Supreme Court dismisses appeal on property title transfer, ruling lower court correctly applied law despite missing boundary definitions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by N. M. and X. M. against the First Instance Court of Thessaloniki regarding a property title transfer. The appellants argued that the lower court erred in applying obsolete boundary laws and misinterpreted the Agricultural Code, while the respondents failed to appear at the hearing. The court ruled that the lower court's decision was correct because the appellants could not prove the transferors lacked title or legal capacity, and the specific boundary definitions cited by the appellants were no longer legally relevant after the abolition of the old Agricultural Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 3958/1959; Article 1 of Law 4061/2012: A court decision confirming an irregular act, once registered, cures defects in the transferor's title and the act's legality, rendering arguments regarding the transferor's lack of ownership or the invalidity of the transfer inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 239 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Μ. του Ι., κατοίκου …, 2) Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μέγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Β. Β. του Κ., 2) Μ. συζ. Π. Π., το γένος Κ. και Α. Β., 3) Ε. συζ. Ι. Π., το γένος Κ. και Α. Β., 4) Γ. Β. του Κ. και της Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 991/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - καλούντες με την από 05-08-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον διάδικο που απολείπεται. Από τις ..., ..., ..., .../12-11-2019 καθώς και τις ..., ..., ..., .../15-7-2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Σερρών Αθανάσιου Γουλετά προκύπτει ότι στους αναιρεσίβλητους έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 08-01-2020, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, καθώς και αντίγραφο της κλήσης για τη συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Συνεπώς, εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242παρ 2 και 573παρ 1 ΚΠοΛΔ πρέπει να χωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους(αρθ 576παρ 2ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1189/1972,ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 37 ν. 4061/2012 (ΦΕΚ Α/66/22-3-2012),και τις προ της ισχύος αυτού διατάξεις του άρθρου 196 του Αγροτικού Κώδικος, όπως τούτο αντικατεστάθη με το άρθρο 77 του ν.δ/τος 2185/1952 και συνεπληρώθη υπό του άρθρου 64 του ν.δ/τος 3194/1955 προκύπτει ότι προκειμένου περί κλήρων κειμένων στις υπό του ν. 1366/1938 καθοριζόμενες παραμεθόριες περιοχές η κυριότης τούτων περιέρχεται εις τους κληρούχους από και δια της μεταγραφής του οριστικού τίτλου κυριότητος, ενώ επί των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών η κυριότης αυτών περιέρχεται αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακας της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων (φυσικά πρόσωπα) ή τους νέους τοιούτους, μετά την οριστική διανομή εκ μεταβολής. Εξάλλου και μετά την δια του α.ν. 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, αν δεν έχει χωρήσει κτήση της κυριότητας από τον κληρούχο επί του κλήρου κατά προβλεπόμενο κατά περίπτωση τρόπο από τον Αγροτικό Κώδικα, ο κλήρος, ανήκων κατά κυριότητα εις το Δημόσιο δεν είναι δεκτικός χρησικτησίας, η οποία έτσι μπορεί να αρχίσει μόνο αφ’ ής αποκτηθεί από τον κληρούχο κυριότης επί του κλήρου (ΑΠ 1183/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του ν.δ/τος 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του α.ν.431/1968, 2 του ν. 666/1977, 11 του ν. 944/1979 και 18 παρ. 1 του ν. 1664/1986, 16 του ν. 3147/2003, 3 του ν. 3399/2005, 31 του ν.4061/2012, την 131875/1988 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β` 882/8-12-1988) και την 5618/2006 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β` 1689/17-11-2006), προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβίβασης των κλήρων αυτών, επικυρώνονται, αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος (3458/1959), εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο, και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία, μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία.
Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης των αναφερομένων (ανωμάλων) δικαιοπραξιών και η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παράγραφο 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών, και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες.
Συνεπώς, στην περίπτωση μεταβίβασης της κυριότητας αγροτικού κλήρου, η οποία έγινε κατά παράβαση αφενός μεν των ανωτέρω διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, και αφετέρου των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 1192 επ. ΑΚ, δηλαδή με ιδιωτικό και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, η απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία επικυρώνεται η εν λόγω μεταβίβαση, θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα όχι, όμως, και τις πέραν τούτων λοιπές ακυρότητες, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νομίμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και, ως εκ τούτου, η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, αλλά προσδίδει στην, με βάση το τελευταίο, άσκηση νομής στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής (ΑΠ 9/2019, ΑΠ 181/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 και 1198 Α.Κ.). Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή (ΑΠ 387/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 4061/2012 που ισχύει από 22-03-2012 (ΦΕΚ Α/66/22-3-2012):
«1. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε ακίνητα, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 1, εφόσον ο νομέας του ακινήτου ή ο δικαιοπάροχος του:
α) Το απέκτησε: αα) με νόμιμο τίτλο, από επαχθή αιτία, με την προϋπόθεση ότι ο τίτλος του μεταγράφηκε έως την 05-06-1993, εκτός αν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Σε κακή πίστη βρισκόταν ο νομέας αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Αστικού Κώδικα. Στο χρόνο νομής προσμετράται και ο χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου του που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις […]
ββ) βάσει παραχωρητηρίου που δεν έχει μεταγραφεί, ως προς το εμβαδόν του ακινήτου που αναγράφεται στο παραχωρητήριο αλλά και των λοιπών στοιχείων των ακινήτων και των δικαιούχων,
γγ) βάσει παραχωρητηρίου που εκδόθηκε από αναρμόδιο διοικητικό όργανο ή βάσει πράξης δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, μόνο ως προς το εμβαδόν του παραχωρούμενου ακινήτου [...]
β) Με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, κρίθηκε δικαιούχος οικοπέδου ή κλήρου βάσει των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα και δεν κηρύχθηκε έκπτωτος, δεν εκδόθηκε όμως το σχετικό παραχωρητήριο.
γ) Το νέμεται πριν την 01-01-1965 για γεωργική χρήση, η οποία εξακολουθεί να ασκείται μέχρι σήμερα. [Ο Νομός Αττικής εξαιρείται από την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής].
[...]
3. Για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 1, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτημα στην αρμόδια Επιτροπή Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών, στην οποία περιγράφει το κατεχόμενο ακίνητο κατά θέση, εμβαδόν και συντεταγμένες στο ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς, με συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα και υποβάλλει αντίγραφο του επικαλούμενου τίτλου κυριότητας ή της σχετικής πράξης παραχώρησης διοικητικού οργάνου, Δήμου ή Κοινότητας ή της απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, βάσει της οποίας κρίθηκε δικαιούχος οικοπέδου ή κλήρου.
Η Επιτροπή Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών μπορεί να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση της, σχετικά με την ταυτότητα του νομέα ή του ακινήτου και την καλόπιστη νομή, στην περίπτωση της απόκτησης του με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία ή της νομής του ακινήτου πριν την 01-01-1965.
Η Επιτροπή Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών εκδίδει απόφαση για τη μη προβολή δικαιωμάτων κυριότητας στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται πράξη παραχώρησης διοικητικού οργάνου, Δήμου ή Κοινότητας ή απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, βάσει της οποίας κρίθηκε δικαιούχος. δικαιωμάτων κυριότητας στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται πράξη παραχώρησης διοικητικού οργάνου, Δήμου ή Κοινότητας ή απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, βάσει της οποίας κρίθηκε δικαιούχος.
Τα παραχωρητήρια δε που εκδόθηκαν στις υποπεριπτώσεις ββ και γγ της περίπτωσης α της παραγράφου 1, θεωρούνται έγκυρα και ισχυρά. Για την υποπερίπτωση δδ της περίπτωσης α και την περίπτωση β της παραγράφου 1, μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών, ο Περιφερειάρχης εκδίδει παραχωρητήριο, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του αρχικού δικαιούχου και προσδιορίζεται το παραχωρούμενο ακίνητο κατά εμβαδόν, θέση και συντεταγμένες στο ελληνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς.
Δεν εκδίδεται παραχωρητήριο, αν οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι του δικαιούχου έχουν μεταγράψει συμβολαιογραφική πράξη ή έχουν επικυρώσει ανώμαλη δικαιοπραξία που αφορά το ίδιο ακίνητο σύμφωνα, ιδίως, με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 1644/1986, του άρθρου 16 του ν. 3147/2003, της παραγράφου 9 του άρθρου 3 του ν. 3399/2005 και του άρθρου 31 του ν. 3698/2008.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πρόδηλο είναι ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της προπαρατιθέμενης διάταξης της παρ. 1 του άρθρο 22 του ν. 4061/2012, είναι η προηγούμενη σχετική απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών, κατά της οποίας παρέχεται το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή της στον ενδιαφερόμενο ή διαφορετικά από τότε που έλαβε γνώση αυτής και της οποίας (απόφασης) θα πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά κατά την προβολή του σχετικού εκ μέρους του φερόμενου ως δικαιούχου ισχυρισμού, προκειμένου ο τελευταίος να είναι παραδεκτός (ΑΠ 149/2016).
Δυνάμει δε του β.20/20-10-1938 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του αν1366/1938 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 400/Α/25-10-1938 καθορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, μεταξύ άλλων, και ο νομός Σερρών, ενώ με το άρθρο 24 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101/Α/31.7.1990) ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ως παραμεθόριες περιοχές ορίζονται οι τέως επαρχίες ... και Σιντίκης του τέως νομού Σερρών.
Επιπλέον, το άρθρο 6 του Ν. 2664/1998 προβλέπει τη διαδικασία διόρθωσης των ανακριβών πρώτων εγγραφών και ειδικότερα η παρ. 2 με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όταν πρόκειται για ανακρίβεια αναφορικά με τον δικαιούχο εμπραγμάτου δικαιώματος. Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ (για τις παλιές κτηματογραφήσεις), μετέπειτα με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και πλέον για τις νέες κτηματογραφήσεις με απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ" και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 (ΑΠ 148/2016).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 30/1998).
Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ ΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 578ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην με την απόφαση του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.
ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
[Β] Η προσβαλλόμενη 991/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Με την από 09-12-2009 αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι με τις υπ' αριθ. Ε/90288-1956 και Ε/49231/1958 αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας και τις υπ'αριθ. 93/1935 και 74/1957 αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Σερρών παραχωρήθηκε οικογενειακός κλήρος στον Κ. Τ. και στην αδελφή του Θ. Τ. και συγκεκριμένα παραχωρήθηκε σ' αυτούς κατ' ισομοιρία οικοπεδικός κλήρος εμβαδού 469 τ.μ. κείμενος επί των οδών ... στο ... της πόλης των Σερρών, που περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή. Για την παραχώρηση αυτή δεν έχει εκδοθεί σχετικός τίτλος κυριότητος ούτε έχει κυρωθεί η οριστική διανομή κατά την κτηματογράφηση δε της πόλης των Σερρών το ακίνητο αυτό καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ ... /0/0.
Ότι η άνω κληρούχος Θ. Τ. απεβίωσε στις 08-01-1967 και με δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον πατέρα των εναγόντων Ι. Μ. στην κληρονομιά δε αυτής περιλαμβανόταν και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου.
Ότι η άνω κληρούχος από της κατά τα άνω γενομένης παραχωρήσεως μέχρι του επισυμβάντος το έτος 1967 θανάτου της, είχε στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου και ασκούσε επ' αυτού τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές εμφανείς πράξεις νομής μετά το θάνατό της δε η νομή του ακινήτου τούτου περιήλθε με καθολική διαδοχή στον άνω κληρονόμο της, ο οποίο μέχρι το έτος 1992 είχε αυτό στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου και ασκούσε επ' αυτού τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι ο Ι. Μ. με το από 10-12-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε άτυπα στην σύζυγό του και μητέρα των εναγόντων το 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου η τελευταία δε με το από 10/2/2003 συμφωνητικό μεταβίβασε το άνω ακίνητο στους ενάγοντες λόγω γονικής παροχής και η δικαιοπραξία αυτή ως ανώμαλη επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 235/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών και μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι δικαιοπάροχοι τους άμεσοι και απώτεροι έχουν το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου στη φυσική τους εξουσία σ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και ασκούν επ' αυτού τις αναφερόμενες στην αγωγή υλικές εμφανείς πράξεις νομής. Ότι οι εναγόμενοι και η μητέρα τους Α. χήρα Κ.- Β. ισχυρίσθηκαν, πως ο Κ. Τ. μεταβίβασε ολόκληρο το άνω ακίνητο στην άνω σύζυγό του και στους ίδιους κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και κατά ποσοστό 3/16 σε έκαστο των λοιπών συνταγέντος του από 10-05-1975 συμφωνητικού και με σχετική αίτηση τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών ζήτησαν την επικύρωση της ανώμαλης αυτής δικαιοπραξίας.
Ότι ειδικότερα με την υπ' αριθ. 591/2005 απόφαση του άνω Δικαστηρίου επικυρώθηκε η δικαιοπραξία, με την οποία μεταβιβάσθηκε στην μητέρα τους το εκ 4/16 εξ αδιαιρέτου ποσοστό και με την υπ’ αριθ. 592/2005 απόφαση επικυρώθηκε η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάσθηκε στους ίδιους το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό στην συνέχεια δε η Α. χήρα Κ. Β. μεταβίβασε με νόμιμα μετεγγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό στον τέταρτο εναγόμενο.
Ότι το παραπάνω ακίνητο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών ως οικόπεδο με ΚΑΕΚ .../0/0 και στο οικείο κτηματολογικό φύλλο κατά τις πρώτες εγγραφές αναγράφονται εσφαλμένα ως μοναδικοί δικαιούχοι δικαιώματος κυριότητος ολοκλήρου του ακινήτου τούτου οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου οι τρεις πρώτοι και κατά ποσοστό 43,75% ο τέταρτος αυτών.
Ότι η εγγραφή αυτή είναι ανακριβής, γιατί οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος τούτο δε αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Με βάση αυτά τα περιστατικά ζήτησαν οι ενάγοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος και να διορθωθούν σχετικά οι αρχικές εγγραφές στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, ώστε φαίνονται ως δικαιούχοι δικαιώματος κυριότητος αφ' ενός μεν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος αυτών και με τίτλο κτήσεως της κυριότητος την άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών και αφετέρου οι εναγόμενοι με ποσοστό 9,375% εξ αδιαιρέτου οι τρεις πρώτοι και με ποσοστό 21,875% εξ αδιαιρέτου ο τέταρτος αυτών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 54/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους των ηττηθέντων εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ομοίως την απέρριψε ως μη νόμιμη. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
«| Με το περιεχόμενο όμως και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, και πρέπει να απορριφθεί, καθότι οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν έχουν αποκτήσει με κάποιο νόμιμο τρόπο την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου πριν την έναρξη της ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή των Σερρών, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση εκ μέρους αυτών της προκείμενης αγωγής του άρθρου 6 παρ ν. 2664/1998.
Και τούτο γιατί η επίκληση από αυτούς μόνο της υπ' αριθμόν 235/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία επικυρώθηκε η γενομένη με το άνω από 10-02-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό άτυπη μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου του επιδίκου οικοπεδικού κλήρου λόγω γονικής προς τους ενάγοντες, δεν είναι αρκετή για την κτήση εκ μέρους τους της κυριότητος του ακινήτου τούτου.
Ειδικότερα, η εν λόγω επικύρωση θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα απαγορεύσεις, όπως η έλλειψη παραχωρητηρίου, τον περιορισμό της κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής ή την έλλειψη μεταγραφής του παραχωρητηρίου. Πέραν αυτών καμία άλλη ακυρότητα δεν μπορεί να επικυρωθεί όπως οι ακυρότητες της εκ δικαιοπραξίας ανώμαλης μεταβιβάσεως του κλήρου ή κληροτεμαχίου που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, ή άλλες ελλείψεις, όπως είναι η έλλειψη της κυριότητας του μεταβιβάζοντος επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ως εν προκειμένω.
Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στους ενάγοντες μεταβίβασε άτυπα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου λόγω γονικής παροχής η μητέρα τους, η οποία όμως δεν ήταν κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως κυρία του ακινήτου τούτου, αφού και οι δικαιοπάροχοι της δεν ήταν κύριοι αυτού. Και τούτο γιατί αυτοί δεν μπορούσαν να αποκτήσουν την κυριότητα του άνω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας γιατί αυτό δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας δοθέντος ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, μέχρι και την έκδοση της άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου δεν είχε εκδοθεί για την παραχώρηση αυτού σχετικός τίτλος κυριότητος και σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77νδ2185/1952, 1και 16του νδ 1189/1972 στις παραμεθόριες περιοχές, όπως εν προκειμένω ο νομός Σερρών, αποκτάται η κυριότητα των κλήρων από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου και έκτοτε είναι δυνατή η κτήση της κυριότητος επ' αυτού με τα άνω προσόντα από τρίτο.
Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία και αντικαθίσταται, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση ελέγχονται απορριπτέα. Μετά από αυτά πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία|».
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, λόγω έλλειψης κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 193 και 196 του Αγροτικού Κώδικα,77 ΝΔ 2185/1952, 1και 16 του ΝΔ 1189/1972 η μη έκδοση οριστικού τίτλου και μεταγραφής του δεν επάγεται την κυριότητα του επίδικου κλήρου στον δικαιούχο αυτού.
Όμως, εσφαλμένα εφαρμόστηκαν τα άνω άρθρα του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ της 29-10/1949) ως ισχύει τροποποιηθείς από το άρθρο 77 ΝΔ 2185/1952 καθώς και το ΝΔ 1189/1972 στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτά καταργήθηκαν με το άρθρο 37(ζ) και (ι) του ν. 4061/2012 αντίστοιχα, ο οποίος ισχύει από 22-03-2012, δηλαδή πριν την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έλαβε χώρα στις 27-03-2012.
Επομένως, το Εφετείο έπρεπε αντί των άνω καταργηθέντων διατάξεων να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 4061/2012 για την εφαρμογή της οποίας όμως αναγκαία προϋπόθεση είναι η προηγούμενη απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών ότι το δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα επί του επιδίκου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άνω άρθρου το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε ακίνητα, εφόσον ο νομέας του ακινήτου ή ο δικαιοπάροχός του με απόφαση της Επιτροπής Απαλ/σεων, κρίθηκε δικαιούχος οικοπέδου ή κλήρου βάσει των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα και δεν κηρύχθηκε έκπτωτος, δεν εκδόθηκε όμως το σχετικό παραχωρητήριο, για τη συνδρομή δε των άνω προϋποθέσεων της παρ 1 ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Επιτροπή Θεμάτων Γης και Επίλυσης Διαφορών, η οποία μετά από εξέταση των υποβαλλομένων στοιχείων εκδίδει απόφαση για την μη προβολή δικαιωμάτων κυριότητας στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος επικαλείται πράξη παραχώρησης διοικητικού οργάνου Δήμου ή Κοινότητας ή απόφαση της Επιτροπής Απαλ/σεων βάσει της οποίας κρίθηκε δικαιούχος.
Όσον αφορά δε την περίπτωση β της παρ 1του άρθρου22 του άνω νόμου, όπως η υπό κρίση περίπτωση, μετά την έκδοση της απόφασης αυτής εκδίδεται παραχωρητήριο από τον Περιφερειάρχη που μεταγράφεται από τους δικαιούχους (αρθ 21), γεγονός που δεν συμβαίνει όμως, δηλαδή η έκδοση παραχωρητηρίου,αν οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι του δικαιούχου έχουν μεταγράψει συμβολαιογραφική πράξη ή έχουν επικυρώσει ανώμαλη δικαιοπραξία που αφορά το ίδιο ακίνητο σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 18 ν. 1644/1986, του άρθρου 16 ν. 3147/2003,της παρ 9 του άρθρου 3ν3399/2005 και του άρθρου 31 ν. 3968/2008.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠολΔ, καθόσον εφάρμοσε τις καταργηθείσες από 22-03-2012, δηλαδή πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (δημ. 27-3-2012) δυνάμει του ν. 4061/2012 διατάξεις του ΝΔ 1189/1972 και των άρθρων 193 και 196 Αγροτικού Κώδικα ως ισχύει τροποποιηθείς με το άρθρο 77 ΝΔ 2185/1952 αντί του άρθρου 22 του ν. 4061/2012.
Πράγματι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη γιατί οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων δεν ήταν κύριοι του επίδικου ακινήτου αφού σύμφωνα με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς δεν εκδόθηκε παραχωρητήριο ούτε μεταγράφηκε αυτό πλην όμως δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι αυτοί προέβησαν στη διαδικασία του άρθρου 22 του ν 4061/2012,ώστε να εκδοθεί απόφαση που να αναφέρει ότι το δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα στο επίδικο οπότε να εκδοθεί παραχωρητήριο που θα μεταγραφεί κατ’ άρθρο 21 ν. 4061/2012, έτσι ώστε οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων να αποκτήσουν κυριότητα επί του επιδίκου γεγονός που δεν απαιτείται σε περίπτωση που οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι του δικαιούχου έχουν μεταγράψει συμβολαιογραφική πράξη ή απόφαση που επικυρώνει την ανώμαλη δικαιοπραξία που αφορά το ίδιο ακίνητο, οπότε με την μεταγραφή της άνω απόφασης κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1 του άνω νόμου να μετάγεται η κυριότητα του ακινήτου στον δικαιούχο.
Αν δεν ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία κύριος του επίδικου εξακολουθεί να φέρεται το δημόσιο και όχι οι δικαιοπάροχοί των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, τέτοια όμως διαδικασία ούτε επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ότι τόσον οι αρχικοί δικαιοπάροχοί τους όσον και η μητέρα των αναιρεσειόντων που τους μεταβίβασε άτυπα το επίδικο δεν ήταν κύριοι κατά την μεταβίβαση του (επίδικου ακινήτου) έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες κατέληξε σε ορθό διατακτικό.
Επομένως, αντικατασταθέντων των αιτιολογιών κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν οι άνω λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αβάσιμοι αφού ναι μεν οι αιτιολογίες είναι εσφαλμένες και γι' αυτό αντικαθίστανται το δε διατακτικό ορθό.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 1 ΚΠολΔ υποστηρίζοντες ότι το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 15παρ 2 του ΝΔ 3958/1959 και εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 369,1033 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1192 και 1198ΑΚ.
Ο λόγος είναι αβάσιμος αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα επικύρωση ανώμαλης δικαιοπραξίας με απόφαση του Ειρηνοδικείου, νόμιμα μεταγραμμένης, θεραπεύει τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα ακυρότητες και όχι αυτές του ΑΚ όπως η έλλειψη της κυριότητας του μεταβιβάζοντος το ακίνητο ή την έλλειψη νόμιμου τίτλου και μεταγραφής, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση .
Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άριθ1 του άρθρου 559ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του ΑΝ 1366/1938 και ΒΔ 20/20-10-1938 που όριζε ως παραμεθόριο το νομό Σερρών ενώ οι διατάξεις αυτές είχαν καταργηθεί από το άρθρο 31 παρ 1 ν.1892/1990 που όριζε ότι πλέον παραμεθόριος περιοχή είναι μόνο η επαρχία Σιντίκης του νομού Σερρών, επαρχία στην οποία δεν βρίσκεται το επίδικο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής αφού μετά την κατάργηση του Αγροτικού Κώδικα και ΝΔ 1189/1972 από το ν. 4061/2012 και την εφαρμογή του τελευταίου από 22-03-2012 δεν γίνεται κάποια διάκριση μεταξύ παραμεθορίων περιοχών ή όχι.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3ΚΠολΔ) ενώ δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν ελλείψει αιτήματος, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-08-2016 αίτηση αναίρεσης των Ν. Μ. και Χ. Μ. κατά της 991/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ