239/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 239 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated239/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 239 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 239 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 239/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Δ. του Ζ., ως οριστικού κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς του Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά, 2.α)Α. (Κ.) χήρας Χ. Δ., β)Ι. Χ. Δ., γ)Ε. Χ. Δ., ως καθολικών διαδόχων του αρχικώς εναγομένου Χ. Δ. κατοίκων ..., 3.Ν. Ε. Δ., 4.Γ. Η. Π., 5. α)Ε. χήρας Ι. Π., β)Ε. Κ., γ)Α. Κ., δ)Χ. Δ.. Κ., ε)Ζ. Δ. Κ. (ως ειδικών διαδόχων των αρχικώς εναγομένων Ε. και Η. Ι. Π.), κατοίκου ..., δ.Σ. Θ., συζύγου Σ. Σ., κατοίκου .... 7.Ε. Π. Κ., κατοίκου ..., 8.α)1 Μ. Σ. και β)Χ. Μ. Σ., ως ειδικών διαδόχων του αρχικώς εναγομένου Μ. Σ., κατοίκων ..., 9.Α. Ν. Μ., 10.Σ. χας Ι. Α., 11.Δ. Ι. Α., 12.Π. Ι. Α., κατοίκων ..., 13.Δ. Η. Κ., κατοίκου ..., 14.Α. συζ. Σ. Γ., 15.Π. συζ. Δ. Δ., 16.Μ.-Φ. θυγ. Δ. Π., 17.Κ. θυγ. Δ. Π., 18.Γ. Σ. του Ν., 19.Λ. συζ. Γ. Σ., 20.Π. θυγ. Γ. Σ., 21.Λ. θυγ. Γ. Σ., κατοίκων ..., 22.Π. Κ. του Π., 23.Α. συζ. Π. Κ., κατοίκων ... και 24.Β. Ζ., κατοίκου .... Ο 1ος, 19η παραστάθηκαν μετά, οι 2α,2β, 4ος, 6ος, 8α 8β, 9ος 11ος, έως και 17ος, 22ος και 23ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Σανιδά. Οι 2γ, 5α,έως και 5ε,7ος 10η 24η δεν παραστάθηκαν. Ο 3ος απεβίωσε στις 27-6-2016, όπως προκύπτει από την από 27-6-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου Ληξιαρχείου ... που προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Α. Σ. και κληρονομήθηκε από τους α. Γ. Δ. του Ε. Π.,β. Β. Δ. του Ν., γ. Α. Δ. του Ν., δ. Ε. Δ. του Ν., οι οποίες συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Ως προς τον 18ο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Α. Σ. δήλωσε παραίτηση από το δικόγραφο. Οι 20η και 21η παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αθανασίου Σανιδά και Α. Ανθίμου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Θ. Π., 2.Γ. Ο. Γ. Κ., κατοίκων ..., 3.Α. χας Γ. Π., 4.Β. Γ. Π., 5.Δ. Γ. Π., 6.Α. Γ. Π.. ..., 7.Δ. Ε. Β., κατοίκου ..., 8. Ε. (Ν.) συζ. Π. Β., το γένος Π. Μ. κατοίκου ... υπό την ιδιότητα της α) ως μοναδικής κληρονόμου εξ αδιαθέτου της μητέρας της Ά. συζ. Π. Μ. και β)ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής διαδίκου θεία της Π. συζ. Ι. Ι., 9. Π. Κ. Κ., κατοίκου ... και 10.Σ. Γ. Κ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος 3η 6η 7η 9ος παραστάθηκαν μετά, οι 4ος 5ος 8η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Στέφανου Φουρτουνίδη. Ο 10ος δεν παραστάθηκε.
Β. Του αναιρεσείοντος: του ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." με έδρα την Άμφισσα, νομίμως εκπροσωπουμένου, ως καθολικού διαδόχου του νπδδ ΟΤΑ με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ..., το οποίο απορροφήθηκε ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του με τον "Καλλικράτη" ν. 3852/2010 από τον ΔΗΜΟ ..., λόγω συγχώνευσης και εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ευστάθιο Δελμούζο και Ιωάννη Κτιστάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Θ. Π., 2.Γ. Ο. Γ. Κ., κατοίκων ..., 3.Α. χας Γ. Π., 4.Β. Γ. Π., 5.Δ. Γ. Π., 6.Α. Γ. Π.. ..., 7.Δ. Ε. Β., κατοίκου ..., 8. Ε. (Ν.) συζ. Π. Β., το γένος Π. Μ. κατοίκου ... υπό την ιδιότητα της α) ως μοναδικής κληρονόμου εξ αδιαθέτου της μητέρας της Ά. συζ. Π. Μ. και β)ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικής διαδίκου θεία της Π. συζ. Ι. Ι., 9. Π. Κ. Κ., κατοίκου ... και 10.Σ. Γ. Κ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος 3η 6η 7η 9ος παραστάθηκαν μετά, οι 4ος 5ος 8η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Στέφανου Φουρτουνίδη. Ο 10ος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 21-11-2007 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος, την από 19-2-2008 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 174/2014 του Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 1-7-2015 αίτησή τους και τους από 20-1-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και ο υπό στοιχείο Β. αναιρεσείων με την από 13-7-2015 αίτησή του και τους από 26-1-2016 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε τις από 15-1-2016 και 16-2-2016 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε να συνεκδικασθούν και να απορριφθούν οι από 1-7-2015 και από 13-7-2015 αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών αντίστοιχα.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτημάτων τους, την απόρριψη των αιτημάτων των αντιδίκων, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η από 1-7-2015 και με αριθμό πραξ. καταθ. ...13.7.2015 αναίρεση των Ε. Δ. του Ζ., Α. (Κ.) χας Χ. Δ. κλπ κατά των Γ. Θ. Π., Γ. Ο. Γ. Κ. κλπ. και η από 13.7.2015 και με αριθμ. πραξ. καταθ. ...17.7.2015 αίτηση του ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." κατά των Γ. Θ. Π., Γ. Ο. Γ. Κ. κλπ, στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, ήτοι της υπ’ αριθμ. 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, ασκούνται δε από τους συμμετασχόντες ως εφεσίβλητοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή και στρέφεται κατά των εκκαλούντων της εν λόγω δίκης, λόγω δε της προφανούς τους συνάφειας πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρ. 246 ΚΠολΔικ.). Με τις αναιρέσεις αυτές θα συνεκδικασθούν και οι από 20.1.2016 και 26.1.2016 πρόσθετοι λόγοι, αντίστοιχα, των αναιρέσεων αυτών. Η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 76/2008 αποφάσεως του Πρωτοδικείου ‘ Αμφισσας, με την οποία συνεκδικάστηκαν η από 10.9.2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος της δεύτερης από τις παραπάνω αναιρέσεις, ήτοι του Δήμου ..., περί αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, ένεκα ρυμοτομίας και η από 21.11.2007 αγωγή του Δήμου κατά των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του επί του επιδίκου και περί κοινοχρησίας του και η από 10.2.2008 πρόσθετη υπέρ του Δήμου παρέμβαση των λοιπών (πλην του Δήμου) εναγομένων της πρώτης αγωγής. Η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε την αγωγή του Δήμου και την υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, των οποίων εν συνεχεία η έφεση έγινε δεκτή και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, υπ’ αριθμ. 174/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του Δήμου και την υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση. Επειδή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ο δικηγόρος ‘ Αμφισσας Α. Σ. δήλωσε παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως του 18ου αναιρεσείοντος της πρώτης αναιρέσεως, ήτοι του Γ. Σ. του Ν., χωρίς όμως να αποδεικνύει με την προσκομιδή οικείου πληρεξουσίου (άρθρ. 98 παρ. 2 ΚΠολΔικ) ότι έχει ειδική προς τούτο εντολή. Επομένως η παραίτηση αυτή ως μη γενομένη νομοτύπως (άρθρα 294, 296 και 297 του ΚΠολΔικ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση) δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της και η συζήτηση ως προς τον εν λόγω 18ο αναιρεσείοντα, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ποιος είναι ο επισπεύδων την συζήτηση και συνακόλουθα αν αυτός έχει κλητευθεί, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. Ο ίδιος δικηγόρος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο γνωστοποίησε ότι ο τρίτος αναιρεσείων της ίδιας πρώτης αναιρέσεως Ν. Ε. Δ. απεβίωσε στις 27.6.2016 (ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης) και μάλιστα προσκόμισε και την υπό ιδία ημερομηνία ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ... και δήλωσε ότι η δίκη συνεχίζεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Γ. Δ.-Π. και τα παιδιά του Β., Α. και Ε.. Πλην όμως από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω δικηγόρος νομιμοποιείται με σχετική πληρεξουσιότητα να γνωστοποιήσει τον θάνατο αυτό και να συνεχίσει στο όνομα των κληρονόμων τη δίκη, χωρίς τη μεσολάβηση βίαιης διακοπής (άρθρ. 287 παρ. 2 και 290 ΚΠολΔικ). Ειδικότερα δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω δικηγόρος μέχρι της επελεύσεως του λόγου της διακοπής (27.6.2016) ήταν δικηγόρος του αποβιώσαντα ώστε να νομιμοποιείται σε γνωστοποίηση του θανάτου του, καθόσον ο τελευταίος στο Εφετείο είχε εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο ‘ Αμφισσας Ν. Ε. (βλ. προσβαλλομένη), ενώ για την άσκηση της αναιρέσεως δεν προκύπτει η χορήγηση πληρεξουσίου. Εφόσον όμως η χωρήσασα γνωστοποίηση δεν είναι έγκυρη, η δίκη συνεχίζεται κανονικά και στο όνομα του εν λόγω διαδίκου και η συζήτηση, όπως και για τον 18ο αναιρεσείοντα θα κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση και αν ο διάδικος αυτός (3ος αναιρεσείων) έχει κλητευθεί. Για τον ίδιο λόγο θα κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη και για τους απολιπομένους αναιρεσείοντες, ήτοι τους υπό στοιχ. 2γ (Ε. Χ. Δ.), 5α (Ε. χα Ι. Π.), 5β (Ε. Κ., 5γ (Α. Κ.), 5δ) (Χ. Δ. Κ.), 5ε) Ζ. Δ. Κ.), 7) (Ε. Π. Κ.), 10 (Σ. χα Ι. Α.) και 24 (Β. Ζ.) καθώς και για τους μη παραστάντες νομίμως αναιρεσείοντες υπό στοιχ. 8α (Ι. Μ. Σ.), 14 (Α. συζ. Σ. Γ.) και 15 (Π. συζ. Δ. Δ.), οι οποίοι δεν προσκομίζουν πληρεξούσιο του δικηγόρου που τους εκπροσώπησε στο ακροατήριο, ενώ για τον απολιπόμενο 10ο αναιρεσίβλητο Σ. Γ. Κ., η συζήτηση είναι ως προς αυτόν και τους παρισταμένους αναιρεσείοντες απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο, ενώ ως προς τους λοιπούς ήτοι τους απολιπομένους και τους μη προσηκόντως παρισταμένους και αυτόν η συζήτηση πρέπει να ματαιωθεί. Για τους διαδίκους ως προς τους οποίους η συζήτηση είναι απαράδεκτη η δίκη θα χωρισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔικ, αφού αυτοί συνδέονται τόσο μεταξύ τους, όσο και με τους παρισταμένους με απλή ομοδικία, αφού η ένδικη υπόθεση αφορά σε δίκη αποζημιώσεως, αναγνωρίσεως κυριότητας και κοινοχρησίας και θα προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παρισταμένους νομίμως διαδίκους. Ενώ τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες περί κλήσεως των μη ασκησάντων αναίρεση ομοδίκων ή περί αναβολής ώστε να συμμετάσχουν στη δίκη οι υπεισελθόντες στη θέση του τρίτου αναιρεσείοντα κληρονόμοι του δεν ισχύουν επί απλής ομοδικίας. (άρθρ. 76 και 288 ΚΠολΔικ). ‘ Οσον αφορά τη δεύτερη αναίρεση (του Δήμου ...) από την υπ’ αριθμ. .../25.7.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Λαμίας Δ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης, μαζί με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 2.11.2016, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα Δήμο προς τον δέκατο αναιρεσίβλητο Σ. Γ. Κ.. Εφόσον όμως αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Επειδή προσκομίζεται η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 58 παρ. 1 εδ. α και 72 παρ. 1 εδ.γ του Ν. 3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης" άδεια της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντα Δήμου ... με αριθμό 264/10.7.2015, με την οποία παρέχεται η άδεια στον Δήμαρχο για άσκηση της ένδικης αναίρεσης και την πρόσληψη δικηγόρου, καθώς και η υπ’ αριθμ. 31/22.1.2016 άδεια της ίδιας Επιτροπής για την άσκηση προσθέτων λόγων. Οι παραπάνω διατάξεις, κατά το άρθρο 286 του νόμου αυτού (3852/2010), ισχύουν από 1.1.2011 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 του Εισ.Ν ΚΠολΔικ, ως ισχύουσες κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (27.10.2014). Ενόψει τούτων η δεύτερη συνεκδικαζομένη αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ). Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Για το παραδεκτό όμως της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, προθεσμία. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔικ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου και των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι από 20.1.2016 και 26.1.2016 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, των από 1.7.2015 και 13.7.2015, αντίστοιχα, συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, έχουν ασκηθεί (κατατεθεί) στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 1.2.2016 και 2.2.2016, αντίστοιχα, (αριθμ. πράξεως καταθ. …/1.2.2016 και …/2.2.2016, αντίστοιχα), ήτοι μία και δύο ημέρες, αντίστοιχα, πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3.2.2016 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 2.11.2016 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ήτοι κατατέθηκαν χωρίς την τήρηση της αναφερομένης στη νομική σκέψη 30ήμερης, πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, προθεσμίας και ενόψει τούτου πρέπει λόγω μη τηρήσεως της απαιτουμένης προδικασίας να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ενώ η επίδοση των από 26.1.2016 προσθέτων λόγων της δεύτερης αναίρεσης δεν έχει καμμιά έννομη επιρροή, αφού έχει γίνει σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικά ορισθείσας δικασίμου. Επειδή κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. α και β του ΚΠολΔικ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 του ίδιου κώδικα" για τον περιορισμό του εμμάρτυρου μέσου απόδειξης και τις εξαιρέσεις αυτού. Ως "μη πληρούντα τους όρους του νόμου" αποδεικτικά μέσα, νοούνται τα υποστατά μεν, πλην όμως ελαττωματικά και γι’ αυτό άκυρα. Ενόψει τούτων λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, κάθε είδους έγγραφα, όπως αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, αχαρτοσήμαντα ή μη νόμιμα χαρτοσημασμένα, ανεπικύρωτες φωτοτυπίες. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (Ολ ΑΠ 15/2003). Περαιτέρω κατά το άρθρο 455 του ίδιου κώδικα τα δημόσια έγγραφα θεωρούνται γνήσια και επιτρέπεται μόνο να προσβληθούν ως πλαστά. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 457 παρ. 2 και 3, 460, 461 και 463 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, καθόσον η αμφισβήτηση της γνησιότητας συνιστά άρνηση. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλουμένου την πλαστότητα, επιβαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔικ 463). Η αμφισβήτηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου, καθώς και η προσβολή του ως πλαστού, χωρίς να αποδίδεται η πλαστότητα σε ορισμένο πρόσωπο, πρέπει να γίνει κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίζεται, με προσθήκη στις προτάσεις, επιβάλλεται δε να είναι ρητή, σαφής και ειδική, τυχόν δε αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη συζήτηση όπως π.χ. το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ. Αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, η μη γνησιότητά του ή η πλαστότητα του περιεχομένου του, τούτο, κατά το μη γνήσιο ή πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει τη γνησιότητα ή πλαστότητά του περιεχομένου του λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ (και όχι του αριθμού 1 όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον η παραβίαση αυτή αφορά σε δικονομικού δικαίου διάταξη) αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και ταυτόσημο λόγο και των δύο συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για την απόδειξη και ανταπόδειξη των προσδιοριζομένων ζητημάτων των ενδίκων αγωγών, έλαβε υπόψη τα επακριβώς προσδιοριζόμενα και αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα, που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους, τα οποία ως προσκομισθέντα σε αντίγραφα και όχι κατά το πρωτότυπό τους ήταν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, ενώ προσέτι η γνησιότητά τους είχε αμφισβητηθεί από τους αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός όσον αφορά την δεύτερη από τις παραπάνω αναιρέσεις, ήτοι του Δήμου κατά το πρώτο του σκέλος είναι αβάσιμος, καθόσον κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β του ΚΠολΔικ και όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως των ενδίκων αγωγών (8.5.2008), μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 του Ν.2915/2001, τα προσκομιζόμενα σε αντίγραφα, ακόμη και ανεπικύρωτα ή σε φωτοτυπία έγγραφα, είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, ενώ η αμφισβήτηση από τον αναιρεσείοντα Δήμο της γνησιότητας όλων συλλήβδην των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους, η οποία έγινε εμπρόθεσμα με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) και επαναλήφθηκε στο Εφετείο, δεν καλύπτει όσον αφορά τα επικαλούμενα ιδιωτικά έγγραφα τις προϋποθέσεις του νόμου για ρητή, σαφή και ειδική αμφισβήτηση, ενώ όσον αφορά τα δημόσια, η ανατροπή του τεκμηρίου της γνησιότητάς τους, θα έπρεπε να γίνει με την προσβολή τους ως πλαστών. Ενόψει τούτου ο οικείος ισχυρισμός, ως αλυσιτελής, δεν έτυχε απαντήσεως από το, κατά τούτο, επικυρώσαν την πρωτόδικη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μη στοιχειοθετουμένου από την παράλειψη αυτή, λόγου αναιρέσεως, αφού το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε αλυσιτελείς και απαραδέκτους ισχυρισμούς (Ολ. ΑΠ 14/2004), νόμιμα δε τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα θεωρήθηκαν ως μη αμφισβητηθέντα κατά τη γνησιότητά τους και λήφθηκαν υπόψη. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της δεύτερης από τις παραπάνω αναιρέσεις πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι ίδιες αιτιάσεις, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ως αφορώσες σε παράβαση δικονομικών διατάξεων δεν στοιχειοθετούν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Περαιτέρω, ο ταυτόσημος αναιρετικός λόγος, της πρώτης από τις παραπάνω συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον για την υποβολή του αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο της από 26.2.2006 προσθήκης των πρωτόδικων (από 20.2.2008) προτάσεών τους, όσο και των από 10.3.2014 προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου, αλλά και των πρωτόδικων από 21.2.2008 και των από 5.10.2009 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου της υπό στοιχ. β αναιρεσείουσας, δεν υπέβαλαν πρωτόδικα, ούτε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου τους επικαλούμενους περί απαραδέκτου των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων ισχυρισμούς. Ενόψει τούτων πρέπει ο πρώτος λόγος και των δύο αναιρέσεων να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η γενική παραπομπή στο όλο κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη συζήτηση (πχ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) στις προτάσεις μεταγενέστερης συζήτησης της υπόθεσης (πχ στο Εφετείο), χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών. Η "συρραφή" και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που περιέχουν τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς δεν καλύπτει τους όρους της παρούσας διατάξεως (Ολ. ΑΠ 23/2008). Εξάλλου η ρύθμιση που επιβάλλεται με την εν λόγω διάταξη, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι εκείνους που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Δήμος προς απόκρουση της από 10.9.2007 (συνεκδικασθείσας με την από 21.11.2007 αγωγή του) αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του, λόγω αποζημιώσεως ένεκα αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου τους λόγω ρυμοτομίας, υπέβαλε με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης επικουρικά την από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του κατατεθέντος σε δίκη από τους αναιρεσίβλητους, δικαιώματος. Λόγω αποδοχής με την πρωτόδικη απόφαση της με την παραπάνω αγωγή συνεκδικασθείσας αγωγής του αναιρεσείοντος Δήμου περί κυριότητάς του στο ίδιο ένδικο ακίνητο και περί κοινοχρησίας του, η ένσταση αυτή, ως επικουρική δεν ερευνήθηκε. Ο αναιρεσείων ως εφεσίβλητος κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη επί της από 8.4.2009 (αρ. πραξ. κατ. 25/8.4.2009) εναντίον του (και των λοιπών ομοδίκων του) εφέσεως, επανέφερε τους από αυτόν υποβληθέντες πρωτόδικα ισχυρισμούς και συνακόλουθα την προαναφερθείσα από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση με τις επί της εφέσεως αυτής κατατεθείσες από 10.3.2014 προτάσεις του. Πλην όμως η επαναφορά αυτή δεν έγινε με τον οριζόμενο στη αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔικ τρόπο. Ειδικότερα αναφέρεται στις προτάσεις αυτές "Με τις παρούσες προτάσεις επαναφέρω παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου τις προτάσεις μου ενώπιον του πρωτοβαθμίως δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου ‘ Αμφισσας....... τις οποίες με τις ενστάσεις, ισχυρισμούς και πραγματικά περιστατικά που αναφέρουν ενσωματώνω στις παρούσες, κατατιθέμενες ενώπιον του Δικαστηρίου σας (Εφετείου) προτάσεις μου, τις οποίες θεωρώ ένα σώμα προς αυτές, τις επικαλούμαι λέξη προς λέξη έχουν, δε, ως αναφέρονται συνημμένες στο τέλος των παρουσών προτάσεών μου (λόγω του όγκου των)". Εφόσον όμως η επαναφορά των πρωτόδικων ισχυρισμών και συνακόλουθα της επίμαχης ενστάσεως δεν έγινε νομότυπα, αυτή (ένσταση) θεωρείται, ως μη υποβληθείσα και συνακόλουθα η μη έρευνά της, δεν ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο (Ολ. ΑΠ 14/2004). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο της δεύτερης αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά τις οποίες το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον με ανεπαρκείς, ελλειπείς, ως προς την πλήρωση του πραγματικού του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την οικεία ένστασή του με τις ακόλουθες παραδοχές "Σε κάθε περίπτωση και αν η κοινή χρήση του επιδίκου (μετά το 1927) ήταν μακροχρόνια, αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά των εναγόντων, δυνάμει του άρθρου 281 ΑΚ, έτσι ώστε να επιτευχθεί εμμέσως ο χαρακτηρισμός του ως κοινοχρήστου και να μην μπορούν οι ιδιοκτήτες του να ασκήσουν το από την κυριότητα απορρέον δικαίωμά τους, γιατί αυτή (η κοινή χρήση) δεν έγινε, όπως αναφέρθηκε, με τη βούληση των ιδιοκτητών ή την ανοχή τους και δεν αφέθηκε από αυτούς για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη πλατεία ή οδός, στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια που εκτέθηκε". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προαναφερθείσα αιτιολογία αφορά στην απόρριψη της υποβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως καταχρήσεως, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση αυτή, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα λόγω της μη νόμιμης επαναφοράς της θεωρείται μη ασκηθείσα. Η επίμαχη αιτιολογία, είναι επάλληλη και πλεοναστική, αναφορικά με τις αιτιολογίες της απόφασης που απορρίπτουν τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Δήμου περί κοινοχρησίας του επιδίκου, ένεκα της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του ΒΡΔ. Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ώστε το επίδικο να χαρακτηρισθεί κοινόχρηστο και σε κάθε περίπτωση ούτε έμμεσα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, μπορεί να επιτευχθεί ο χαρακτηρισμός αυτός. Η επάλληλη όμως αυτή αιτιολογία, ως πλεοναστική δεν στηρίζει αυτοτελώς την περί μη κοινοχρησίας κρίση του δικαστηρίου, δεν δημιουργεί δεδικασμένο ούτε υπόκειται σε αναίρεση. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις πρέπει να απορριφθεί. ‘ Οσον αφορά τον ταυτόσημο δεύτερο λόγο της πρώτης από τις εν λόγω αναιρέσεις, οι αναιρεσείοντες με τις από 20.2.2008 και η υπό στοιχ. 8β αναιρεσείουσα (Χ. Μ. Σ.) με τις από 21.2.2008 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους υπέβαλαν την ίδια από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασή τους, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα ως επικουρική και ενόψει της αποδοχής της αγωγής του Δήμου δεν ερευνήθηκε. Με τις από 10.3.2014 ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες επαναφέρουν όλους τους από τους υποβληθέντες πρωτόδικα ισχυρισμούς στους οποίους περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα ένσταση με ενιαία παραπομπή στις κατατεθείσες πρωτόδικα προτάσεις, ενώ η υπό στοιχ. 8β αναιρεσείουσα στις από 5.10.2009 προτάσεις της, που υπέβαλε για τη δικάσιμο της 10.11.2009, μετά την οποία εκδόθηκε η παρεμπίπτουσα υπ’ αριθμ. 180/2010 απόφαση του Εφετείου περί διεξαγωγής πραγ/νης, συρράφει και τις προαναφερθείσες πρωτόδικες προτάσεις της. ‘ Ητοι νόμιμη επαναφορά της ενστάσεως αυτής στο Εφετείο δεν έγινε από κανένα των αναιρεσειόντων και γιαυτό θεωρήθηκε από το Εφετείο ως μη υποβληθείσα. Ενόψει τούτων και για το λόγο αυτό της πρώτης συνεκδικαζομένης αναίρεσης ισχύουν τα όσα προεκτέθηκαν για τον ταυτόσημο λόγο της δεύτερης αναιρέσεως. Πρέπει λοιπόν ο δεύτερος λόγος και των δύο αναιρέσεων να απορριφθεί. Επειδή με τα άρθρα 10 παρ. 1-3 του Ν.2882/2001, 10 του προϊσχύσαντος από 1.2.1971 και 39 παρ. 1-2 του ακόμη προγενέστερου ΑΝ 1731/1939 (όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ της 29/30.4.1953) ορίστηκε, για τα αντίστοιχα χρονικά όρια ισχύος των νόμων αυτών, βραχυχρόνια παραγραφή για την αξίωση του δικαιούχου αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτου προς είσπραξη αυτής, μετά το δικαστικό καθορισμό της και τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της γενόμενης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων καταθέσεως της προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημιώσεως, ενώ παράλληλα ορίστηκε ότι το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται σε παραγραφή. Με βάση τις προηγούμενες διατάξεις γίνεται δεκτό ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, υπό την ισχύ οιουδήποτε των παραπάνω νόμων, το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου για το δικαστικό προσδιορισμό της οφειλόμενης αποζημιώσεως, υπόκειται πλέον, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Η παραγραφή αυτή, προκειμένου περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, προς εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, αρχίζει από την αμετάκλητη έγκριση της Πράξης Τακτοποίησης Οικοπέδων και Αναλογισμού Αποζημίωσης του οικείου Γραφείου Πολεοδομίας. Στην ίδια 20ετή παραγραφή, που αρχίζει όμως, από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, προκειμένου δε περί οικοπέδου καταλαμβανομένου προς διάνοιξη των προβλεπομένων από το εγκεκριμένο σχέδιο κοινοχρήστων χώρων, από της εφαρμογής και εκτελέσεως του σχεδίου τούτου, υπόκειται και η διεκδικητική του ακινήτου αγωγή του κυρίου αυτού - καθού η απαλλοτρίωση, με συνέπεια μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής να μην είναι δυνατόν να ζητηθεί ο δικαστικός καθορισμός αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν και η καταβολή της αποζημίωσης λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο. ‘ Όμως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 973, 1000, 247, 271 και 272 του ΑΚ, στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας το οποίο είναι απόλυτο, αφού παρέχει άμεση εξουσία στο πράγμα εναντίον παντός, σε παραγραφή υπόκειται μόνο η αξίωση απ’ αυτό η οποία γεννιέται από την προσβολή του και κατευθύνεται εναντίον του προσβολέα, γιαυτό η παραγραφή αυτή δεν επιφέρει παραγραφή και απόσβεση του ίδιου του δικαιώματος της κυριότητας, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο και μπορεί να καταστεί ενεργό έναντι τρίτου, που δεν είναι ειδικός ή καθολικός διάδοχος εκείνου που παρέγραψε. Εκτός εάν εκείνος που παρέγραψε απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, στο πράγμα νέα κυριότητα και απόσβεσε έτσι την προϋπάρχουσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Δήμου περί παραγραφής του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για άσκηση διεκδικητικής αγωγής και κάθε συναφούς από την κυριότητα αξίωσής τους, που επαναφέρθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως ένσταση κατά της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αλλά και αποτέλεσε ισχυρισμό της αγωγής του αναιρεσείοντος προς θεμελίωση του αιτηθέντος δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ο εναγόμενος Δήμος της άνω αγωγής των Γ. Π. κλπ ισχυρίστηκε (κατ’ ένσταση) πρωτόδικα ότι από τότε (1850 ή έστω το 1927) που ο Δήμος (τότε ως Κοινότητα Ιτέας) κατέλαβε το επίδικο παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των 20 ετών και συνεπώς η τυχόν διεκδικητική αγωγή των εναγόντων (η οποία και δεν ασκήθηκε) έχει παραγραφεί και έτσι δεν μπορούν να αξιώσουν (δεν έχουν έννομο συμφέρον, όπως εκτιμάται) την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημιώσεως και την καταβολή αυτής. Το ίδιο ισχυρισμό επαναφέρει και προς απόκρουση της εφέσεως των άνω εναγόντων. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα, αποτελεί ως προς τον εναγόμενο (ενάγοντα) Δήμο ένσταση ... που πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε ο εναγόμενος Δήμος δεν κατέλαβε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1850 (ή αργότερα), ούτε και από το έτος 1927, οπότε και η ένταξή του στο ρυμοτομικό σχέδιο Ιτέας, αλλά και στη συνέχεια μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 1987 δεν προχώρησε στην εφαρμογή του άνω ρυμοτομικού σχεδίου και στη θέση όπου το επίδικο. Η έκταση αυτού, όπως αναφέρθηκε, παρέμεινε και μετά το έτος 1927 όπως είχε και πριν (αδιαμόρφωτη). Ο χώρος του επιδίκου δεν είχε διαμορφωθεί ως πλατεία, με κάποια παρέμβαση του Δήμου (ισοπέδωση, καθαρισμός, πλακόστρωση ή τσιμεντόστρωση κλπ), ενώ μικρό τμήμα του, όπου τώρα η συνέχεια της οδού ... χρησιμοποιούνταν, κατά τα άνω, πολύ μετά το έτος 1945, ως οδός (ως μονοπάτι πεζών περιγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με τις παραπάνω αεροφωτογραφίες), χωρίς επ’ αυτού (του τμήματος όπου η οδός) ο Δήμος εφαρμόζοντας το ρυμοτομικό σχέδιο, να έχει κάνει κάποια επέμβαση διαμόρφωσής του. Μόλις στο τέλος Σεπτεμβρίου 1987 κατέλαβε το παραπάνω τμήμα του επιδίκου (όπου η συνέχεια της οδού ...) και προχώρησε στην επίστρωσή του και την τοποθέτηση κρασπερορείθρων ........ Από την άνω κατάληψη και κατοχή (και μόνο του άνω τμήματος και όχι του υπολοίπου επίδικου ακινήτου), οπότε, κατά τα άνω αρχίζει ο χρόνος παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής (και μόνο γι’ αυτό το τμήμα) μέχρι την άσκηση της αγωγής (10.9.2007) της οποίας κύριο αντικείμενο (και όχι παρεμπίπτον) είναι η κυριότητα (ΑΠ 1054/2013), δεν παρήλθε ο άνω χρόνος παραγραφής (δηλαδή των 20 ετών). Σε κάθε περίπτωση και αν η κατάληψη και κατοχή του επιδίκου έγινε το έτος 1985 (με την, κατά τα άνω, εκμίσθωσή του από το Δήμο) η άνω παραγραφή διακόπηκε, κατά τη νόμιμη αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση των παραπάνω αιτήσεων (τα έτη 2002 και 2004) καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου. Ο ίδιος ο ισχυρισμός (περί παραγραφής) κατά το μέρος που προτείνεται από τον ενάγοντα Δήμο ... προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του (την αναγνώριση του οποίου ζητεί με την αγωγή του) πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμος, γιατί η παραγραφή δεν επιφέρει απόσβεση της κυριότητας των αντιδίκων του, που εξακολουθεί να παραμένει στους δικαιούχους, εκτός μόνο αν συντρέχουν στο πρόσωπό του (εδώ, όπως αναφέρθηκε, δεν συντρέχουν) και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και ως μη νόμιμο, αντίστοιχα, τον παραπάνω, περί παραγραφής, ισχυρισμό του εναγομένου-ενάγοντος Δήμου, που πρωτόδικα λόγω της αποδοχής της αγωγής του Δήμου δεν είχε ερευνηθεί. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου του παραπάνω ισχυρισμού και κατά το μέρος που αυτός συνιστούσε ένσταση, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που δεν πληρούσαν το πραγματικό των αναφερομένων στη νομική σκέψη περί παραγραφής διατάξεων. Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων Δήμος από το έτος 1850 ή αργότερα ούτε από το 1927 που το επίδικο εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο, αλλά ούτε και μέχρι το τέλος του 1987 προχώρησε στην εφαρμογή του σχεδίου, ενώ κατά το τέλος Σεπτεμβρίου 2007 κατέλαβε τμήμα του επιδίκου και προέβη στην επίστρωσή του, ως οδού, χωρίς όμως από την μερική αυτή κατάληψη μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων (10.9.2007) να έχει συμπληρωθεί 20ετία, ενώ σε κάθε περίπτωση η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την άσκηση, κατά τα έτη 2002 και 2004, από τους αναιρεσίβλητους αιτήσεων καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Ενόψει τούτων και ως προς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού ως ενστάσεως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγο της αναιρέσεως του Δήμου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη για την απόρριψη ως μη νομίμου του ίδιου ισχυρισμού ως θεμελιωτικού στοιχείου της αγωγής του Δήμου (περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου) είναι απαράδεκτη, καθόσον προϋπόθεση του αναιρετικού αυτού λόγου είναι η ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το Εφετείο δεν αιτιολογεί γιατί ο Δήμος δεν είχε την κατοχή του επιδίκου από το 1850 ή αργότερα, καθώς και γιατί δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, που όμως δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογιών, αφού μόνο τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς. Εξάλλου οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου με τις οποίες και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "αγνόησε" άλλως "εκτίμησε εσφαλμένα" τους θεμελιωτικούς της ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμούς είναι απαράδεκτες και δη κατά το πρώτο σκέλος τους γιατί η ένσταση παραγραφής ερευνήθηκε και απορρίφθηκε και κατά το δεύτερο σκέλος του γιατί η εσφαλμένη εκτίμηση των ληφθέντων υπόψη ισχυρισμών δεν ιδρύει την επικαλουμένη πλημμέλεια. Επίσης η επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ χωρίς αντίστοιχο πραγματικό δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός του αναιρεσείοντος Δήμου και ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος οι συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ). Οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, ενώ η εις βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου δαπάνη, θα είναι μειωμένη, σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 1.7.2015 αίτηση των Ε. Δ. του Ζ. κλπ κατά των Γ. Θ. Π. κλπ και την από 13.7.2015 αίτηση του ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." κατά των Γ. Θ. Π. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας καθώς και τους από 20.1.2016 και 26.1.2016 προσθέτους λόγους, αντίστοιχα, των αναιρέσεων αυτών.
Απορρίπτει τους προσθέτους λόγους.
Θεωρεί ματαιωμένη τη συζήτηση της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ των 2γ, 3ου, 5α έως 5ε, 7ου, 8α, 10ης, 14ης, 15ης, 18ου, 24ης των αναιρεσειόντων και του 10ου αναιρεσιβλήτου.
Χωρίζει κατά λοιπά την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους και τους παρισταμένους διαδίκους.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους απολιπομένους αναιρεσείοντες 2γ (Ε. Χ. Δ.), 3ο (Ν. Ε. Δ.), 5α (Ε. χα Ι. Π.), 5β (Ε. Κ.), 5γ (Α. Κ.), 5δ (Χ. Δ. Κ.), 5ε (Ζ. Δ. Κ., 7ο (Ε. Π. Κ.), 10η (Σ. χα Ι. Α.), 18ου (Γ. Σ. του Ν.), 24ης (Β. Ζ.) ως προς τους μη νομίμως παρισταμένους 8α (Ι. Σ.), 14 (Α. συζ. Σ. Γ.), 15 Π. Δ. καθώς και ως προς τον απολιπόμενο 10ο αναιρεσίβλητο (Σ. Γ. Κ.).
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς διαδίκους την πρώτη αίτηση αναιρέσεως, ήτοι την από 1.7.2015 αίτηση των Ε. Δ. του Ζ. κλπ κατά των Γ. Θ. Π. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς (ήτοι τους παρισταμένους) στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Απορρίπτει την από 13.7.2015 αίτηση του ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." κατά των Γ. Θ. Π. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ