239/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated239/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 663/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. 639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 239 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 239/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταμόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-11-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κωσταρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διάδοχος του "ΕΝΙΑΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ)".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1254/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 639/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 663/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. 639/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1160/2013 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2014 αίτησή της και τους από 25-10-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε τις από 22-4-2016 και 3-2-2017 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, αντίστοιχα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως ως χρόνος συζητήσεως της αναιρέσεως, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, να απορρίπτονται αυτοί κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ Ολομ. 143/1984, 654/1984, ΑΠ 500/2010, 398/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Πρόεδρος του Α2 Τμήματος όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της από 24-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως την 9 Νοεμβρίου 2015, και μετά από διαδοχικές αναβολές αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η αναιρεσείουσα την 25 Οκτωβρίου 2016 κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το με την αυτήν ημερομηνία δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο από την αρχική δικάσιμο για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως Έτσι, έστω και αν η κατάθεση αυτών έγινε τριάντα και πλέον ημέρες πριν από τη δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό των προβληθέντων ισχυρισμών, εφόσον δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση ή την αντένσταση, μολονότι το δικόγραφο των προτάσεων ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική αιτία της ενστάσεως ή της αντενστάσεως είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, ιδρύεται ο παρών λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1014/2010).
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 250 αρ. 5 ΑΚ, οι αξιώσεις εκείνων που ασκούν κατ’ επάγγελμα την παροχή υπηρεσιών για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ, η παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ υπόκειται και η αξίωση για την καταβολή προμήθειας για την παροχή εγγυήσεως ή την έκδοση εγγυητικής επιστολής, που συνιστά αντάλλαγμα (αμοιβή). Στην κατηγορία των προσώπων του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ ανήκει και το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) (ήδη "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), κατά το μέρος που ασκεί κατ’ επάγγελμα την παροχή εγγυήσεων υπέρ των εργοληπτών δημοσίων έργων διά της εκδόσεως εγγυητικών επιστολών και οι αξιώσεις του για την καταβολή προμήθειας υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του παραπάνω άρθρου (ΑΠ 663/2011, 1645/2010).
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 α.ν. 2326/1940 "Περί ΤΣΜΕΔΕ-ΙΔΡΥΣΗ-ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΠΟΡΟΙ" ορίζεται ότι: "Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχομένη μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης διά την αναγκαστικήν είσπραξιν των δημοσίων εσόδων νομοθεσίας, εξαιρουμένου του μέτρου της προσωπικής κρατήσεως, το οποίον δύναται να επιβάλληται μόνον εις περίπτωσιν εισπράξεως αυτής διά των Δημοσίων Ταμείων.
Τίτλον διά την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΜΕΔΕ, καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Διά της επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή.
Το Ταμείον δύναται να επιδιώξη την είσπραξιν των απαιτήσεών του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο οφειλέτης του ΤΣΜΕΔΕ για προμήθειες προς το Ταμείο από τη χορήγηση προς αυτόν εγγυητικών επιστολών, ασκώντας ανακοπή με την οποία επιδιώκει την ακύρωση του τίτλου της αναγκαστικής εισπράξεως των εν λόγω προμηθειών και της ατομικής ειδοποιήσεως προς αυτόν για την είσπραξή τους, προβάλλοντας με σχετικό λόγο της ανακοπής του την ένσταση της πενταετούς παραγραφής των προμηθειών αυτών, για το ορισμένο αυτής, πρέπει να επικαλεσθεί το χρόνο γενέσεως της καθεμιάς αξιώσεως, καθώς και το χρόνο επιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως προς αυτόν για την είσπραξή τους, κατά τον οποίο είχε παρέλθει πενταετία, ο ισχυρισμός δε του καθού η ανακοπή Ταμείου, ότι κατά την επικαλούμενη επίδοση της ατομικής ειδοποιήσεως προς είσπραξη των προμηθειών του από την παραπάνω αιτία δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι τελευταίες ή ορισμένες εξ αυτών για τους ειδικότερα αναφερόμενους στις προτάσεις του λόγους, δεν συνιστά αντένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως παραγραφής που έχει προβάλει με την ανακοπή του ο ανακόπτων, και συνακόλουθα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Εξάλλου, η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια λόγω αοριστίας του ισχυρισμού αυτού είναι αλυσιτελής, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά αντένσταση στην προβληθείσα από τον ανακόπτοντα ένσταση παραγραφής, αλλά αιτιολογημένη άρνηση αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ερευνώντας μετ’ αναίρεση τον περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου Ταμείου λόγο της ανακοπής, που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το καθού η ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητο) ...
εξέδωσε για την ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-1987 έως 26-10-1999 τις ... αναφερόμενες εβδομήντα εννέα (79) εγγυητικές επιστολές για τα έναντι αυτών αναγραφόμενα ποσά. Με βάση ρητό όρο των ως άνω εγγυητικών επιστολών το Ταμείο ... δικαιούται προμήθειας, η οποία χρεώνεται ανά τρίμηνο για όσο διάστημα είναι σε ισχύ η εγγυητική επιστολή, δηλαδή από την ημέρα έκδοσής της μέχρι την επιστροφή της ή την τυχόν κατάπτωσή της.
Η προμήθεια πρέπει να προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε τριμηνίας, αλλιώς οφείλεται αυτοδικαίως και χωρίς όχληση ο νόμιμος τόκος, υπολογιζόμενος από τη στιγμή που έπρεπε να καταβληθεί το ποσό της οφειλόμενης προμήθειας, εκτός αν καταβλήθηκε η οφειλόμενη προμήθεια εντός του πρώτου δεκαημέρου του τριμήνου.
Στον πίνακα (ο οποίος εκτίθεται στο σύνολο του στην προσβαλλόμενη απόφαση) αναγράφεται η προμήθεια που χρεωνόταν ανά τρίμηνο για καθεμιά εγγυητική επιστολή, η οποία (προμήθεια) δεν μεταβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα που ήταν σε ισχύ η αντίστοιχη εγγυητική επιστολή. Κατά τα αναφερόμενα στον ... πίνακα χρονικά διαστήματα η ανακόπτουσα δεν κατέβαλε τις αναγραφόμενες έναντι εκάστης εγγυητικής επιστολής προμήθειες και λόγω της μη πληρωμής αυτών οφείλονται και οι αναγραφόμενοι τόκοι.
Στις 10-11-2004 το καθού κοινοποίησε προς την ανακόπτουσα την υπ’ αριθμ. .../5-11-2004 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση (ανακοπτόμενη), με την οποία την κάλεσε να του καταβάλει το ποσό των 49.155,52 ευρώ από προμήθειες των ως άνω εγγυητικών επιστολών και το ποσό των 25.517,72 ευρώ από τόκους, χαρτόσημο και ΟΓΑ επί του χαρτοσήμου του παραπάνω ποσού, ήτοι συνολικά το ποσό των 74.673,24 ευρώ.
Στη συνέχεια, στις 19-11-2004, το καθού κοινοποίησε προς την ανακόπτουσα την υπ’ αριθμ. ...-10-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, με την οποία βεβαιώθηκε το ως άνω χρέος, με τη βεβαίωση δε αυτή κοινοποιήθηκε και ο ... πίνακας, στον οποίο αναλύεται το ως άνω χρέος". Στη συνέχεια παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο σχετικός πίνακας, στον οποίο αναφέρονται καθεμία από τις … εγγυητικές επιστολές, η ημερομηνία εκδόσεως εκάστης, το ποσόν που αφορούσε (κεφάλαιο), η προμήθεια ανά τριμηνία, το χρονικό διάστημα διατήρησης εκάστης εγγυητικής επιστολής (οφειλή από ...
έως), η προμήθεια του διαστήματος αυτού και οι τόκοι που αναλογούσαν στην τελευταία. Ακολούθως, το Εφετείο δέχεται ότι: "Από τις ως άνω αξιώσεις του καθού για προμήθειες και τόκους αυτών, εκείνες που γεννήθηκαν εντός των ετών 1995 έως 1998 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, όπως η ανακόπτουσα προτείνει, καθόσον από το τέλος των ετών 1995 έως 1998, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις, μέχρι την 10-11-2004, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα η υπ’ αριθμ. .../5-11-2004 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, οπότε και διακόπηκε η παραγραφή, ...
παρήλθαν πέντε και πλέον έτη. Αντίθετα, δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή οι προμήθειες που γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές μέχρι τις 10-11-2004, που ... διακόπηκε η παραγραφή. Οι προμήθειες αυτές και οι τόκοι των εν λόγω προμηθειών των επίδικων εγγυητικών επιστολών ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 27.527,30 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 20.447,58 ευρώ για τις προμήθειες που γεννήθηκαν από 1-1-1999 μέχρι την ημερομηνία λήξης ή παράδοσης κάθε εγγυητικής επιστολής, που φαίνεται στη στήλη "οφειλή έως" του πίνακα, και 7.079,72 ευρώ για τόκους προμηθειών της τελευταίας πενταετίας. ...
Συνακόλουθα το καθού δικαιούται να αξιώσει από την ανακόπτουσα για προμήθειες των ... εγγυητικών επιστολών και για νόμιμους τόκους το ποσό των 27.527,30 ευρώ και όχι το ποσό των 7.879,74 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν έλαβε υπόψη ότι οι προμήθειες για την έκδοση εγγυητικών επιστολών αποτελούν αυτοτελές αντάλλαγμα για την εν λόγω εργασία και χρεώνονται αυτοτελώς ανά τρίμηνο, όπως αναγραφόταν ρητά στις προτάσεις του καθού και προέκυπτε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.
Ειδικότερα, από την επίδικη βεβαίωση οφειλής προέκυπτε το ποσό της ανά τρίμηνο προμήθειας και το διάστημα οφειλής των προμηθειών, ήταν δε ευχερές με μαθηματικούς υπολογισμούς να προκύψει το ύψος χρεώσεως των προμηθειών και η χρονική περίοδος χρεώσεώς τους". Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την έφεση του καθού και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε εν μέρει την υπ’ αριθμ. ...-10-2004 απόφαση του ΤΣΜΕΔΕ και την υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../5-11-2004 ατομική ειδοποίηση του ίδιου προς τον ανακόπτοντα, και συγκεκριμένα κατά το ποσό των (76.673,24 - 27.527,30) 47.145,94 ευρώ.
Με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους, αντίστοιχα, της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι: α) με το να δεχθεί ότι με ρητό όρο των εγγυητικών επιστολών το αναιρεσίβλητο Ταμείο δικαιούται προμήθειας η οποία χρεώνεται ανά τρίμηνο για όλο το διάστημα ισχύος της εγγυητικής επιστολής και η οποία πρέπει να προκαταβάλλεται, αλλιώς οφείλονται τόκοι, μειώνοντας κατόπιν τούτου το συνολικό ποσό των παραγεγραμμένων απαιτήσεων από προμήθειες, έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως βάσιμη σχετική αντένσταση, αυτοτελή δηλαδή ισχυρισμό που πρότεινε το αναιρεσίβλητο Ταμείο απαραδέκτως για πρώτη φορά στην μετ’ αναίρεση δίκη ενώπιον του Εφετείου, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι η προμήθεια εγγυητικής επιστολής χρεώνεται ανά τριμηνία καθ’ όλη τη διάρκειά της, ότι η παραγραφή εκκινεί από το τέλος του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου αυτή χρεώθηκε και ότι διακόπτεται αυτή με την επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως, χωρίς ωστόσο τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός - αντένσταση να έχει υποβληθεί κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω προταθέντα από το αναιρεσίβλητο και δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούσαν αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (αντένσταση), αλλά άρνηση των επικαλούμενων με την ανακοπή πραγματικών περιστατικών που εξέθετε στο δικόγραφο της ανακοπής η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του λόγου της ανακοπής για παραγραφή των αξιώσεων του καθού, καθώς και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, τα οποία όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό - αντένσταση του αναιρεσίβλητου, που προτάθηκε για πρώτη φορά στη μετ’ αναίρεση δίκη ενώπιον του Εφετείου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και σε κάθε περίπτωση, υπό την εκδοχή ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με τον πέμπτο λόγο εφέσεως του καθού η ανακοπή - αναιρεσίβλητου, το Εφετείο υπέπεσε στην αυτή αναιρετική πλημμέλεια, με το να μην κηρύξει αυτόν απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αφού τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και με το σχετικό λόγο εφέσεως δεν προσδιόριζε το ακριβές ύφος των τριμηνιαίων προμηθειών, σε σχέση με καθεμία εγγυητική επιστολή, που κατέστησαν απαιτητές καθ’ έκαστο ημερολογιακό έτος ισχύος της εγγυητικής επιστολής, καθώς και το ύψος των τόκων υπερημερίας, που πηγάζουν από κάθε τριμηνιαία προμήθεια.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής ως προς αμφότερα τα μέρη του, καθόσον, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά, που πρότεινε το καθού η ανακοπή και έγιναν δεκτά από το Εφετείο, δεν συνιστούσαν αυτοτελή ισχυρισμό (αντένσταση), αλλά αιτιολογημένη άρνηση των επικαλουμένων με την ανακοπή πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση του λόγου ανακοπής για παραγραφή των αξιώσεων του καθού, καθώς και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, ώστε δεν ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού και ορισμένου του επικαλούμενου "αυτοτελούς ισχυρισμού", αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από το αναιρεσίβλητο, ώστε να καθίσταται αναγκαία η έρευνά του ως προς το παραδεκτό και ορισμένο αυτού.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής από την αναιρετική απόφαση αφορά στα κριθέντα νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, ενώ, αντιθέτως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της εκκαλούμενης αποφάσεως. Όταν, δηλαδή, με την αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω εφαρμογής διατάξεως που δεν ήταν εφαρμοστέα ή λόγω μη εφαρμογής διατάξεως που ήταν εφαρμοστέα (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο της παραπομπής, εφαρμόζοντας την κριθείσα ως εφαρμοστέα νομική διάταξη, εκτιμά, χωρίς να δεσμεύεται, τα πραγματικά περιστατικά προς επίλυση της διαφοράς εντός των πλαισίων της ασκηθείσης εφέσεως, οπότε και δεν θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, έστω και αν το δικαστήριο της παραπομπής παρεξέκλινε ως προς την κρίση του Αρείου Πάγου σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η οποία είναι, άλλωστε, και ανέλεγκτη (ΑΠ 137/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 663/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού έγινε δεκτό ότι η καταβολή προμήθειας γενικά για την έκδοση εγγυητικών επιστολών συνιστά ανταποδοτικό αντάλλαγμα (αμοιβή) και ότι η αξίωση για την καταβολή αυτής (αμοιβής) υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ, δέχθηκε ακολούθως ότι το Εφετείο, το οποίο με την 639/2009 προσβαλλόμενη απόφασή του είχε δεχθεί ότι η αξίωση του καθού η ανακοπή Ταμείου για προμήθεια από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές υπάγεται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 44 παρ. 2 εδ.
γ ν.δ. 2496/1974, παραβίασε την τελευταία αυτή διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα, όσον αφορά στις υπ’ αριθμ. … εγγυητικές επιστολές (ως προς την υπ’ αριθμ. … εγγυητική επιστολή είχε γίνει ήδη δεκτό με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι κατ7 εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή οι αξιώσεις του καθού από προμήθειες και τόκους), κατά παραδοχή δε ως βάσιμου του σχετικού λόγου αναιρέσεως της ανακόπτουσας αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που, κατ’ αποδοχή της εφέσεως του τότε αναιρεσίβλητου (καθού η ανακοπή), είχε εξαφανίσει την 1254/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε απορρίψει την ανακοπή της τότε αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας) ως προς τις εγγυητικές επιστολές με αρ. ...
και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συνεπώς, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο, ερευνώντας τον περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 250 αρ. 5 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 251 και 253 του αυτού Κώδικα, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, ότι από τις αξιώσεις του καθού για προμήθειες και τόκους αυτών, εκείνες που γεννήθηκαν εντός των ετών 1995 έως 1998 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, όπως η ανακόπτουσα προτείνει, καθόσον από το τέλος των ετών 1995 έως 1998, κατά τα οποία γεννήθηκαν οι αξιώσεις, μέχρι στις 10-11-2004, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα η υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../5-11-2004 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, οπότε διακόπηκε η παραγραφή κατ’ άρθρο 7 παρ. 4 α.ν. 2326/1940 "Περί ΤΣΜΕΔΕ - ΙΔΡΥΣΗ - ΟΡΓΑΝΩΣΗ - ΠΟΡΟΙ", παρήλθαν πέντε και πλέον έτη, ενώ δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή οι αξιώσεις για προμήθειες και τόκους αυτών που γεννήθηκαν από 1-1-1999 και εντεύθεν, καθόσον γι’ αυτές δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές έως την 10-11-2004, που, κατά τα ανωτέρω, διακόπηκε η παραγραφή, και οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 27.527,30 ευρώ, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο δεν απέστη από τη δεσμευτικότητα της ως άνω αναιρετικής αποφάσεως.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τους από 25 Οκτωβρίου 2016 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1160/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ