239/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated239/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατά τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ. Από το από υπ' αριθμ. ΥΔΔΤ.12..24.002.06(102)/31-5-2013 έγγραφο των αρμόδιων Κυπριακών Αρχών προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν επιδόθηκαν στο συγκεκριμένο διάδικο, καθόσον έχει εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση.
Full text
Απόφαση 239 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Γκότση - Μάγκουρα και 2. της υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LASER ΦΩΤΟΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΕ", και τον διακριτικό τίτλο "ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα η οποία εκπροσωπείται από την διαχειρίστρια και ήδη εκκαθαρίστριας αυτής Δ. Μ., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Κυριακή Γκότση - Μάγκουρα
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Π.Π. ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ - ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Π. Π. ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην …τικής, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. της εταιρείας με την επωνυμία "LUMENIS LTD", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπόμπολα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Αυγούστου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3673/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6189/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 458/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται μετά την από 5 Οκτωβρίου 2012 κλήση των ήδη αναιρεσειουσών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος της 12/4.1.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 6189/31.7.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη των λοιπών, ως και κατά την κατεύθυνσή της κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών.
Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζοντας απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 § 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Κύπρος, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δ.
πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 19-4-2010 και μετά από διαδοχικές αναβολές η 20-9-2010 και τελικά η 21-2-2011. Με την υπ' αριθμ. 458/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, δοθέντος ότι το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος εφέρετο ως κάτοικος ...
και δεν είχε εμφανιστεί στο ακροατήριο, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών αντί σε εκείνον του Αρείου Πάγου, χωρίς παράλληλα να βεβαιώνεται επίδοση κατά την προβλεπόμενη από τον 1393/2007 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Επακολούθησε η διαβίβαση των προς επίδοση εγγράφων στις αρμόδιες Αρχές της Κύπρου με το υπ' αριθμ. 726/11-2-2013 έγγραφο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κληθεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο της 13-5-2013, η οποία είχε οριστεί κατόπιν της από 5-10-2012 κλήσης των αναιρεσειουσών.
Ήδη, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατά τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ. Από το από υπ' αριθμ. ΥΔΔΤ.12..24.002.06(102)/31-5-2013 έγγραφο των αρμόδιων Κυπριακών Αρχών προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν επιδόθηκαν στο συγκεκριμένο διάδικο, καθόσον έχει εγκαταλείψει τη δοθείσα διεύθυνση.
Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. 10076β'/2-12-2013 και 10077β'/2-12-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Μ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που είχε οριστεί ύστερα από αναβολή, μαζί με βεβαίωση της Γραμματέως της έδρας περί της αναβολής της υπόθεσης για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε τόσο στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, όσο και στη δεύτερη εξ αυτών ανώνυμη εταιρεία, της οποίας η έδρα ήταν στο Χαλάνδρι Αττικής και ήδη είναι άγνωστη και η οποία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσε δήλωση κατά τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα έγιναν οι απαιτούμενες δημοσιεύσεις στις δύο εφημερίδες που υπέδειξε ο τελευταίος.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκαν οι προαναφερόμενοι διάδικοι στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 12/4-1-2007 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6189/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 6-12-2005 έφεσης και επί των με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντων από 28-2-2006 προσθέτων λόγων των αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 3673/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 29-8-2002 αγωγή των τελευταίων.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο.
Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε.
Εξάλλου, με το νόμο 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της χρηματοδοτικής μισθώσεως, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρείας ειδικού σκοπού και μιας επιχειρήσεως ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων, και ειδικότερα χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 - 3 του ανωτέρω νόμου προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακινήτου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα.
Η διάρκεια εξάλλου της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμιά περίπτωση μικρότερη από αυτή που ορίζει ο νόμος και τέλος η παροχή στο μισθωτή του δικαιώματος είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για την σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος, ο οποίος προκειμένου για κινητά είναι έγγραφο, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που για τα κινητά συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίζεται μεταξύ εκμισθωτή (εταιρίας) και μισθωτή, δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574 επ.), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: α) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον "τύπο" που καθιερώνουν οι ΑΚ 574 επ., β) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ) σύμβασης εκχωρήσεως (ΑΚ 455 επ.), με την οποία η εταιρία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός - ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος- να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεων του, δ) συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντος και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωση, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κ.λπ.
εκχωρούνται στο μισθωτή. Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεων του και σε καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 646/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση στην από 29-8-2002 αγωγή των αναιρεσειουσών, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "ότι η πρώτη εξ αυτών, εκπροσωπώντας και τη δεύτερη ενάγουσα, συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.
Π. Π. ΕΛΛΑΣ Ε. Π. Ε.", μετατραπείσας ήδη, μετά την άσκηση της αγωγής, σε ανώνυμη εταιρία, κατά τις διατάξεις του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 8471/5-8-2003, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), να την προμηθεύσουν ένα ιατρικό μηχάνημα LASER, το οποίο θα είχε τις ιδιότητες, εντός συντόμου χρονικού διαστήματος, να αφαιρεί τις τρίχες σε όλους τους τύπους δέρματος, να θεραπεύει ευρυαγγείες όλων των ειδών και να αφαιρεί τατουάζ από το δέρμα, χωρίς να αφήνει σημάδια, και το οποίο θα προμηθευόταν από την τρίτη εναγομένη κατασκευάστρια εταιρία, της οποίας αντιπρόσωπος στην Ελλάδα είναι ο πρώτος εναγόμενος.
Ότι στη συνέχεια κατάρτισε με την εταιρία "Κύπρου Χρηματοδοτικές μισθώσεις Α.Ε." σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, δυνάμει της οποίας συμφώνησαν να αγοράσει η τελευταία από τους εναγομένους το μηχάνημα αντί τιμήματος 140.000 δολαρίων πλέον ΦΠΑ και ακολούθως να το εκμισθώσει σε αυτή (πρώτη ενάγουσα), η οποία ανέλαβε να καταβάλει σε δόσεις το τίμημα προς την εκμισθώτρια δια του συμφωνηθέντος μισθώματος και ότι, με την υπογραφή της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, χορήγησε στην τελευταία ως εγγύηση δύο επιταγές συνολικού ποσού 12.000.000 δραχμών, καθώς και το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για ποσό 28.000.000 δραχμών επί ακινήτου της, πλέον του ποσού των 500.000 δραχμών που κατέβαλε για τα έξοδα εγγραφής προσημειώσεως.
Ότι παρέλαβε το μηχάνημα τέλος Οκτωβρίου 1998 και μετά από σχετική εκπαίδευση του ιατρικού και βοηθητικού προσωπικού της επιχειρήσεως της από ειδικευμένο υπάλληλο, που απέστειλε η τρίτη εναγομένη εταιρία, άρχισε να το χρησιμοποιεί. Ότι μετά την πάροδο πέντε μηνών από την έναρξη θεραπειών σε πελάτες της, διαπίστωσε ότι το μηχάνημα δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και παρά τις υποσχέσεις των εναγομένων ότι θα αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα, δεν είχε θετικά αποτελέσματα.
Ότι το μηχάνημα, που τους πώλησαν οι εναγόμενοι, ήταν άχρηστο και επικίνδυνο, δεν ανταποκρινόταν στις διαβεβαιώσεις τους και στα όσα περιλαμβάνονται στις οδηγίες χρήσεως και ότι αυτό δεν συνιστά μόνο παραπλανητική διαφήμιση, αλλά και απάτη, αφού, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, τους έπεισαν με ψευδείς διαβεβαιώσεις να το αγοράσουν.
Ότι με την από 4-12-2001 εξώδικη δήλωση κάλεσαν τους εναγομένους να πάρουν πίσω το μηχάνημα και να τους αποκαταστήσουν τη ζημία, που έχουν υποστεί, πλην όμως δεν έλαβαν καμία απάντηση και ότι συνεπεία της αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίοι δεν τήρησαν της υποχρεώσεις τους να παραδώσουν το πωληθέν μηχάνημα χωρίς πραγματικά ελαττώματα και να έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, καθόσον, αν και γνώριζαν ότι αυτό είχε πραγματικά ελαττώματα, τα απέκρυψαν δολίως και δεν δήλωσαν, όπως είχαν υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι αυτό βρισκόταν σε πειραματικό στάδιο, ζημιώθηκαν: 1) το ποσό των 225.972,12 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 139.494,62 ευρώ αντιστοιχεί στο τίμημα αγοράς του μηχανήματος, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., και στα διαχειριστικά έξοδα της εκμισθώτριας και το υπόλοιπο αντιστοιχεί στους τόκους υπερημερίας μέχρι την εξόφληση των μισθωμάτων της χρηματοδοτικής μισθώσεως, 2) το ποσό των 368.340,42 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας τιμής για αποτρίχωση με λέιζερ σε 37 πελάτες και αυτής που απαιτείτο για την κλασσική μέθοδο, που τελικά εφαρμόσθηκε και δεν εισπράχθηκε από τους πελάτες η επιπλέον αξία, 3) το ποσό των 196.625 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας τιμής για θεραπεία ευρυαγγείας κάτω άκρων σε 26 περιπτώσεις πελατών με λέιζερ και αυτής για τη μέθοδο σκληροθεραπείας, που τελικά εφαρμόσθηκε και δεν εισπράχθηκε η επιπλέον αξία, 4) το ποσό των 293.426,26 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η πρώτη ενάγουσα, διότι, συνεπεία της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων, βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο και κλονίσθηκε η υγεία της, 5) το ποσό των 70,432.66 ευρώ, το οποίο προσδοκούσε ότι θα κέρδιζε η επιχείρηση από την προσωπική εργασία της πρώτης ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από την παράδοση του μηχανήματος και για τέσσερα έτη, 6) το ποσό των 14.086,57 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό κέρδους, που θα απέδιδε το καταβεβλημένο κεφάλαιο της ενάγουσας εταιρίας ποσού 6.000.000 δραχμών για μία τετραετία, αν δεν ήταν δεσμευμένο, 7) το ποσό των 65.737,34 ευρώ, που συνίσταται στο ότι δεσμεύτηκε ακίνητο (κατοικία) της πρώτης ενάγουσας αξίας 28.000.000 δραχμών δια εγγραφής προσημειώσεως υπέρ της εκμισθώτριας ως άνω εταιρίας και απώλεσε ποσοστό κέρδους 20%, που θα επέδιδε το εν λόγω ποσό για μία τετραετία".
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν υποχρέωση, εις ολόκληρον ο καθένας, να τος καταβάλουν ποσό 1.234.620,58 ευρώ". Με την υπ' αριθμ. 3673/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ως προς την πρώτη των αναιρεσειουσών και όσον αφορά τα ποσά των 139.494,62 ευρώ που αντιστοιχούν στο τίμημα αγοράς του μηχανήματος, των 293.426,26 ευρώ (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και των 14.086,57 ευρώ που αντιστοιχούν στην απώλεια απόδοσης του καταβληθέντος από αυτήν εταιρικού κεφαλαίου της δεύτερης των αναιρεσειουσών, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 922, 345 και 346 ΑΚ.
Περαιτέρω και όσον αφορά τα λοιπά κονδύλια η αγωγή κρίθηκε αόριστη, πλην του κονδυλίου των 86.503,91 ευρώ, το οποίο κρίθηκε ως μη νόμιμο. Εξάλλου, η αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από τη δεύτερη των αναιρεσειουσών κρίθηκε ως μη νόμιμη, ενώ κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε ως αόριστη.
Ακολούθως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, εκτιμώντας ότι οι ένδικες αξιώσεις φέρονται να θεμελιώνονται στην επικαλούμενη σύμβαση πώλησης και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη και τις δύο βάσεις της, με την αιτιολογία ότι αφ' ενός μεν δεν υπάρχει συμβατική σχέση πώλησης μεταξύ των διαδίκων, αφ' ετέρου δε οι ενάγουσες, ως εμμέσως ζημιωθείσες, δεν έχουν ευθεία αξίωση από αδικοπραξία κατά των εναγομένων, διαλαμβάνοντας παράλληλα ότι οι ενάγουσες δεν επικαλούνται εκχώρηση από την αγοράστρια εταιρεία προς εκείνες των απορρεουσών τόσο από τη σύμβαση της πώλησης του μηχανήματος όσο και από την αδικοπραξία των εναγομένων αξιώσεων της συμβληθείσας με αυτές εκμισθώτριας.
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατά τούτο την αγωγή ως μη νόμιμη, απόφαση επωφελέστερη για τις εκκαλούσες, κατ' αποδοχή της έφεσης των εναγουσών και απορρίπτοντας παράλληλα ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους έφεσης, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην αξιολόγηση ως νόμιμης της αγωγής, όσον αφορά την πρώτη των εναγουσών κατά του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, κατά το μέρος που κρίθηκε ως ορισμένη (κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις) και κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, απέρριψε την έφεση κατά τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που αναφέρονται στην απόρριψη των λοιπών κεφαλαίων αγωγής ως αορίστων, με την αιτιολογία ότι η εκτίμηση της σχετικά με τη νομιμότητά τους θα επέφερε ανεπίτρεπτη χειροτέρευση της θέσης των εκκαλουσών.
Από την επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται, εκτός των ήδη αναφερθέντων, αναφορικά με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης που καταρτίστηκε με την εταιρία "Κύπρου Χρηματοδοτικές μισθώσεις Α.Ε.", στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε προμήθεια ενός ιατρικού μηχανήματος LASER και τα ακόλουθα: "...Οι συμβάσεις οι οποίες υπεγράφησαν είναι οι ακόλουθες:
α) Η από 4/5/1998 σύμβαση της α' από εμάς με την Τράπεζα Κύπρου και με την ονομασία Σύμβαση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης - Προοίμιο - Γενική Συμφωνία - Ορισμοί. β) Η από 4/5/1998 σύμβαση της α' από εμάς με την Τράπεζα Κύπρου και με την ονομασία Ειδικοί Όροι Μίσθωσης, βάσει της α' εγκριτικής απόφασης. γ) Η από 4/5/1998 σύμβαση εκχωρήσεως ενεχυριάσεως απαιτήσεων ανάμεσα στην α' από εμάς και στην Τράπεζα Κύπρου δ) Η από 8/9/1998 τροποποίηση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.
ε) Επίσης, η από 8/9/1998 τροποποίηση των ειδικών όρων μίσθωσης, βάσει πρώτης εγκριτικής απόφασης της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. στ) Η από 20/5/1999 πρόσθετη πράξη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ήτοι της αρχικής μίσθωσης που φέρει αριθμό 159/14-5-1998, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει τη: σύμβασης μεταβίβασης έννομης σχέσης με αριθμό 367/19-2-1999.
ζ) Η από 19/2/1 999 σύμβαση μεταβίβασης έννομης σχέση: με αριθμό 367 από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με αριθμό 1 59/4-5-1998. η) Η από 20/5/1999 σύμβαση παροχής εγγυήσεως ανάμεσα στην α' από εμάς και την εκπροσωπούμενη από εμένα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και στον Β. Λ. του Η.. σύζυγο μου. ο οποίος εγγυήθηκε στην Τράπεζα υπέρ εμού και της από εμένα εκπροσωπούμενης εταιρείας μου.
για όλο το ποσό της σύμβασης, ήτοι της αγοράς του FOTODERM μετά των τόκων αυτού. θ) Επίσης, η από 2/2/1999 με παράρτημα No. 1 σύμβαση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης της α' από εμάς και της Τράπεζας Κύπρου, η οποία Τράπεζα Κύπρου, σε όλες τις συμβάσεις αναφέρεται ως "Κύπρου Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Α.Ε."". Με βάση όμως τα προεκτεθέντα περιστατικά και ιδιαίτερα εκείνα με τα στοιχεία γ', στ' και ζ', είναι προφανές ότι στο αγωγικό δικόγραφο εμπεριέχεται σαφής ισχυρισμός περί εκχωρήσεως από την εκμισθώτρια στη μισθώτρια των δικαιωμάτων αυτής κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πώλησης, όχι όμως και των αξιώσεων από αδικοπραξία δεδομένου μάλιστα ότι από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης απορρέει παρεπόμενη υποχρέωση του εκμισθωτή για εκχώρηση ή εξουσιοδότηση προς άσκηση των δικαιωμάτων του από την πώληση και ο οποίος (ισχυρισμός) δικαιολογούσε τη θεμελίωση της αγωγής, κατά το σχετικό κεφάλαιό της, στις περί εκχωρήσεως διατάξεις των άρθρων 455 επ.
ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό περί εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του εκμισθωτή από τη σύμβαση της πώλησης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Αντίθετα, ο ίδιος αναιρετικός λόγος και κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι της παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον η αγωγή, κατά τα συγκεκριμένα κεφάλαιά της, κρίθηκε ως μη νόμιμη με βάση την κυριαρχική, αλλά εσφαλμένη, εκτίμηση του δικογράφου της από το δικαστήριο της ουσίας, πλημμέλεια, για την οποία ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Η σύμβαση "Leasing" και η πώληση συνιστούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, δηλαδή υπάρχει τριγωνική απλώς σχηματική σχέση και όχι τριμερής. Ο λήπτης (μισθωτής) δεν συνδέεται συμβατικώς με τον προμηθευτή (πωλητή), έναντι του οποίου δεν αποκτά δικαιώματα, αλλά ούτε η πώληση επηρεάζεται από έλλειψη εγκυρότητας της συμβάσεως "Leasing".
Ο λήπτης (μισθωτής) από το γεγονός ότι δεν συνδέεται συμβατικώς με τον πωλητή - προμηθευτή δεν έχει κατ` αυτού (πωλητή) αξιώσεις για μη κανονική και εμπρόθεσμη παράδοση του πράγματος, για έλλειψη συμφωνηθεισών ιδιοτήτων και για ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, εφόσον δεν του εκχωρηθούν από τον αγοραστή οι σχετικές αγωγές ή δεν ενταλθεί από αυτόν να τις ασκήσει.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση που ο εκμισθωτής αναθέσει στο μισθωτή τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, ο τελευταίος ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του και ο εκμισθωτής, αν οδηγήθηκε στην κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως συνεπεία απατηλής συμπεριφοράς του προμηθευτή, μπορεί να αξιώσει από τον τελευταίο αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ως άμεσα ζημιωθείς, όπως επίσης ευθύνεται και ο εκμισθωτής έναντι του προμηθευτή σε περίπτωση αδικοπραξίας τελεσθείσας σε βάρος του τελευταίου από τον προστηθέντα από αυτόν (εκμισθωτή).
Αντίθετα ο μισθωτής, στον οποίο στη συνέχεια περιήλθε κατά χρήση το πωληθέν αντικείμενο, δεν μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να ζητήσει αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, αφού η τελευταία τελέστηκε σε βάρος του εκμισθωτή. Αντανακλαστικές συνέπειες στην περιουσία του μισθωτή, ο οποίος είναι τρίτος, από την αδικοπραξία σε βάρος του αγοραστή, δεν τον καθιστούν δικαιούχο αποζημιώσεως προς αποκατάσταση θετικής ή αποθετικής ζημίας, αλλά και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού αυτός ζημιώνεται έμμεσα, ο δε υποστάς έμμεση ζημία δεν έχει αξίωση προς αποκατάσταση αυτής.
Τούτο συνάγεται αφενός από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, το οποίο παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως μόνο σε αυτόν που ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια και αφετέρου από τις εξαιρέσεις που καθιερώνονται περιοριστικά με τα άρθρα 928 και 929 ΑΚ. Ενόψει αυτών, δεν είναι δικαιούχος από την αδικοπραξία, που τελέστηκε σε βάρος του αγοραστή (εκμισθωτή), ο τρίτος, ο οποίος απέκτησε στη συνέχεια το πωληθέν αντικείμενο δυνάμει χρηματοδοτικής μισθώσεως, διότι η επικαλούμενη περιουσιακή βλάβη του δεν είναι απότοκος, κατ' αιτιώδη συνάφεια, της αδικοπραξίας που τελέστηκε σε βάρος του εκμισθωτή.
Έτσι, ο μετά την πραγμάτωση του αδικήματος μισθωτής δεν είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, εκτός αν η αξίωση του δικαιούχου από αδικοπραξία μεταβιβάστηκε με εκχώρηση στο μισθωτή προϋπόθεση όμως την οποία πρέπει να επικαλείται ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του με την οποία επιδιώκει την επιδίκαση της αξίωσης από αδικοπραξία.
Ειδικά όμως για την αξίωση του άρθρου 932 ΑΚ, η οποία δεν εκχωρείται, ούτε κληρονομείται, είναι εκχωρητή μόνο αν αναγνωρίστηκε από τον δικαιούχο με σύμβαση ή ο τελευταίος άσκησε τη σχετική αγωγή (ΑΚ 933). Ενόψει αυτών, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της και κατά τη θεμελίωσή τους στις διατάξεις περί αδικοπραξιών με αντίστοιχες αιτιολογίες συμπορευόμενες με τις προαναφερθείσες νομικές παραδοχές, ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και συνεπώς, οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1385/2006).
Κατ' ακολουθίαν, τούτων ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Κατόπιν τούτων και κατά παραδοχή του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που, αφού έκρινε ότι η αγωγή κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις περί πωλήσεως ούτε και διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ισχυρισμός περί εκχωρήσεως από την εκμισθώτρια στη μισθώτρια των δικαιωμάτων αυτής κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πώλησης, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν και να καταδικαστούν οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι με το αναιρετήριο, δεν διατυπώνονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατά τα κεφάλαια της τελευταίας τα σχετικά με την απόρριψη ως αορίστων των κονδυλίων της αγωγής ως προς την πρώτη των εναγουσών και κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά των δύο πρώτων εναγομένων και στο σύνολό της κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης εξ αυτών και ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 558 και 566) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας, κατά οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6189/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ