239/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated239/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης τούτου, για να έχει την, απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Full text
Απόφαση 239 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 239/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ράϊκο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΒΤ 4655/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1649/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή μόνο αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων λόγων είναι και αυτός της έλλειψης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι οι λόγοι αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο.
Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης τούτου, για να έχει την, απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της άσκησης της έφεσης, όπως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, από την οποία απολέσθηκε η προθεσμία άσκησης της έφεσης (άρθρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα αιτήματα αυτά (Ολ.
ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μόλονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικώς με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησής της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό του εκπροθέσμου της άσκησης της εφέσεώς του.
Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος ο εκκαλών - κατηγορούμενος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την αστυνομική αρχή.
Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, αυτός που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ’ αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη ΒΤ 4655/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας - κατηγορουμένης εκπροσωπηθείσης στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ΒΤ821/2001 ερήμην απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο στην ποινή της φυλάκισης των τριών (3) ετών.
Από τη σχετική 1735/29-5-2003 έκθεση εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, δεν αναφέρει οτιδήποτε στην έφεσή της για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησης αυτής αλλά μόνο ότι "Ασκώ την παρούσα έφεση σήμερα εμπροθέσμως, διότι έλαβα γνώση αυτής την 22-05-2003".
Δεν προβάλλει δηλαδή ούτε ακυρότητα της επίδοσης προς αυτή της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της. Μόνο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο πρόβαλε η εκκαλούσα, δια του συνηγόρου που την εκπροσωπούσε, ότι είχε γνωστή διαμονή και μάλιστα σχετικά εξέτασε μάρτυρα και προσκόμισε έγγραφα.
Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται μεν ότι η εκκαλούμενη απόφαση κατά την έκδοση και απαγγελία της οποίας, η εκκαλούσα ήταν απούσα, επιδόθηκε σ’ αυτήν στις 27-5-2002 "όπως όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας", δεν μνημονεύεται όμως (στην αιτιολογία) ούτε το αποδεικτικό επίδοσης από το οποίο προκύπτει ότι αυτή (επίδοση) έγινε κατά την αναφερόμενη χρονολογία (μη αρκούσης της αναφοράς στα στοιχεία της δικογραφίας), ούτε η χρονολογία άσκησης της εφέσεως.
Έτσι, η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, από την οποία λείπουν τα αναφερόμενα βασικά στοιχεία, δεν είναι πλήρης η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και επομένως η απόφαση στερείται της εν λόγω αιτιολογίας. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΒΤ 4655/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ