Supreme Court dismisses appeal against First Instance Court's rejection of public land ownership claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Single Court of Appeal's decision rejecting the State's claim to public land ownership. The State argued the lower court failed to examine alternative acquisition bases like prescription, relying on the false premise that the property was never public. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly found the State's primary claim valid and did not need to evaluate the contested alternative grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 571 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly rejects the appellant's claim based on established facts, rendering arguments regarding unexamined alternative acquisition bases inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 238 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Φωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Γ. και της Β. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γρηγορίου Γιαννακόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου μετά του ήδη αποβιώσαντος Π. Σ. του Γ. , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-11-2023 και με αρ. καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 417/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο από 28-4-2021 έφεση κατά της με αριθμ. 23/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 26-6-2019 και με αρ. καταθ. .../2019 αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 9-11-2023 νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 11-10-2023, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο αυτής, με την σχετική επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ι. Κ. (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) που λήφθηκαν υπόψη. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1620/2023, ΑΠ 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1620/2023, ΑΠ 181/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 376/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετήριου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Γ. Σ. του Β. και της Α. απέκτησε, από τους Ι. Μ. του Κ. , Χ. Κ. Μ. και Δ. Κ. Μ. και δυνάμει του υπ' αριθ. ....1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Κ.
Β. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... , την κυριότητα κατά ποσοστό 100% του υπ' αριθμ. ... ακινήτου (αγροτεμαχίου) κειμένου στη θέση "Κοκκινόβραχος" της περιφέρειας του Δήμου Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου, τέως Δήμου Πειραιά, εκτάσεως 150 τ.μ. , και κατά νεώτερη καταμέτρηση 148,92 τ.μ. , το οποίο εμφαίνεται στο από ....1978 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ.
Σ. , το οποίο προσαρτάται στο άνω υπ' αρ. .../1970 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και το οποίο συνορεύει "βορείως επί πλευράς ΓΒ μέτρων 16,10 με ιδιοκτησία Γ. Ζ. , νοτίως επί πλευράς ΑΔ μέτρων 16,10 με ιδιωτικήν οδό, ανατολικώς επί πλευράς ΑΒ μέτρων 9,50 με πρώην οδόν Ροδόπης, και νυν μετονωμασθείσα οδό Πύλου και δυτικώς επί πλευράς ΔΓ μέτρων 9 με ιδιοκτησίαν Γ.
Κ.". Η νομή και κατοχή του ως άνω υπ' αριθμ. 6 ακινήτου (αγροτεμαχίου), είχε ήδη περιέλθει σε αυτόν (αγοραστή) από τους προαναφερομένους πωλητές το έτος 1970, με το υπ' αριθμ. .../1970 προσύμφωνο - συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Ε. Λ. , σε εκτέλεση του οποίου συνήφθη και το άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και είχε ήδη ανεγερθεί πρόχειρη κατοικία από αυτόν (Γ.
Σ.). Το προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο σύμφωνα με νεότερη εμβαδομέτρηση, έχει έκταση 148,67 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-Α10- Α11-Α1 στο από Μαρτίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα κατά το σύστημα ΕΓΣΑ 87, του Αγρονόμου Τοπογράφου - Μηχανικού Παναγιώτη Δ. Κ. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά Α4-Α5 μήκους 9,39 μ.
με την οδό Πύλου, δυτικά σε πλευρά Α9-Α10 μήκους 4,56 μ., σε πλευρά Α10-Α11 μήκους 0,07 μ. και σε πλευρά Α11-Α1 μήκους 4,41 μ., ήτοι με συνολική έκταση πλευράς Α9-Α10-Α11-Α1 στα Δυτικά μήκους 9,04 μ. (4,56μ.+0,07μ.+4,41μ.), με ιδιοκτησία αγνώστου, άλλως με ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ 050680454008, βόρεια σε πλευρά Α1-Α2 μήκους 3,27 μ., σε πλευρά Α2-Α3 μήκους 9,65μ., και σε πλευρά Α3-Α4 μήκους 3,29μ., ήτοι με συνολική έκταση πλευράς Α1- Α2-Α3-Α4 στα βόρεια μήκους 16,21 μ. (3,27μ.+9,65μ.+3,29μ.), με ιδιοκτησία αγνώστου, άλλως με ακίνητο που φέρει ΚΑΕΚ 050680454006, και νότια σε πλευρά Α5-Α6 μήκους 2,01 μ., σε πλευρά Α6-Α7 μήκους 1,39 μ., σε πλευρά Α7-Α8 μήκους 9,20 μ., και σε πλευρά Α8-Α9 μήκους 3,41 μ., ήτοι με συνολική έκταση πλευράς Α5-Α6-Α7-Α8-Α9 στα νότια μήκους 15,98 μ. (2,01μ.+1,36μ.+9,20μ.+3,41μ.) με άγνωστη οδό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στους ως άνω πωλητές - δικαιοπαρόχους του Γ. Σ. , είχε περιέλθει κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1954 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος την ....1957 πατέρα τους, Κ. Α. Μ. , κληρονομιά, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1957 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του πρώην συμβολαιογράφου Πειραιά Γ.
Ε. Λ. , η οποία είχε νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά (τ. 502 και α.α 6), έκταση (αγροτεμάχιο) τριάντα (30) στρεμμάτων, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης κειμένη στη θέση "Κοκκινόβραχος" της περιφέρειας του Δήμου Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου τέως Δήμου Πειραιά "συνορευομένην ανατολικώς με πρώην κληρονόμους Π.
και ήδη αγνώστων, δυτικώς με πετρώδες μέρος πρώην Α. Μ. και νυν κληρονόμων της Α. χήρας Α. Μ. , αρκτικώς με κορυφήν βουνού και μεσημβρινώς με ιδιωτικήν οδό και μετά ταύτα με πρώην ... και νυν Συναιτερισμού Πολυτέκνων Πειραιώς, επί πλευράς μέτρων 127, ειδικότερον εμφαινομένης της εκτάσεως ταύτης εις το από ...1926, σχεδιάγραμμα του μηχανικού Π.
Κ. , συνημμένον εις το υπ' αριθ. .../29 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Σ." (βλ. .../1970 προαναφερόμενο συμβόλαιο). Οι άνω δικαιοπάροχοι-πωλητές Ι. , Χ. και Δ. Μ. την έκταση (30) στρεμμάτων περίπου "διαίρεσαν σε μικρότερα αγροτεμάχια που εμφαίνονται στο από 5.2.1959 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ν. Ι. που είναι συνημμένο στο υπ' αριθ. .../1959 συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Πειραιά Γ.
Λ. Στη συνέχεια διαμόρφωσαν την όλη έκταση και την διαίρεσαν σε 27 αγροτεμάχια, τα οποία εμφαίνονται στο από Οκτωβρίου 1969 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Σ. Π. από τους αριθμούς ένα (1) έως και είκοσι επτά (27), αντίγραφο του οποίου προσαρτάται στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Ε. Λ. Μεταξύ δε των άνω αγροτεμαχίων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθ. 6 (αγροτεμάχιο) την κυριότητα, νομή και κατοχή του οποίου μεταβίβασαν (Ι. , Χ.
και Δ. Μ.) στον Γ. Σ. με το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και προσύμφωνο. Στον Κ. Μ. , πατέρα των άμεσων δικαιοπάροχων του Γ. Σ. , περιήλθε κοινά και αδιαίρετα με τον Α. Μ. του Χ. , ως τμήμα της ευρύτερης έκτασης τριακοσίων πενήντα πέντε στρεμμάτων, δυνάμει του υπ' αριθ. ...1924 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ.
Κ. , το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά (τ. ... και αρ. ...), λόγω αγοράς από τον Γ. Π. Κ. , σε συνδυασμό με το, α) υπ' αριθ. .../1929 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Σ. , νόμιμα μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά (τ. ... και αριθ. ...), δυνάμει του οποίου οι άνω συγκύριοι (Κ.
και Α. Μ.) διένειμαν μέρος της άνω ευρύτερης έκτασης και ειδικότερα εκ 290 στρεμμάτων και το υπ' αριθ. .../1936 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν. Κ. , το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά (τ. ... και αριθ. ...), με το οποίο έλαβε χώρα διανομή της λοιπής ως άνω αγορασθείσας έκτασης εκ 65 έως 70 περίπου στρεμμάτων.
Στον Γ. Κ. του Π. η ανωτέρω έκταση (335 στρεμμάτων), ως τμήμα ευρύτερης έκτασης περιήλθε με το υπ' αριθ. ....1918 διανεμητήριο συμβόλαιο ακινήτου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ν. Π. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , με το οποίο ο Γ. Π. Κ. μετά του Χ. Α. Μ.
και Δ. Α. Μ. διένειμαν συνολική ευρύτερη έκταση στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι" εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων (964) στρεμμάτων. Πιο συγκεκριμένα, την ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενη διανεμηθείσα, με το υπ' αριθ. ....1918 διανεμητήριο συμβόλαιο ακίνητου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ν. Π. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ...
και αριθμό ... , ευρύτερη έκταση απέκτησαν ο Γ. Π. Κ. , ο Χ. Α. Μ. και Δ. Α. Μ. ως εξής: 1) οι Γ. Π. Κ. και Χ. Μ. του Α. απέκτησαν με αγορά από τον Δ. Σ. Λ. δυνάμει του υπ' αριθ. ...1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ε. Λ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , και έγιναν συγκύριοι, κάτοχοι και νομείς κατά το ήμισυ 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός κτήματος εκτάσεως εξακοσίων δέκα (610) στρεμμάτων αποτελούμενου εξ αγρών μετά των εν αυτώ δένδρων κείμενου στην Περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι" και συνορευόμενου αρκτικώς με κορυφή βουνού και κτήμα ... , μεσημβρινώς με κτήμα Φ. , Β. , Κ.
και λοιπών, ανατολικώς με ρεύμα Β. και αγρούς Μ. , Γ. , Κ. , Ζ. και λοιπών και δυτικώς με κορυφή βουνών, 2) ο Γ. Κ. του Π. με αγορά από τον Χ. Μ. του Α. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ε. Λ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , απέκτησε το ήμιση εξ αδιαιρέτου, ήτοι ογδόντα (80) στρέμματα εξ αδιαιρέτου ενός κτήματος εξ αγρών συνεχόμενων εκτάσεων εκατόν εξήντα (160) στρεμμάτων κείμενου στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι", συνορευόμενου γύρωθεν με αγρό Κ.
και αποτελέσει εν όλον κτήμα εκτάσεως συνόλου επτακοσίων εβδομήντα (770) στρεμμάτων, ανηκόντων κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά στρέμματα τριακόσια ογδόντα πέντε (385) στον Γ. Π. Κ. και κατά στρέμματα τριακόσια ογδόντα πέντε (385) στον έτερο Χ. Α. Μ. Την ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενη συνολική έκταση των εκατόν εξήντα (160) στρεμμάτων Χ.
Μ. του Α. την απέκτησε ως εξής: α) έκταση ενός αγρού τριάντα (30) στρεμμάτων κείμενου στη Περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι", συνορευόμενου βορείως και δυτικώς με βουνό, ανατολικό μέση μεσημβρινώς με Γ. Κ. ρεύμα, δυτικώς με Δ. και ανατολικώς με Κ. , με αγορά από τον Γ. Κ. του Π. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1908 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Κ. Μ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , έκταση η οποία είχε περιέλθει στον εδώ πωλητή Γ. Κ. του Π. από τον Δ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1885 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν. Β. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ...
και αριθμό ... , β)έκταση ενός αγρού εξήντα (60) στρεμμάτων κείμενου στη Περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι", συνορευόμενου ανατολικώς με Γ. Κ. και μεσημβρινώς με Κ. και έτερο αγρό στην ίδια θέση έκτασης είκοσι (20) στρεμμάτων συνορευόμενου ανατολικώς με Γ. Κ. και Κ. και μεσημβρινώς με Χ. , με αγορά από τον Γ.
Κ. του Π. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1909 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ. Μ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , έκταση η οποία είχε περιέλθει στον εδώ πωλητή Γ. Κ. του Π. από τον Θ. Μ. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1885 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν.
Β. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, στον τόμο ... και αριθμό ... , δυνάμει του υπ' αριθ. ... παραχωρητηρίου του υπουργείου των οικονομικών και γ) έκταση ενός αγρού είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων κείμενου στην ίδια θέση, ήτοι στην εριφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι", συνορευόμενον πανταχόθεν με Γ.
Κ. και έτερο αγρό στην ίδια θέση έκτασης είκοσι πέντε (25) στρεμμάτων συνορευόμενου ανατολικώς με Π. και δυτικώς με Δ. , αρκτικώς με Π. , μεσημβρινώς με Χ. και Μ. , με αγορά από τον Γ. Κ. του Π. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κ. Ε. Λ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ...
και αριθμό ... , έκταση η οποία είχε περιέλθει στον εδώ πωλητή Γ. Κ. του Π. από τον Δ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1885 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν. Β. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , δυνάμει του υπ' αριθ. ... παραχωτηρητίου του υπουργείου των οικονομικών, ήτοι συνολική έκταση αγρού εκατόν εξήντα (160) στρεμμάτων, προσθέτοντας τις ανωτέρω αναλυτικά μερικότερες εκτάσεις που περιλαμβάνονται στα μικρά γράμματα α, β και γ:
α)/ (30 στρέμματα) + β)/(60+20 στρέμματα)+ γ)/(25+25 στρέμματα) =160 στρέμματα συνολικά, εκ των οποίων το 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτών απέκτησε ο Γ. Κ. του Π. με αγορά από τον Χ. Μ. του Α. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ε. Λ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ...
και αριθμό ... , απέκτησε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, ήτοι ογδόντα (80) στρέμματα και 3) ο Δ. Μ. του Α. με αγορά από τον Χ. Μ. του Α. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ν. Π. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ... και αριθμό ... , απέκτησε το 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ήμισυ ενός κτήματος εκτάσεως εξακοσίων δέκα (610) στρεμμάτων αποτελούμενου εξ αγρών μετά των εν αυτώ δένδρων κείμενου στην περιφέρεια του Δήμου Πειραιώς στη θέση "Κοκκινόβραχος" ή "Κερατσίνι" και συνορευόμενου αρκτικώς με κορυφή βουνού και κτήμα ... , μεσημβρινώς με κτήμα Φ. , Β. , Κ.
και λοιπών, ανατολικώς με ρεύμα Β. και αγρούς Μ. , Γ. , Κ. , Ζ. και λοιπών και δυτικώς με κορυφή βουνών, το οποίο ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται, ο εδώ πωλητής Χ. Μ. του Α. είχε αποκτήσει μαζί με τον Γ. Κ. με αγορά από τον Δ. Σ. Λ. δυνάμει του υπ' αριθ. ....1910 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Κ. Ε. Λ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ...
και αριθμό ... , και ως εκ τούτου έγιναν συγκύριοι, κάτοχοι και νομείς κατά το ήμισυ 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Από την συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπ' αριθ. ... ακίνητο επιφάνειας μ.τ. 148,67 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Κοκκινόβραχος" του Δήμου Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου, τέως Δήμου Πειραιά, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Γ.
Σ. , βάσει της αδιάκοπης σειράς τίτλων του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του από το 1885 και εφεξής, δυνάμει του προαναφερόμενου .../1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Κ. Β. , νομίμως μεταγραφέντος (τ. ... και αριθ. ...). Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται, και από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Α) ο Γ. Σ. , ο οποίος κατείχε και νέμονταν αυτό (επίδικο ακίνητο) από το έτος 1970, έλαβε άδεια επί αυτού: α) το έτος 1975 (βλ. την υπ' αριθ. 2487/8.4.1975 άδεια της Πολεοδομίας Πειραιά), προσθήκης ισόγειας οικίας και αντικατάσταση στέγης, β) το έτος 1979 (βλ.την υπ' αριθ. 2694/2.7.1979 άδεια της άνω αρμόδιας Πολεοδομίας Πειραιά), προσθήκης Α' ορόφου και δώματος και γ)το έτος 1994 (βλ.
την υπ' αριθ. 2762/5.10.1994 άδεια της αρμόδιας Πολεοδομίας Πειραιά), έλαβε άδεια προσθήκης Β' όροφου και κουβούκλιου, εντός των οποίων διέμεναν έκτοτε οι αρχικοί ενάγοντες - τέκνα του Γ. Σ. και ο τελευταίος έως τον θάνατό του που έλαβε χώρα την 8.5.2016, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής του από οιονδήποτε τρίτο είτε από το εναγόμενο Δημόσιο, Β)Από την υπ' αριθ. ....2019 βεβαίωση του Δήμου Κερατσινίου- Δραπετσώνας (Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης) στην οικία αναφέρεται: "Σχετικά με το υπ' αριθ. ....2019 αίτημα, βεβαιώνουμε ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας Σ.
Π. του Ν. με ΚΑΕΚ 050680454007, επί της οδού ... , στη περιοχή Αγίου Αντωνίου στο Δήμο Κερατσινίου - Δραπετσώνας βρίσκεται εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου σύμφωνα με το Φ.Ε.Κ 10Δ/20.1.1971 ".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Σ. , ο οποίος απεβίωσε , μετά την έναρξη της ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή Κερατσινίου Αττικής που έλαβε χώρα την ....2007, είχε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και πλησιέστερους συγγενείς του κατά το χρόνο θανάτου ..... τα νόμιμα τέκνα του 1) Π. Σ. του Γ. και της Β. και 2) Ν. Σ. του Γ. και της Β. , οι οποίοι άσκησαν με την ιδιότητα των εναγόντων την υπό κρίση από 26.6.2019 αγωγή. Ο πρώτος αρχικώς ενάγων Π. Σ. του Γ. και της Β. απεβίωσε την ....2020 ... με μοναδικό εξ αδιαθέτου πλησιέστερο συγγενή του τον δεύτερο ενάγοντα-αδελφό του (Ν. Σ. του Γ. και της Β.) και ήδη εφεσίβλητο, στον οποίο και περιέρχεται (λόγω κληρονομικής διαδοχής) η νομή, κατοχή και κυριότητα του κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος που προβάλει με σχετικό λόγο έφεσης.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τον αποβιώσαντα Γ. Σ. είτε τους δικαιοπαρόχους αυτού στην άσκηση της νομής τους σε αυτή (επίδικη έκταση), ούτε άσκησε το ίδιο οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό, ούτε και προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας ότι η επίδικη έκταση ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1125/2018, Εφ.Πατρ. 15 6/2022 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ούτε και προκύπτει από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι η επίδικη έκταση έχει χαρακτηρισθεί ότι είναι δάσος ή δασική έκταση είτε ότι έχει εκδοθεί γι' αυτή πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ή παραχωρητήριο. Κατόπιν τούτων, δεν προέκυψε ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα και συνεπώς, δεν απαιτούνταν, ως προς την επικουρική αγωγική βάση περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, να προσδιοριστεί στην απόφαση η νομή χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του αποβιώσαντος Γ. Σ. κατά το χρονικό διάστημα από 1885 μέχρι την 11.9.1915, ούτε ως προς την επικουρικότερη να προσδιοριστεί η βασιμότητα των προϋποθέσεων συνδρομής της παρ.1 του άρθρου 4 Ν.3127/2003, απορριπτομένων ως αβάσιμων και των σχετικών ισχυρισμών του εκκαλούντος που προβάλλονται με την έφεσή του [(δεύτερο-τέταρτο), (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 712/2015 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)].
Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οι οποίοι κρίθηκαν ατελέσφοροι στην προκειμένη περίπτωση με την εκκαλούμενη απόφαση, τους οποίους επαναφέρει με λόγο έφεσης (4.2), επικαλούμενος (εκκαλούν) αλυσιτελώς (Κ.Πολ.Δ 520), κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με τους οποίους ιστορεί ότι, το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του, δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και των αναφερόμενων πρωτοκόλλων του Λονδίνου δικαιώματι πολέμου, άλλως ότι περιήλθε σε αυτό με κατάλειψη του ως εγκαταλελειμένου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας άλλως ως αδέσποτη έκταση, κατ' άρθρο 16 το από 10-71837 Β.Δ, συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 712/2015, Εφ.Πατρ. 15 6/2022 ό.π), για την παραδεκτή προβολή των οποίων, έπρεπε το Δημόσιο να επικαλεστεί τα πραγματικά γεγονότα που τους θεμελιώνουν και θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις στις οποίες στηρίζονται.
Τούτο διότι, ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.
Κατά συνέπεια το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί ούτε αποτελούσε δημόσιο κτήμα ως τμήμα της ευρύτερης εκτάσεως του Α.Β.Κ 83 (καταγεγραμμένου δημόσιου κτήματος).".
Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας της απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε μετ' επικλήσεως, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα του με ΑΒΚ 83 δημοσίου κτήματος και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη το με αρ. ...-2019 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά με το συνημμένο σ αυτό διάγραμμα εντοπισμού ακινήτου, το από 12-3-1934 τοπογραφικό διάγραμμα περιοχής "Κοκκινόβραχος" Πειραιώς του μηχανικού Α.
Γεωργιάδη εντός του οποίου εντοπίζεται το επίδικο ως τμήμα του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ 83, το φύλλο του γενικού βιβλίου καταγραφής δημοσίων κτημάτων, τα ενοικιαστήρια προς τον Δ. Μ. ως αναδειχθέντα ενοικιαστή υπό την εγγύηση του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Κ. Μ. , το με αρ. .../1970 έγγραφο της διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών περί της ανωτέρω εκμίσθωσης της μείζονος έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, την από 27-5-2003 τεχνική έκθεση έρευνα των μηχανικών του Δημοσίου σχετικά με την ευρύτερη περιοχή του "Κοκκινόβραχου", τη δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου στον ΟΚΧΕ για το δημόσιο κτήμα ΑΒΚ 83 με συνημμένη την ένστασή του, η οποία έγινε δεκτή, και ότι αγνοώντας τα ανωτέρω έγγραφα και χωρίς αντίκρουση του περιεχομένου τους, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τον αποβιώσαντα Γ.
Σ. ούτε άσκησε κάποια διακατοχική πράξη. Από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα της αποδοχής ως κατ' ουσίαν βασίμου του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσεως του δικαιώματος κυριότητος από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτο, κληρονομούμενο πατέρα του, Γ.
Σ. και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ως αναπόδεικτους, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο το αναιρεσείον, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός εγγράφου.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, που αποτελείται από δύο σκέλη, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις εκ των αρ.1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-26 ν.δ. "Περί Αεροπορικής Αμύνης" και άρθρων 2 και 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας Δημοσίων Κτημάτων" , των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία [ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3)], και περί της καλής πίστης κατά την άσκηση της νομής [ν. 27 Πανδ.(18-1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41-3) , 11 Πανδ. (51-4), 5 παρ. 5,1 (41-10) και 109 Πανδ. (50-16)] σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.δ.
της 21.6/10-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις με τις παραδοχές του ότι το δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπάροχου του ενάγοντος ουδέποτε αμφισβητήθηκε ούτε οχλήθηκε αυτός από το Ελληνικό Δημόσιο και ότι το επίδικο ουδέποτε ήταν δημόσιο κτήμα, περαιτέρω δε ότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχτηκε ότι δεν απαιτούνταν, ως προς την επικουρική αγωγική βάση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ο προσδιορισμός, με την προσβαλλόμενη απόφαση, της νομής χρησικτησίας των απώτερων και απώτατων δικαιοπάροχων του, κληρονομούμενου από τον ενάγοντα, Γ.
Σ. κατά το χρονικό διάστημα 1885-1915 προκειμένου να καταλυθεί η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου. Από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ήταν δημόσιο κτήμα και ο αποβιώσας κληρονομούμενος και δικαιοπάροχος του ενάγοντος Γ.
Σ. , κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, δυνάμει διαδοχικών και νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαιογραφικών συμβάσεων μεταβίβασης, από το έτος 1885 έως το έτος 1979, οπότε απέκτησε αυτός το δικαίωμα κυριότητας με το με αρ. .../1979 συμβόλαιο αγοράς ακινήτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής και δεν ερεύνησε τις επικουρικές περί χρησικτησίας αγωγικές βάσεις αυτής.
Εξάλλου τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και οι δικαιοπάροχοι αυτού δεν οχλήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο και δεν αμφισβητήθηκε η κυριότητα τους, αναφέρονται πλεοναστικώς και χωρίς να ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου περί του παραγώγου τρόπου κτήσης του δικαιώματος κυριότητας. Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, και κατά τα δύο σκέλη του, στηρίζεται στην εσφαλμένη και αναληθή προϋπόθεση ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε και τις επικουρικές αγωγικές βάσεις περί κτήσεως της κυριότητας με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία άλλως με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, για τις οποίες όμως δεν διαλαμβάνει παραδοχές καθόσον ουδόλως ερεύνησε αυτές.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του.
Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο, υποβληθέν με τις προτάσεις του, αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αρ. 417/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ