239/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 239 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2011
Legislator headnote
AI generated239/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 239 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2011
Full text
Απόφαση 239 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 239/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Δ. Δ., συζύγου Ι. Φ., 2) Ι. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξία Δεληγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α. ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και διατηρεί στην Αθήνα την Γενική Διεύθυνση Αθηνών και Νοτίου Ελλάδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Καραμπάγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του, ως άνω, αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 13/10/2009 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4883/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτη και δεύτερο των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5947/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4883/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/10/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 1/11/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι (δύο μοναδικοί) λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4883/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό προσώπων, δηλαδή αφενός μεν της εναγομένης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου - νυν αναιρεσίβλητης αφετέρου δε του ενάγοντος, παθόντος πεζού - νυν αναιρεσείοντος: "Στις 6-5-2005 και περί ώρα 16:50, δηλ. υπό συνθήκες πλήρους φυσικού φωτισμού, ο ενάγων Α. Κ., ηλικίας τότε 83 ετών (γεννήθηκε το έτος 1922), στεκόταν στην κεντρική νησίδα της Λεωφόρου …, στο ..., στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 307, έχοντας ήδη διανύσει καθέτως το ρεύμα αυτής από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή και προτιθέμενος να συνεχίσει την πορεία του διασχίζοντας καθέτως και το ρεύμα από Αγία Παρασκευή προς Αθήνα, κατευθυνόμενος στην κείμενη στο απέναντι πεζοδρόμιο στάση μέσων μαζικής μεταφοράς (6η Στάση …). Κατά τον ίδιο χρόνο η πρώτη εναγομένη Δ. Δ. συζ. Ι. Φ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο Ι. Φ., ο οποίος την είχε προστήσει στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ,", εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου αυτής. Η Λεωφόρος … είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, (εκ των οποίων η δεξιά είναι λεωφορειόδρομος), τα όρια των οποίων διακρίνονται με μονή λευκή διακεκομμένη γραμμή. Το πλάτος του οδοστρώματος του προς Αθήνα ρεύματος πορείας είναι 10,50 μέτρα και τα δύο αντίθετα ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους από νησίδα ασφαλείας, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, φυτευμένη με θάμνους. Στο παραπάνω σημείο η, ως άνω, Λεωφόρος σχηματίζει καμπύλη, ενώ δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, ούτε διάβαση πεζών. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδα Ρ-32 σε 70 χ/ω και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη και των πεζών μεγάλη, ενώ επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες (βλ. την συνταγείσα σχετικώς από 6-5-2005 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες). Ο ενάγων, προτιθέμενος, όπως προανα-φέρθηκε, να διασχίσει καθέτως το προς Αθήνα ρεύμα πορείας της Λεωφόρου …, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των επί του ρεύματος αυτού κινουμένων οχημάτων, εισήλθε στο οδόστρωμα, από σημείο μάλιστα όπου, το μεν, δεν υφίστανται διαβάσεις πεζών, το δε, περιοριζόταν η ορατότητά του, αφενός μεν, λόγω της καμπύλης της Λεωφόρου, αφετέρου δε, λόγω των θάμνων της διαχωριστικής νησίδας, κατευθυνόμενος προς το απέναντι πεζοδρόμιο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την επ' αυτού κίνηση των οχημάτων και διέσχισε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, Όταν έφθασε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αντελήφθη την επέλευση δύο λεωφορείων στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (λεωφορειόδρομο) και κρίνοντας ότι δεν θα προλάβαινε να διασχίσει το εναπομένον μέχρι το πεζοδρόμιο οδόστρωμα, γύρισε προς τα πίσω - καθ' ον χρόνο το οδηγούμενο από την πρώτη εναγομένη, ως άνω, ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε μόλις περάσει από το σημείο όπου η Λεωφόρος παρουσιάζει την προαναφερόμενη καμπύλη - και επεχείρησε τρέχοντας να επιστρέψει στην διαχωριστική νησίδα, χωρίς και πάλι να ελέγξει αν μπορούσε να πράξει τούτο ακώλυτα και χωρίς κίνδυνο των λοιπών επί της Λεωφόρου κινουμένων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως και προ ελαχίστης αποστάσεως στην πορεία του, κατά τα ανωτέρω, κανονικά κινουμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οδηγός του οποίου, προσπάθησε να αποφύγει την επ' αυτού πρόσκρουση του οχήματός της, ενεργώντας τροχοπέδηση και αφήνοντας ίχνη τροχοπεδήσεως, μήκους 9,10 μ. από τους αριστερούς τροχούς του οχήματός της και 4,50 μέτρων από τους δεξιούς, πλην όμως, λόγω και της μικρής αποστάσεως, δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το όχημά της, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στην αριστερή πλευρά του σώματος του ενάγοντος, ο οποίος, κατ' εκείνη την στιγμή, είχε ήδη διασχίσει κατά το μεγαλύτερο μέρος της την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και απείχε περίπου 0,50 μέτρα από την διαχωριστική νησίδα. Εξαιτίας της προσκρούσεως του αυτοκινήτου πάνω στον ενάγοντα, ο τελευταίος εκτινάχθηκε αρχικά πάνω στο καπώ και προσέκρουσε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, ο οποίος και εκ του λόγου αυτού θρυμματίστηκε και στην συνέχεια εκσφενδονίστηκε προς τα εμπρός και αριστερά, κατά την φορά του οχήματος, και ακινητοποιήθηκε πάνω στην διαχωριστική νησίδα σε απόσταση 15 μέτρων περίπου από το σημείο της αρχικής προσκρούσεως, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά, υποστάς κάταγμα αριστερής κνήμης, κάταγμα - εξάρθρημα αριστερού ώμου, κάταγμα αριστερού βραχιονίου, περιτραυματική αμνησία, συγχυτική διεγερτική κατάσταση, δύο μικρές παρεγχυματικές θλάσεις σε αμφότερους τους κροταφικούς λοβούς και τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή του στο Π.Γ.Ν. Αττικής "ΚΑΤ", όπου διεκομίσθη, με ασθενοφόρο, αμέσως μετά το ατύχημα. Υπό τα αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά η πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και ο εξ αυτού σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του ιδίου, ο οποίος, παρά την προχωρημένη ηλικία του, η οποία οπωσδήποτε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, περιόριζε την άνεση και την ταχύτητα με την οποία εκινείτο, επέλεξε να διασχίσει καθέτως το προς Αθήνα ρεύμα πορείας της ανωτέρω Λεωφόρου, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνση των οχημάτων, εκτός διαβάσεως πεζών, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ακίνδυνα και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. ε' του ν. 2696/1999, ξεκινώντας, περαιτέρω, από σημείο με μειωμένη ορατότητα προς το οδόστρωμα. Αν είχε ελέγξει θα είχε αντιληφθεί τα δύο λεωφορεία που εκινούντο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου και δεν θα κατέβαινε στο οδόστρωμα. Επιπλέον, όταν διαπίστωσε την επέλευση των οχημάτων, που τον εμπόδιζαν να φτάσει στο πεζοδρόμιο, αντέδρασε απερίσκεπτα και λανθασμένα αποφασίζοντας να επιστρέψει στην κεντρική νησίδα, χωρίς να ελέγξει εκ νέου την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων στην αριστερή λωρίδα, προκαλώντας κατ' αυτόν τον τρόπο το ένδικο ατύχημα. Καμιά ευθύνη δε δεν βαρύνει την πρώτη εναγομένη, η οποία εκινείτο εντός των ορίων της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της, με κανονική ταχύτητα και λόγω της αιφνίδιας, απρόβλεπτης και από μικρή απόσταση παρεμβολής στην πορεία της του ενάγοντος δεν είχε την δυνατότητα να προβεί, πέραν της προαναφερόμενης τροχοπεδήσεως, σε άλλον αποφευκτικό ελιγμό, ούτε προς τα δεξιά, λόγω της κυκλοφορίας άλλων οχημάτων, ούτε προς τα αριστερά, λόγω της υπάρξεως της νησίδας ασφαλείας, μόλις δε αντελήφθη τον ενάγοντα στην πορεία της προέβη σε τροχοπέδηση, όμως δεν κατάφερε να αποφύγει την επ' αυτού πρόσκρουση, γιατί η απόσταση που την χώριζε από αυτόν ήταν σημαντικά μικρότερη από την απόσταση που απαιτείτο για την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της, λαμβανομένου υπόψη και του υψηλού ορίου ταχύτητας της Λεωφόρου".
Και υπό τις ως άνω παραδοχές έκρινε απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή του ενάγοντος παθόντος και απέρριψε την έφεσή του, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας (αποκλειστικής του ενάγοντος παθόντος και έλλειψης υπαιτιότητας της εναγομένης οδηγού, για την επέλευση του εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος προκληθέντος τραυματισμού του) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων των αρθ. 914, 330, 297, 298 ΑΚ, σχετικά με το ουσιώδες και ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της (έλλειψης) υπαιτιότητας της εναγομένης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ειδικώτερα, δεν εξηγείται πως, παρότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το αυτοκίνητο εκινείτο με κανονική ταχύτητα, η οποία μειώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την πραγματοποιηθείσα τροχοπέδηση των 9,10μ., εν τούτοις ο πεζός κτυπήθηκε με σφοδρότητα τόση, ώστε το σώμα του να ανέλθει επί του παρμπρίζ του αυτοκινήτου, να θρυμματίσει το παρμπρίζ και στη συνέχεια να εκτιναχθεί σε απόσταση 15 μέτρων. Επίσης, δεν διευκρινίζεται, σε πόση απόσταση μετά την έξοδο του αυτοκινήτου από την καμπύλη της οδού έλαβε χώρα το ατύχημα και από πόση απόσταση η οδηγός είχε ορατότητα του διασχίζοντας το οδόστρωμα πεζού. Τέλος, ενώ δέχεται ότι ο πεζός, κατά την επανάκαμψή του, διέσχισε και πάλι ολόκληρη τη μεσαία λωρίδα (όπου εκινείτο το αυτοκίνητο) και ότι απέμειναν μόνον 0,50 μ, για να ανέλθει στη διαχωριστική νησίδα, εν τούτοις, κατά τρόπο αντιφατικό, δέχεται ότι η παρεμβολή του πεζού στην πορεία του αυτοκινήτου ήταν "αιφνίδια και απρόβλεπτη". Επομένως, το δικαστήριο υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτο πρώτο λόγο αναίρεσης, παρέλκει δε η έρευνα του αναφερομένου στο ίδιο ως άνω ζήτημα δευτέρου λόγου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4883/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ