Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding unjust enrichment and good faith exercise of legal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court failed to specify consequences for the appellee's unjust enrichment claim, violating Article 281 of the Civil Code, but the court found the judgment explicitly detailed the €2.5 million debt and the appellee's reliance on a new loan. Consequently, the court ruled the appellee's exercise of rights was not abusive and rejected the appeal, ordering the appellant to pay the appellee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 559 of the Civil Code; The court held that a final judgment sufficiently clarifies the consequences of an unjust enrichment claim when it specifies the exact debt amount and the claimant's reliance on a new loan, thereby validating the exercise of rights without requiring further specific circumstances to prove good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 238/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Γεωργία Γεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζωητό που ανακάλεσε την από 1/11/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4627/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6334/2006 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 20/2/2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 363/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6334/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5461/2013 μη οριστική και 1820/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε εκ νέου η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20/9/2016 αίτησή της και τους από 10/7/2017 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1112/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1820/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3688/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 20/1/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-1-2022 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ ... ΕΑΚ 188/2022, Αριθ. Δικ. 867/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3688/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 22-11-2005 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 4627/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 12-11-2004 αγωγή της περί απόδοσης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 12-11-2004, αγωγή της, επικαλούμενη ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) της οφείλει το ποσό του 1.960.375.983 δραχμών (ήδη 5.753.121 ευρώ), άλλως το ποσό του 1.308.375.569 δραχμών (ήδη 3.839.746,35 ευρώ), κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω αχρεώστητης παροχής, άλλως από αιτία παράνομη και ειδικότερα από παράνομους τόκους που υπολόγισε σε βάρος της (η αναιρεσείουσα) μονομερώς, χωρίς συμφωνία των διαδίκων για ανατοκισμό τους ανά τρίμηνο, κατά το χρονικό διάστημα από 11-9-1987 (οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις αναφερόμενες σ' αυτή καταρτισθείσες κατά τα έτη 1971, 1973 και 1974 δανειακές συμβάσεις και την καταρτισθείσα το έτος 1985 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, δυνάμει των οποίων η αναιρεσείουσα της είχε χορηγήσει τα αναφερόμενα αναλυτικά δάνεια) έως 2-9-1994 (οπότε η ενάγουσα προέβη σε εξόφληση των ανωτέρω δανειακών της υποχρεώσεων), ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει τα άνω ποσά, νομιμοτόκως από 1-1-1999, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4627/2005 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της άνω απόφασης η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 22-11-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 6334/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (κατ' άρθρο 30 παρ. 8 ν. 2789/2000).
Η εκκαλούσα - ενάγουσα άσκησε κατά της πιο πάνω απόφασης την από 20-2-2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 363/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η ως άνω 6334/2006 απόφαση αναιρέθηκε για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρου 30 του Ν. 2789/2000) και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Κατόπιν συζήτησης της άνω έφεσης εκδόθηκαν, αρχικά η 5461/2013 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη και μετά τη διενέργεια αυτής η 1820/2016 απόφαση, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ένστασης της εναγομένης (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής άσκησής της.
Η ενάγουσα άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 20-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής και επ' αυτών εκδόθηκε η 1112/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η 1820/2018 απόφαση αναιρέθηκε για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Με την από 20-11-2019 κλήση της ενάγουσας η υπόθεση επανήλθε στο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3688/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η 4627/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία, μετ' απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησής της, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 2.499.567 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017).
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 88/1980, ΑΠ 845/2021, ΑΠ 1149/2021, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 222/2019).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ.
β ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αναφορικά με την, από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσείουσα δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, η εφεσίβλητη - εναγόμενη προέβαλε επικουρικώς και επανέφερε στο παρόν δικαστήριο την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εκκαλούσας - ενάγουσας, διότι η τελευταία κατέβαλε οικειοθελώς και χωρίς πίεση, με πλήρη γνώση ότι καταβάλει τόκους εξ ανατοκισμού, τα άνω ποσά, ότι δημιούργησε την πεποίθηση σε αυτήν, που ενεργούσε καλόπιστα και δεν ξεκίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των οφειλομένων, ότι δεν θα ασκήσει την αγωγή, την οποία αδράνησε 10 έτη να ασκήσει, ότι θεωρούσε με την προηγούμενη κρατούσα νομολογία ότι είχε το δικαίωμα επιβολής τόκων εξ ανατοκισμού, ότι λόγω του πληθωρισμού τα ποσά που κατέβαλε η εκκαλούσα - ενάγουσα έχουν απωλέσει σημαντικό μέρος της αξίας τους και ότι έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος η ικανοποίηση του δικαιώματος της εκκαλούσας - ενάγουσας λόγω επιπτώσεων εις βάρος της (εφεσίβλητης - εναγομένης) και δη αποθεματοποίησης και αύξησης του παθητικού της.
Η ένσταση αυτή, όμως, που είναι νόμιμη, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθώς δεν αποδεικνύεται ποια είναι η επίπτωση του πληθωρισμού σε σχέση με τα καταβληθέντα από την εκκαλούσα - ενάγουσα ποσά και η αντίστοιχη απώλεια της εφεσίβλητης - εναγόμενης. Οι συνέπειες που θα επέλθουν εις βάρος της εφεσίβλητης - εναγομένης από την αποθεματοποίηση και την αύξηση του παθητικού της και θα προκύψουν από την καταβολή των οφειλομένων προς την εκκαλούσα - ενάγουσα, σε σύγκριση με τις συνέπειες από την μη ικανοποίηση του δικαιώματός της (εκκαλούσας - ενάγουσας) δεν καθιστούν μη ανεκτή κατά την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος την άσκηση του δικαιώματος αυτού.
Δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα εν γνώσει της κατέβαλε τα αχρεώστητα, λόγω του παράνομου ανατοκισμού, ποσά, αλλά ότι κατέβαλε αυτά που της ζητούσε η εφεσίβλητη - εναγόμενη, προκειμένου να απαλλαγεί από το χρέος, που επιβαρυνόταν διαρκώς με τόκους υπερημερίας, για το οποίο, μάλιστα, έλαβε και δάνειο από άλλη τράπεζα, για να το αποπληρώσει και να υποχρεούται μόνο στην καταβολή συμβατικών τόκων σε αυτή την τράπεζα (NOVA BANK OF SCOTIA), να προβεί δε περαιτέρω στην εξυγίανσή της.
Δεν μπορεί δε, να αποδοθεί κακοπιστία στην εκκαλούσα - ενάγουσα λόγω της άσκησης της αγωγής μετά τη νομολογιακή μεταβολή για το θέμα των ανατοκισμών, που να καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.
β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε με τις από 18-4-2005 πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε παραδεκτά, ως εφεσίβλητη, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με τις από 8-3-2006, 1-12-2011, 21-10-2015 και 27-5-2021 προτάσεις της, ως εκτίθενται αναλυτικά στις σελίδες 12η έως και 21η του αναιρετηρίου, τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους κάτωθι ισχυρισμούς της, οι οποίοι, επίσης, θεμελιώνουν την άνω ένσταση, ήτοι: (α) Ότι επέδειξε μεγάλη ανοχή και παρείχε επανειλημμένες διευκολύνσεις προς την αναιρεσίβλητη για την αποπληρωμή των υποχρεώσεών της. (β) Ότι εισέπραξε τα καταβληθέντα προς αυτήν από την αναιρεσίβλητη ποσά τόκων εξ ανατοκισμού με την εδραία πεποίθηση ότι της καταβάλλονται οφειλόμενα ποσά, δεδομένου ότι είχε απολύτως εμπεδωθεί η άποψη στα πιστωτικά ιδρύματα και στις εποπτεύουσες αρχές ότι ο αυτοδίκαιος ανατοκισμός ήταν σύμφωνος με τους όρους της υπ' αριθ. 289/1980 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και την πεποίθηση αυτή είχε ενισχύσει η 27/1987 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ, που έκρινε νόμιμη την αυτοδίκαιη επιβολή τόκων από ανατοκισμό και (γ) Ότι οι τόκοι, οι οποίοι προέκυπταν από τον αυτοδίκαιο ανατοκισμό αύξησαν τα κέρδη της Τράπεζας, για τα οποία κατέβαλε φόρο εισοδήματος.
Ωστόσο, τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, δεν είναι ικανά, καθένα χωριστά ή συνολικώς εκτιμώμενα, να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση. Ειδικότερα, το γεγονός ότι η Τράπεζα επέδειξε ανοχή και παρείχε διευκολύνσεις προς την αναιρεσίβλητη για την εξόφληση των υποχρεώσεών της, αποτελεί συνήθη συναλλακτική πρακτική των Τραπεζών, οι οποίες παρέχουν διευκολύνσεις στους οφειλέτες τους για την αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους και αποφεύγουν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους, καθώς από αυτήν δεν είναι σίγουρο ότι θα επέλθει ικανοποίηση των αξιώσεών τους.
Επίσης, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της ένδικης αγωγής μετά την μεταβολή της νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του ανατοκισμού δεν αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, αφού με αυτή επιδίωξε την ικανοποίηση νόμιμου δικαιώματός της όταν αυτή κατέστη εφικτή, και τέλος, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα για τα ποσά των τόκων που εισέπραξε από την αναιρεσίβλητη πλήρωσε φόρο εισοδήματος δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέβαλε τους τόκους αυτούς κατόπιν απαίτησης της αναιρεσείουσας, που κατέβαλε φόρο προς εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της και θα περιλάβει τη ζημία της από την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού σε επόμενη χρήση.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 β ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, ακόμη και με τη συνδρομή των περιστατικών αυτών, μαζί με τα περιστατικά που έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως εκτίθενται πιο πάνω, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση, με την ένδικη αγωγή, του δικαιώματός της για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων τόκων δεν παρίσταται καταχρηστική.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δεν διευκρινίζει ποιες είναι οι δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν από τη μη ικανοποίηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας της σύγκρισής τους και της στάθμισης των εκατέρωθεν εννόμων συμφερόντων και δεν αναφέρει τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί από τη συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων, ώστε να ελεγχθεί εάν η ανατροπή τους από την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης καθίσταται μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, διευκρινίζονται σ' αυτήν οι δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν για την αναιρεσίβλητη, καθώς αναφέρεται το ποσό που η αναιρεσείουσα εισέπραξε από την αναιρεσίβλητη χωρίς νόμιμη αιτία και επί ζημία της, ανερχόμενο σε 2.499.567 ευρώ, το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να της το καταβάλει, ενώ διαλαμβάνει, επίσης, ότι για να εξοφλήσει την άνω ανύπαρκτη οφειλή της προς την αναιρεσείουσα προσέφυγε σε δανεισμό από άλλη Τράπεζα (τη NOVA BANK OF SCOTIA), υποχρεούμενη να καταβάλει προς αυτή, εκτός από το κεφάλαιο, και συμβατικούς τόκους επ' αυτού.
Εξάλλου, δεν απαιτείτο η αναφορά περαιτέρω ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, καθώς η συνδρομή τους συνδέεται με συγκεκριμένη προηγηθείσα της άσκησης της ένδικης αγωγής συμπεριφορά των διαδίκων και τέτοια δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, ώστε σε συνδυασμό με άλλα επικληθέντα γεγονότα (πχ τη μακροχρόνια αδράνεια της αναιρεσίβλητης), η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μεταγενέστερη άσκηση του ένδικου δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-1-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3688/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ