239/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 239 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 239/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, ΕÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 239 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 239/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Λ. του Η., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γαβριήλ Ντούγιας και αφού ζήτησε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 23-2-2007 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Ε. χα Σ. Λ., β. Η. Σ. Λ., γ. Α. Σ. Λ. και δ. Σ. Σ. Λ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, κατέθεσε δε στο Γραμματέα του Δικαστηρίου την από 6-11-2015 σχετική έγγραφη δήλωσή του για τα πρακτικά της συζήτησης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2001 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Σ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2005 του Εφετείου Κερκύρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-3-2006 αίτησή του και τον από 30-6-2015 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού προσθέτου λόγου και την απόρριψη των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων του κυρίου δικογράφου της από 14-3-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 287/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35 του Α.Κ., 62, 63, 313 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται κατ’ άρθ. 573 παρ. 1 αυτού και στην δίκη της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση αποφάσεως. Η διακοπή δηλ. της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ’ αυτής αποφάσεως, όταν δηλ. δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, που ασκούνται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δικ., να απευθύνονται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν’ απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της. Η αναίρεση ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της που απευθύνονται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρα και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1165/2014, ΑΠ 65/2006). Η προαναφερόμενη ακυρότητα, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ότι ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου προηγήθηκε της ασκήσεως της αναιρέσεως ή των προσθέτων λόγων αυτής και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτών γνώριζε το γεγονός αυτό (ΑΠ 65/2006).
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., η επίδοση γίνεται για το Δημόσιο, σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, κατά δε την διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει την διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξεως συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, 1) αν την τήρηση της διατάξεως απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας... Τέλος, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 5 του δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. "1. Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν.ΡλΡ’ γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας. 2. Η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελώνων ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτούμενης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης", κατά δε την διάταξη του άρθρου 6 του ως άνω δ/τος "1. Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). 2. Τα αποδεικτικά των προς τον Υπουργό των Οικονομικών ως εκπρόσωπον του Δημοσίου ή του Ταμείου Εθνικού Στόλου ή του Εκκλησιαστικού Ταμείου επιδιδομένων δικαστικών αποφάσεων και παντός είδους δικογράφων υπογράφει ο Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών (ν. 1564/1918 άρθρο 6, Α.Ν. 2374/1940 άρθρο 1 και 25 αριθμ. 2 και Β.Δ. 8/12 Σεπτ. 1940 άρθρο 11 περιπτ. Β’ ). Ως δικόγραφο, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, νοείται όχι μόνο εκείνο που επιδίδεται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλεται στο δικαστήριο (άρθρο 118 του Κ.Πολ.Δικ.), αλλά κάθε έγγραφο που επιδίδεται (άρθρο 122 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Από την ίδια, επίσης, διάταξη προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου πρέπει, με ποινή την ακυρότητα, να γίνει τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στην συγκεκριμένη δίκη, προδήλως για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Αν το δικόγραφο δεν επιδοθεί προς τον Υπουργό των Οικονομικών και μάλιστα στην εδρεύουσα στην Αθήνα Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. και προς το αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο, τότε η "επίδοση" δεν ολοκληρώθηκε και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα να επέρχεται ακυρότητα, ανεξάρτητα από την βλάβη του Δημοσίου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιοδήποτε στάση της δίκης (Ολ.ΑΠ 34/1988, ΑΠ 498/2011, ΑΠ 1105/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14.3.2006 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2006 αίτηση αναιρέσεως και τον από 30.6.2015 και με αριθμό καταθέσεως 61/2015 πρόσθετο σ’ αυτήν λόγο προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 287/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γαβριήλ Ντούγιας και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος Σ. Λ. απεβίωσε στις 23.2.2007, δηλαδή μετά την άσκηση της αναιρέσεως και πριν από την άσκηση του δικογράφου προσθέτου λόγου και ότι οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Ε. χα Σ. Λ., β) Η. Σ. Λ., γ) Α. Σ. Λ. και δ) Σ. Σ. Λ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο, συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη, κατά το μέρος που αφορά μόνο στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου με αριθμό πράξεως…, Τόμος…, έτος 2007, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος Ηγουμενίτσας Μ. Σ., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Σ. Λ. απεβίωσε στις 23.2.2007, δηλαδή μετά μεν την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (που κατατέθηκε στις 16.3.2006), πριν όμως από την άσκηση του από 30.6.2015 προσθέτου λόγου αυτής, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.7.2015. Από δε το με αριθμό πρωτ. .../2007 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Ηγουμενίτσας και το με αριθμό …/2011 κληρονομητήριο του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας προκύπτει ότι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αναιρεσιβλήτου είναι η σύζυγός του Ε. χα Σ. Λ. και τα τέκνα του Η. Σ. Λ., Α. Σ. Λ. και Σ. Σ. Λ.. Οι ως άνω εμφανισθέντες κατά την συζήτηση και συνεχίζοντες την βιαίως διακοπείσα δίκη, προβάλλοντες υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως ως προς την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τις προτάσεις τους προβάλλουν περαιτέρω την ένσταση απαραδέκτου του προσθέτου αυτής λόγου, ισχυριζόμενοι ότι ασκήθηκε κατά ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, καθόσον ο ως άνω αναιρεσίβλητος, κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του είχε ήδη αποβιώσει, γεγονός που γνώριζε το αναιρεσείον, δεδομένου ότι αυτοί είχαν κοινοποιήσει, στις 5.12.2014, στον Υπουργό των Οικονομικών την από 27.11.2014 επιστολή τους, με την οποία γνωστοποιούσαν, εκτός άλλων, και το γεγονός του θανάτου του. Η ένσταση αυτή είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα στην εν αρχή μείζονα σκέψη αναφέρονται, γιατί οι ανωτέρω προτάσεις, με τις οποίες προτείνεται, κατατέθηκαν εκπρόθεσμα και δη κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 6.11.2015. Σε κάθε περίπτωση πάντως η ένσταση αυτή, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, ως αναγομένη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ναι μεν ότι πράγματι οι ανωτέρω κληρονόμοι του αναιρεσιβλήτου επέδωσαν την από 27.11.2014 επιστολή τους, με την οποία γνωστοποιούσαν τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου, στον Υπουργό Οικονομικών, στις 5.12.2014 (βλ. την με αριθμό .../2.12.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Δ.), η επίδοση όμως του ως άνω εγγράφου στον Υπουργό Οικονομικών, όπως από την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως προκύπτει, δεν έγινε όπως ορίζουν οι προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", δηλαδή μέσω της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ν.Σ.Κ.
Συνεπώς, η επίδοση του ως άνω εγγράφου δεν είναι έγκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες, δηλαδή την γνωστοποίηση του θανάτου του αναιρεσιβλήτου, συνακολούθως δε το δικόγραφο προσθέτου λόγου της αναιρέσεως, απευθυνόμενο κατά του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Σ. Λ. και όχι κατά των καθολικών διαδόχων του, εφόσον δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον γνώριζε τον θάνατο αυτού, δεν είναι άκυρο και χωρεί νομίμως η συζήτηση αυτού με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, εμφανίστηκαν με την ιδιότητα αυτή κατά την συζήτηση της υποθέσεως. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, στις 16.3.2006, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα υπ’ αριθμ. 817/2006 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς τον προβαλλόμενο με το κύριο δικόγραφο πρώτο λόγο αναιρέσεως, ως προς τον οποίο και μόνον η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 και αρνητική για τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο, λόγους. Η τοιαύτη γνωμοδότηση είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι η αναδρομικότητα, η οποία τέθηκε με την διάταξη του άρθρου 326 παρ. 1 του ν. 4072/2012 στην κατάργηση της διαδικασίας γνωμοδοτήσεως του Ν.Σ.Κ. δεν καταλαμβάνει αιτήσεις αναιρέσεως, όπως η προκειμένη, που έχουν ασκηθεί υπό την ισχύ του κανόνα που είχε τεθεί με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999 (ΣτΕ 1481/2014, 1549/2013, 4919/2012).
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Εξ άλλου, ενόψει των προεκτεθέντων, για το παραδεκτό της συζητήσεως του δικογράφου προσθέτου λόγου, δεν είναι αναγκαία σχετική γνωμοδότηση, εφόσον τούτο (δικόγραφο προσθέτου λόγου) κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.7.2015, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 326 παρ. 1 του ν. 4072/2012, με το οποίο καταργήθηκε τελικώς η διαδικασία εκδόσεως γνωμοδοτήσεως από το Ν.Σ.Κ. Σε κάθε περίπτωση πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερομένη γνωμοδότηση είναι θετική για το σκόπιμο της ασκήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου πρόσθετου αναιρετικού λόγου, με τον οποίο θα προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στην παράλειψη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957 και τον οποίο (πρόσθετο λόγο) άσκησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το προεκτεθέν από 30.6.2015 δικόγραφο προσθέτου λόγου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία, ποια δηλαδή επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση, ή αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα. Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 9/2013, ΑΠ 101/2015). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα. Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 273/2011). Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγινε δεκτό ότι η συνολική επιφάνεια της με αριθμό κτηματολογίου … ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου ήταν 11.125 τ.μ. και ότι το απαλλοτριωθέν τμήμα αυτής ήταν εμβαδού 8.318 τ.μ. και, συνεπώς, η εναπομείνασα από την απαλλοτριωθείσα έκταση της ιδιοκτησίας αυτής ανέρχεται σε 2.807 τ.μ. και ότι κατέληξε στην κρίση αυτή παντελώς αυθαίρετα και χωρίς καθόλου να αιτιολογεί την διαμόρφωση της κρίσεως αυτής, όπως όφειλε, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι: α) ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη από 18. 10.2001 αγωγή του ανέφερε ότι η αρχική έκταση της με αριθμό ... ιδιοκτησίας του ανέρχεται σε 14.190 τ.μ. και η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση έκταση ανέρχεται σε 2.985 τ.μ. και β) με την υπ’ αριθμ. 190/2000 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, με την οποία προσδιορίστηκε η οριστική αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα, αλλά και για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών του αναιρεσιβλήτου, κρίθηκε αμετακλήτως ότι από την ιδιοκτησία ... απομένει από έκταση 13.149,38 τ.μ. τμήμα εμβαδού 790 τ.μ.
Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. 1133534/10523/ 10010/15.12.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 32 Τευχ. Δ’ ) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη και κατασκευή της Εγνατίας οδού στο υποτμήμα ... από χθ 2+1000 έως χθ 8+000, συνολικής έκτασης 96.899,54 τ.μ. Η έκταση αυτή απεικονίζεται στα κτηματολογικά διαγράμματα που συνέταξε στις 6.12.1999 η πολιτική μηχανικός της ΔΕΚΕ Ιωαννίνων Β. Π., η οποία ως ορισθείσα μηχανικός της κτηματογράφησης συνέταξε και τον υπό την ίδια ημερομηνία κτηματολογικό πίνακα και την έκθεση κτηματογράφησης. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν είναι και δύο ακίνητα ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου - ενάγοντος και συγκεκριμένα: α) Η υπ’ αριθ. 123Β ιδιοκτησία, από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 567,34 τ.μ. από τη συνολική των 779,34 τ.μ. και β) η υπ’ αριθ. ... ιδιοκτησία από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτής εμβαδού 8.318 τ.μ. από τη συνολική έκταση αυτού των 11.125 τ.μ.
Συνεπώς, απέμεινε χωρίς να απαλλοτριωθεί έκταση 212 τ.μ. από το πρώτο ακίνητο και 2.807 τ.μ. από το δεύτερο ακίνητο. Με την υπ’ αριθμ. 270/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα των ιδιοκτησιών του εφεσιβλήτου - ενάγοντος στο ποσό των 4.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο και για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών, λόγω μείωσης της αξίας τους, σε 3.800 δραχμές το τετραγωνικό μέτρο για την πρώτη ιδιοκτησία και σε 2.400 δραχμές το τετραγωνικό μέτρο για τη δεύτερη ιδιοκτησία. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 190/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίστηκε η οριστική αποζημίωση σε 3.500 δραχμές το τετραγωνικό μέτρο για αμφότερες τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες και για τα εναπομείναντα τμήματα σε 3.325 δραχμές για την πρώτη ιδιοκτησία και σε 2.100 δραχμές για τη δεύτερη ιδιοκτησία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων, με την υπ’ αριθμ. 255/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα των ανωτέρω ιδιοκτησιών, τα επικείμενα αυτών και για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων τους. Το εκκαλούν - εναγόμενο δεν κατέβαλε την αποζημίωση που προσδιορίστηκε για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών του εφεσίβλητου - ενάγοντος. Η κατά τετραγωνικό μέτρο αξία αυτών ανέρχεται στο ποσό που κατά τα ανωτέρω προσδιορίστηκε με την υπ’ αριθ. 190/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως οριστική αποζημίωση, δηλαδή για το απομένον τμήμα της πρώτης ιδιοκτησίας σε 3.325 δραχμές και εκείνο της δεύτερης ιδιοκτησίας σε 2.100 δραχμές. Συνολικά οφείλονται στον άνω δικαιούχο της αποζημίωσης γι’ αυτή την αιτία 6.599.600 {(212 χ 3.325) = 704.900 + (2.807 χ 2.100) = 5.894.700} δραχμές". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάσιμη και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, πέραν βεβαίως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από την 102/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί του συγκεκριμένου θέματος, είχε κρίνει ομοίως και η σχετική παραδοχή του δεν είχε εκκληθεί από το ήδη αναιρεσείον και τότε εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με σχετικό λόγο εφέσεως. Ο ανωτέρω λόγος όμως είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογιών πλήττεται με την αιτίαση της αυθαίρετης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έκταση του εναπομένοντος τμήματος, η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Αλλά και με την εκδοχή ότι με τον λόγο αυτό το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο δεν εκθέτει "τα στοιχεία και έγγραφα που έλαβε υπόψη για την διαμόρφωση της κρίσεώς του", ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η ένδικη από 18. 10.2001 καταψηφιστική αγωγή του ενάγοντος αναγνωρισθέντος δικαιούχου περί καταβολής της αποζημιώσεως που καθορίστηκε με τελεσίδικη απόφαση για τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων του, η οποία δεν του είχε καταβληθεί, κρίνοντας επί λόγου εφέσεως του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της, όπως καθορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα ακόλουθα: "...η αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη της αγωγής περί επιδικάσεως της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημίωσης ένεκα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, δεδομένου ότι το αντικείμενο αυτής δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, καθορίζεται σε ποσοστό 2% του ποσού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε και 1% για την σύνταξη των προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, στερείται δε σημασίας το γεγονός ότι η αγωγή αυτή έχουσα ως προϋπόθεση τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και την αναγνώριση των δικαιούχων, έχει συνάφεια προς τις σχετικές αιτήσεις τις οποίες ο ίδιος δικηγόρος συνέταξε, αφού το αντικείμενο αυτής (αγωγής) είναι διάφορο του αντικειμένου των αιτήσεων τούτων, δεν δύναται να ενωθεί στο ίδιο με αυτές δικόγραφο και εκδικάζεται κατά διαφορετική διαδικασία. Επομένως, το εναγόμενο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, καθώς και να επιδικαστεί η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος". Ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο της εφέσεως, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παρεπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα καθόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος και τότε εφεσιβλήτου σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 183, 176 και 18 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, επέβαλε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και ήδη αρχικώς αναιρεσιβλήτου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ύψους 300 ευρώ και την αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/ 1957. Τούτο δε γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 αναφέρεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν αυτές έχουν ως αντικείμενο την εκ της απαλλοτριώσεως αποζημίωση, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1004/2011, ΑΠ 1056/2008, ΑΠ 1917/2005). Επομένως, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη δίκη διεξήχθη μετά του Δημοσίου και σ’ αυτήν έκαστος των διαδίκων εν μέρει νίκησε και εν μέρει ηττήθηκε, έπρεπε να εφαρμοστεί από το δικαστήριο της ουσίας η ειδική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 3693/1957, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περιπτ. 18 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δικ. και σύμφωνα με την οποία "Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α)..., β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί".
Συνεπώς, όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επεβλήθη σε βάρος του εκκαλούντος - εναγομένου η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, που καθορίστηκε σε ποσοστό 3% επί του επιδικαζομένου ποσού, προσέτι δε καταδικάστηκε το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου - ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίστηκε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, είναι βάσιμα και ο συναφής ως άνω πρόσθετος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω προσθέτου λόγου αναιρέσεως, να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνον κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό και να δικασθεί (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ.), να συμψηφιστούν δε τα δικαστικά έξοδα της δίκης ενώπιον του Εφετείου μεταξύ των διαδίκων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσης αναιρετικής δίκης κατανεμόμενα κατά τον λόγο της κατ’ ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου μέρους τούτων, πρέπει επίσης να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δικ. σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 287/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων τόσον της εφετειακής, όσον και της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ