Legislator Case Law & Legislation
2398/2009 AI generated

Appeal dismissed because defendant failed to orally develop independent defenses before the trial court.

Case Number 2398/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a conviction for drug possession, ruling that the trial court did not err in rejecting the defendant's independent claims. Although the defense submitted written notes containing arguments regarding personal use and good behavior, the court found no evidence these specific points were developed orally during the trial proceedings. The court held that independent claims must be presented and elaborated verbally to be properly considered, and since they were not, the lower court was not obligated to address them.

Legislator headnote

AI generated

Articles 170(2) and 333(2) of the Code of Criminal Procedure; Independent claims must be developed orally during the trial to be properly considered, and their rejection by the court of first instance does not require specific justification if they were not presented verbally.

Keywords

AI generated
independent claims oral development criminal procedure appeal grounds written submissions drug possession procedural fairness

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Articles 170(2) and 333(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 331 of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 2/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2398 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα

Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.

Περίληψη:

Καταδικαστική απόφαση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν αναπτύχθηκαν προφορικά.

ΑΡΙΘΜΟΣ 2398/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 193/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1344/2008.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ.), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Περαιτέρω, με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει, όμως, να προβάλλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση.

Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους.

Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο σημείωμα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 684/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 1000 Ευρώ.

Ο συνήγορος του παραστάντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την ακροαματική διαδικασία προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με γραπτό και μακροσκελές σημείωμα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) ότι την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση, β) του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ (καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του).

Όμως, οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν προκύπτει ότι αναπτύχθηκαν προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, ούτε προκύπτει ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του κατά την αγόρευσή του ή κατά τη κατάθεση του σημειώματος κατά το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού αλλά απλώς <ανέπτυξε την υπεράσπιση και κατέθεσε τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς>.

Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη των άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, γι' αυτό ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος (583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ' αριθ. 193/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ