239/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 239 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated239/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 239 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 239 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 239/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Μαντέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 721/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1139/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 14/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/6/2004 αίτησης του ... για αναίρεση της 1139/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά. Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος. Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως. Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 και 2 εδ.β, γ΄και δ΄του Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) του εκκαλούντος (ΟΤΕ), όπως ήδη ισχύει, ο οποίος εγκρίθηκε με την 1118/1-8-89 απόφαση του διοικητικού του συμβουλίου, βάσει της από το άρθρο 7 εδ. στ' του α.ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως.
Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 568/8/9/69), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 14/1968, Ολ.ΑΠ 4/1993 ΕΕΔ 53.1033), "Το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν, υπηρεσιακόν έργον αντίστοιχον του κλάδου ή της ειδικότητάς του". "Στο προσωπικό των κλάδων Ι,
ΙΙ και
ΙΙΙ, με βαθμό Α4 και άνω (επομένως και Τομεάρχη), είναι δυνατή η ανάθεση της διεύθυνσης υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχομένου βαθμού. Σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω, είναι δυνατή, σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στον Υπηρεσιακό Οργανισμό, η ανάθεση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου σε υπάλληλο ομοιόβαθμο του προϊσταμένου ή με βαθμό αμέσως κατώτερο αυτού...Η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή, είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος". Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Οργανισμό και τώρα αναιρεσίβλητο την 15-7-1966 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και εντάχθηκε στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού. Είναι απόφοιτος της Μέσης Σχολής προσωπικού του ΟΤΕ και πτυχιούχος των τμημάτων Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Με την 1227/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προήχθηκε ως υπεράριθμος αναδρομικά από 1-1-1989 (άρθρο 12 ν.1082/1980) στο βαθμό του τομεάρχη/Δ-ΑΤ, ενώ με το από 16-11-1995 πρακτικό συμβιβασμού, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός αποδέχθηκε την απόφαση αυτή, χωρίς όμως να του αναθέσει καθήκοντα προϊσταμένου τομέα και τον τοποθέτησε ως στέλεχος στο Τομέα Υπεραστικής Εκμετάλλευσης στην περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος, όπου τον διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του την 11-8-1997. Κατά το επίδικο διάστημα (... ), κατά το οποίο, εάν ο ενάγων είχε προαχθεί κανονικώς στο βαθμό του τομεάρχη έπρεπε να του είχαν ανατεθεί υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου τομέα και έτσι στερήθηκε του επιδόματος ευθύνης, ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός είχε αναθέσει τέτοια καθήκοντα στους αναφερομένους υπαλλήλους του, τους οποίους ο αναιρεσείων προτείνει προς σύγκριση, ήτοι: (αναφέρονται 16 ονόματα). Ότι ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αγωγής του εκθέτει ότι έναντι των συναδέλφων του αυτών υπερτερούσε σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, επικαλούμενος την υπηρεσιακή του αρχαιότητα και την αρχαιότητα στο βαθμό, τη βαθμολογία στα φύλλα ποιότητας, τους τίτλους των σπουδών του, χωρίς όμως να αναφέρει τη βαθμολογία αυτού και των προς σύγκριση συναδέλφων του, ούτε προσκομίζονται τα φύλλα ποιότητάς του ή άλλα στοιχεία του υπηρεσιακού φακέλου με τις θέσεις που υπηρέτησε στην άσκηση ή μη υπεύθυνων καθηκόντων, ενώ δεν επικαλείται άλλα περιστατικά από την συνεκτίμηση των οποίων να προκύπτει προφανής αντίθεση της παράλειψης ανάθεσης καθηκόντων προϊσταμένου τομέα στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Ότι, περαιτέρω, οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος, πρώην συνάδελφοί του, βεβαιώνουν ότι αυτός, ως πτυχιούχος, υπερείχε σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι των τομεαρχών-προϊσταμένων τομέα ..., ... και ... , χωρίς να αναφέρονται σε περιστατικά που θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του παραπάνω εργοδοτικού δικαιώματος. 'Ότι από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των αναφερομένων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του, ούτε ότι αποδείχθηκαν πραγματικά γεγονότα, τα οποία σε συνδυασμό με τα εν γένει υπηρεσιακά του προσόντα (τυπικά και ουσιαστικά) καθιστούν παράνομη ως καταχρηστική την παράλειψη του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Ε. να αναθέσει σ'αυτόν (αναιρεσείοντα) καθήκοντα προϊσταμένου τομέα. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 652 ΑΚ (σε συνδυασμό με τις άνω διατάξεις του οργανισμού του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Ε.) ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού εκτός από τα ως άνω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος δεν δέχθηκε ότι συντρέχουν και άλλες περιστάσεις που, συνδυαζόμενες με τα ανωτέρω προσόντα είναι ικανές να στηρίζουν αντίθεση στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του άνω δικαιώματος του εργοδότη, καθόσον δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του εργοδότη που αφορά αποφασιστικά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης, για την οποία απαιτείται και η ύπαρξη λοιπών περιστατικών. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως που συνιστούν αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι της έφεσης, που έχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι, ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός της αναίρεση δεν στοιχειοθετείται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τους από το άρθρο 559 αριθμό 8 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς ότι το βαθμό αξιολόγησής του που στα φύλλα ποιότητας ήταν συνεχώς "άριστα" (πρώτος λόγος) και ότι καθηλώθηκε υπηρεσιακά αδρανής για όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 μέχρι και το 1997 (δεύτερος λόγος). Ειδικότερα ο ισχυρισμός για το βαθμό αξιολόγησης με "άριστα" λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αναπόδεικτος διότι δεν προσκομίστηκαν τα φύλλα ποιότητος. Εξάλλου ενόψει της μη πληττόμενης επιτυχώς ουσιαστικής παραδοχής του Εφετείου περί του ότι δεν αποδείχθηκε η καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, στους οποίους ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου τομέα, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί υπηρεσιακής αδρανοποιήσεώς του από μόνος του δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική τη μη ανάθεση στον αναιρεσείοντα των παραπάνω καθηκόντων, δηλαδή ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος και ο δεύτερος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2004 αίτηση του ... για αναίρεση της 1139/2002 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Ε., τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ