετικές πράξεις εκτέλεσης, ότι, παρά ταύτα, ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε για το ποσό των 11.346,24 ευρώ, αντί του ορθού των 10.863,04 ευρώ, με συνέπεια να πάσχει από ακυρότητα ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, λόγω μη συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση.
Με βάση αυτό το ιστορικό η ανακόπτουσα (και νυν αναιρεσείουσα) ζήτησε την ακύρωση της ...-2018 έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ. και της ...-2018 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ακινήτου της ιδίας συμβολαιογράφου. Επί της ανακοπής αυτής, που συζητήθηκε ερήμην του 1ου των καθών η ανακοπή και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδόθηκε η 432/17-4-2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή.
Επί της ασκηθείσας από την ανακόπτουσα έφεσης κατά της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η 3461/31-3-2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτή με την ειδικότερη αιτιολογία "η επιβολή κατασχέσεως και η διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και εν προκειμένω των πράξεων πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτου δεν πάσχουν από ακυρότητα για τον λόγο ότι διενεργήθηκαν για ποσό μεγαλύτερο του οφειλομένου, εν προκειμένω του ποσού των 11.346,24€ αντί του ποσού των 10.863,04€, καθ' ότι η μερική ακύρωση της από 25.10.2016 επιταγής προς πληρωμή ως προς το κονδύλιο της αμοιβής του δικηγόρου κατά το ποσόν των 483,20 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 981/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν επηρεάζει το κύρος των μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες εγκύρως μπορούν να στηριχθούν σ' αυτήν κατά το μέρος που δεν ακυρώθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση ως προς το ποσό των 10.863,04€, αλλά επηρεάζει μόνον την κατάταξη των δανειστών, ήτοι αφορά μόνο την ακύρωση του συνταγέντος πίνακα κατάταξης δανειστών κατ' άρ. 974 επ. , 979 Κ.Πολ.Δ." Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα - εκκαλούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (πριν την τροποποίηση με τον ν. 5134/2024), κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Από τις διατάξεις αυτές, που αποτελούν κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτές λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1428/2025, ΑΠ 413/2024,ΑΠ 175/2020).
Για να ιδρυθεί ο παρών λόγος, πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις , την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών, ενώ δεν ιδρύεται επί παραβίασης κανόνων δικονομικού δικαίου. Ως διατάξεις ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και αυτές του Συντάγματος (ΟλΑΠ 3/2004, ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 24/2004).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 413/2024).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται το ατομικό δικαίωμα για τη παροχή δικαστικής προστασίας. Η ρητή αυτή καθιέρωση καταλαμβάνει την πολιτική, ποινική και διοικητική δίκη. Κάθε δικαιούχος, για την προστασία (και ικανοποίηση) του δικαιώματός του, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη συνδρομή της Πολιτείας, να ζητήσει δηλ. τη δικαστική αρωγή της. Τα ειδικότερα ζητήματα της ένδικης προστασίας των δικαιωμάτων ρυθμίζοvται από το δικονομικό δίκαιο (τα ζητήματα της προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ρυθμίζοvται από τον ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα - ανακόπτουσα με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτιάται την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοηματικά εκτιμωμένη ως αυτής του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι "στη διαδικασία του πλειστηριασμού εμφιλοχώρησε παραβίαση δικαστικής απόφασης" και "όπως προκύπτει από την αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία σημασία δόθηκε στο γεγονός ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού προχώρησε με τρόπο που παραβιάστηκε προγενέστερη δικαιοδοτική κρίση, ακυρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την ίδια την ουσία της δικαστικής προστασίας". Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι προφανώς απαράδεκτος, αφού α) ουδεμία διάταξη ουσιαστικού δικαίου επικαλείται ότι παραβιάστηκε, παρά μόνο επικαλείται αυτήν του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία, όμως, υλοποιείται μέσω των εφαρμοστικών νόμων και δη του ΚΠολΔ δηλ. από δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 1489/2009) και β) δεν εκθέτει ποιές είναι οι ανεπαρκείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
V. Κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί η με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2023 αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του e παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα για την άσκησή της, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του 2ου αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ .../ΕΑΚ ...-2023 αίτηση για αναίρεση της 3461/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος e-παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του 2ου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ