239/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated239/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 241/2015).
Full text
Απόφαση 239 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Α. Χ. Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Ποϊραζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του ΝΣΚ Αγγελική Βερροπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 8-12-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1820/2016 του παραπάνω Δικαστηρίου και 1672/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-10-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 (ήτοι, τους αναγκαίους ομοδίκους) έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ότι το έχουν ασκήσει και οι ομόδικοί του που αδράνησαν. Στην περίπτωση αυτή της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, πρέπει οι ομόδικοι που δεν άσκησαν το ένδικο μέσο, να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 192/2012).
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 1672/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 1820/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η εν λόγω απόφαση, έγινε δεκτή, αντιμωλία του πρώτου εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσείοντος και ερήμην των λοιπών δώδεκα εφεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία είχε απορριφθεί με την παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση, για την οποία καταβλήθηκε το οικείο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας έχουν κληθεί, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, λόγω της αναγκαστικής, κατά τα κατωτέρω, ομοδικίας μεταξύ των εφεσιβλήτων και οι ανωτέρω, ερημοδικασθέντες στο δεύτερο βαθμό, δώδεκα τελευταίοι εφεσίβλητοι (σχετικές οι εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης Χ. Κ. .../18-10-2019, .../15-10-2019 και .../21-10-2019, Καβάλας Δ. Χ. .../16-10-2019, .../16-10-2019, .../16-10-2019, .../16-10-2019, .../16-10-2019, .../14-10-2019 και .../16-10-2019 και Αθηνών Α. Β. .../25-10-2019 και .../22-10-2019) πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τους εξής λόγους.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β', 309 εδάφ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που είναι τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, κατά το χρόνο, δηλαδή, κατάθεσής της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη δε είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή και δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 503 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι στις ερήμην αποφάσεις του δευτέρου βαθμού, οι γνήσιες προθεσμίες άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και αναίρεσης είναι διαδοχικές και, επομένως, η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού υπόκειται σε αναίρεση μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, εκτός αν ο αναιρεσείων, που ήταν ερήμην στο δεύτερο βαθμό, παραιτηθεί του δικαιώματος άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ακόμη και με το δικόγραφο της αναίρεσης.
Αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 530/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 658/2012). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 παρ. 1 και 321 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε.
Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας και, επομένως, το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του (ΟλΑΠ 15/2001).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 241/2015).
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 764/2009). Εξάλλου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος δικό του δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του νόμου 2664/1998, πρέπει, την αγωγή που ασκεί κατά το άρθρο αυτό, για την αναγνώριση του θιγομένου δικαιώματός του και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, να απευθύνει εναντίον όλων όσων αναγράφονται ως δικαιούχοι στα κτηματολογικά φύλλα και, σε περίπτωση θανάτου τους, κατά των καθολικών διαδόχων τους.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι μεταξύ των κατά τα ανωτέρω νομιμοποιουμένων ως εναγομένων υφίσταται από το νόμο σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για να αποφευχθούν η διάσπαση της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα, στο οποίο έχουν καταχωρηθεί οι ανωτέρω (ΑΠ 774/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης 1672/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, ερήμην των δώδεκα τελευταίων εφεσιβλήτων, ήτοι των Σ. Η., Ε. Π., Σ. Α. Π., Η. Π., Σ. Π., Σ. Π., Σ.
Ι. Π., Σ. Ν., Π. Ν., Π. Ν., Ε. Π. και Γ. Π. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, ήτοι του αναιρεσείοντος - πρώτου εφεσιβλήτου Α. Η. και του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, έφεση του τελευταίου κατά της 1820/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ανωτέρω δεκατριών εφεσιβλήτων, για την αναγνώριση της κυριότητάς του στο αναφερόμενο ακίνητο και τη διόρθωση της οικείας ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, στα οποία έχουν εγγραφεί ως δικαιούχοι, με τις αναφερόμενες διακρίσεις, οι εφεσίβλητοι.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι απολειπόμενοι ανωτέρω δώδεκα τελευταίοι εφεσίβλητοι, λόγω της αναγκαστικής, κατά τα παραπάνω, ομοδικίας τους, με τον παραστάντα πρώτο εφεσίβλητο - αναιρεσείοντα Α. Η., θεωρήθηκαν, ότι αντιπροσωπεύονται από αυτόν και ότι η δίκη διεξάγεται αντιμωλία και τούτων, ενώ δεν ορίσθηκε γι' αυτούς παράβολο ερημοδικίας.
Σύμφωνα, όμως, με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η εν λόγω απόφαση είναι ερήμην ως προς τους εφεσιβλήτους αυτούς και, συνεπώς, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους τους, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτούς, αφού δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους διαδίκους, είτε επίδοση προς αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, είτε παραίτησή τους από το σχετικό δικαίωμα.
Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που πρεκτέθηκε, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2018 αίτηση του Α. Χ. Η., για αναίρεση της 1672/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ