Legislator Case Law & Legislation
2393/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for vague reasoning and unfounded facts regarding unpaid check issuance.

Case Number 2393/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal judgment for issuing an unpaid check. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and failed to justify the conviction, but the court found the appeal's reasoning vague and the factual claim that the check was unpaid incorrect. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to its lack of specificity and the unfounded nature of its factual assertions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 148-153, 473(2), 474(2), 476(1), 509(1)(a), 510 of the Code of Criminal Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague and fails to specify exactly how the required specific and detailed reasoning is lacking or why the existing reasoning is insufficient.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague reasoning unpaid check offense specific justification criminal procedure code detailed reasoning requirement dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 79(1) of Law 5960/1933
Article 1 of Law 1325/1972
Article 5(5) of Article 79 of Law 5960/1933
Article 4(1)(a) of Law 2408/1996
Article 22 of Law 2721/1999
Article 15(3) of Law 3472/2006
Articles 24 and 29(1) of Law 5960/1933
Articles 148 to 153 of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 476(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 509(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1177/2005
OLAP 19/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2393 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα

Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.

Περίληψη:

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Εντός της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνιση, η επιταγή εγκύρως επιστρέφεται από την ενεχυρούχο τράπεζα προς το δικαιοπάροχό της και μεταβιβάζεται περαιτέρω από αυτόν. Ο τελευταίος κομιστής νομιμοποιείται να την εμφανίσει προς πληρωμή και, αφού βεβαιωθεί η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, να εγκαλέσει τον εκδότη. Έλλειψη αιτιολογίας. Απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αν δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια της υφιστάμενης αιτιολογίας.

Αριθμός 2393/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπουτσάκη, για αναίρεση της 1508/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/2009.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972, "όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Η πράξη αυτή διωκόταν, αρχικά, αυτεπαγγέλτως. Κατόπιν, μετά την ισχύ της παρ.5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 [που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε πρώτα με το άρθρο 22 του ν. 2721/1999 και τελικά με το άρθρο 15 παρ.3 του ν. 3472/2006], ορίσθηκε ότι "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Περαιτέρω, από τα οριζόμενα στα άρθρα 24 και 29 παρ.1 του ν. 5960/1933, συνάγεται [εξ αντιδιαστολής ως προς το πρώτο] ότι η επιταγή είναι δυνατό να μεταβιβασθεί εγκύρως, με όλες τις έννομες συνέπειες της μεταβιβάσεως με οπισθογράφηση, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση στον πληρωτή.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 ως προς το πρόσωπο του δικαιουμένου σε υποβολή της εγκλήσεως και, ως εκ τούτου, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ.

Ε' και Η'). Ειδικότερα, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είχε εκδώσει την από 28-3-2005 τραπεζική επιταγή, η οποία εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα την 4-4-2005 και σφραγίσθηκε [ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή της]. Ότι η επιταγή αυτή, την 31-3-2005 είχε μεταβιβασθεί από το λήπτη, Ζ (από προφανή παραδρομή, στο δικόγραφο της αναιρέσεως αναφέρεται ως "Θ"), προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος λόγω ενεχύρου.

Ότι μόλις η εν λόγω ενεχυρούχος πληροφορήθηκε την έλλειψη επαρκούς υπολοίπου για την πληρωμή της επιταγής, χωρίς να την εμφανίσει τυπικά στην πληρώτρια τράπεζα προς βεβαίωση της ελλείψεως διαθεσίμων, την επέστρεψε στο δικαιοπάροχό της. Ότι εκείνος, στη συνέχεια, χωρίς και πάλι να τη σφραγίσει, τη μεταβίβασε στο Ξ, ο οποίος την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα και επέτυχε τη σφράγισή της.

Και τέλος, ότι ο Ξ υπέβαλε αρμοδίως την έγκληση για την ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι "δεν είχε το δικαίωμα της εγκλήσεως γιατί αυτός ήταν εξ αναγωγής κομιστής", ενώ "τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής λόγω ενεχύρου ήταν η ως άνω τράπεζα (Εθνική)", που θα έπρεπε να επιδιώξει τη σφράγιση της επιταγής και να εγκαλέσει "ή σε κάθε περίπτωση ο Ζ σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επιταγή".

Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, όμως, οι αιτιάσεις που στοιχειοθετούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι μη νόμιμες, διότι η επίμαχη επιταγή, μέσα στην οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως, εγκύρως επιστράφηκε από την ενεχυρούχο τράπεζα προς το δικαιοπάροχό της, Ζ, ο οποίος, στη συνέχεια και εντός του οκταημέρου, εγκύρως τη μεταβίβασε [κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση αναιρέσεως] προς το Ξ, ο οποίος, ως τελευταίος κομιστής, στηρίζοντας το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων [περιστατικό που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα], εγκύρως την εμφάνισε προς πληρωμή, επέτυχε εμπροθέσμως την επί του σώματος της επιταγής βεβαίωση του πληρωτή περί μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων και εγκάλεσε τον αναιρεσείοντα, ως εκδότη αυτής.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

2.Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 εδ. α' και 510 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι στην έκθεση, που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, οι οποίοι προβλέπονται κατά νόμο ως λόγοι αναιρέσεως και για τους οποίους ασκείται η συγκεκριμένη αίτηση.

Αν κάποιοι από τους λόγους είναι αόριστοι, τότε, αυτεπαγγέλτως, κρίνονται απαράδεκτοι. Η απλή επίκληση κάποιου από τους νομοθετημένους λόγους αναίρεσης, με στερεότυπη επανάληψη του κειμένου του νόμου ή της νομολογιακής ανάλυσης αυτού, δεν αρκεί για να κριθεί κάποιος λόγος ως επαρκώς ορισμένος. Ειδικότερα, σε περίπτωση έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος, ΚΠοινΔ 139 και 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ'), για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, πρέπει με την αίτηση αναίρεσης α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται η ανυπαρξία της σε σχέση με συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά πλήττεται ως μη ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε αναφορά προς συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης (ΟλΑΠ 19/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, διότι "δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε".

Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός, χωρίς να διατυπώνεται παράπονο για παντελή έλλειψη αιτιολογίας [έλλειψη, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται] και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια της υφιστάμενης αιτιολογίας, είναι αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος (ΑΠ 1177/2005).

3.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-12-2008 αίτηση Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1508/18-11-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ