Legislator Case Law & Legislation
238/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding fixed-term contracts with local authorities.

Case Number 238/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a single-judge court ruling in a labor dispute with the Larissa Municipality. The appellants argued that successive fixed-term contracts violated constitutional and EU directives, but the court found their claims inadmissible because the contracts did not meet the statutory duration thresholds required to be deemed open-ended. Consequently, the court upheld the lower court's decision and ordered the appellants to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 § 1 of Law 3198/1955; Art. 263 of the Civil Code; Art. 11(a) of Directive 1999/70/EC: Successive fixed-term contracts with local authorities do not convert to open-ended employment if they fail to meet the cumulative duration and renewal requirements specified in the relevant decree and directive.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts local authority employment open-ended contract conversion statutory duration thresholds labor dispute appeal Directive 1999/70/EC constitutional employment rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 § 1 of Law 3198/1955
Art. 19 of Law 435/1976
Art. 263 of the Civil Code
Art. 279 of the Civil Code
Art. 11(a) of Directive 1999/70/EC
PD 164/2004
Art. 8 § 3 of Law 2112/1920
Ο σκοπός αυτός (θεσμικός και δημοσιονομικός), τον οποίο υπηρετεί το άρθρο 103 § 8 του Συντ.
Art. 281, 671 of the Civil Code
Art. 25 §§ 1 & 3 of the Constitution
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 § 2 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 238 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 238/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Τ., κατοίκου ... και 3) Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Λαρισαίων", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-04-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 640/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-08-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-8-2019 και με αριθ. κατάθεσης 41/2-9-2019 αίτηση αναίρεσης η οποία φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 14-10-2020 κλήση των αναιρεσειουσών, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 173/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ και επί της αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Ως "έγερση και πάλι" νοείται η εκ νέου άσκηση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Η εκ νέου άσκηση, προκειμένου περί αγωγής για την οποία ο νόμος καθιερώνει παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία βραχύτερη των έξι μηνών, πρέπει να γίνει μέσα στο βραχύτερο αυτό χρόνο από την απόρριψη της προηγούμενης (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 172/2018).

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία και σχετική αγωγή, προκύπτει, ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης.

Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφιστάμενη κατάσταση. Για το λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία ζητείται μόνο η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία.

Όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, έχει παρέλθει η προθεσμία για τις αξιώσεις που απορρέουν από την άκυρη καταγγελία, τότε, η αγωγή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσεως εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα (ΟλομΑΠ 1338/1985, ΑΠ 409/2014).

H διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, καθόσον αφορά το μέχρι τη 17.4.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες §§ 7 & 8 του Συντάγματος, με το άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (ΟλομΑΠ 18/2006 και 19, 20/2007).

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 & 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (§ 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". (§ 3) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις §§ 3 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Με την προσθήκη των διατάξεων αυτών (§§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Σ.), μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Έτσι, πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδάφ. γ' της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την και από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου.

Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την § 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 (ΟλομΑΠ 7, 8/2011, 19, 20/2007). Εξ άλλου, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α' 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28.6.1999 [που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση], η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).

Η επιλογή από την Ελληνική πολιτεία των μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας έγινε από το άνω Π.Δ/μα 164/2004, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Με το εν λόγω Π.Δ/μα ρυθμίζονται οι όροι και οι συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 4-6) και ορίζονται οι συνέπειες των παραβάσεων (άρθρο 7, όπου μεταξύ άλλων στην § 1 ορίζεται ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη και στην § 2 εδ.

β' ότι ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του). Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 & 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλομΑΠ 7/2011, ΟλομΑΠ 19/2007).

Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλομΑΠ 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5.

Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 § 1 και 11 §§ 1 περ.

α' & 5 του εν λόγω Π.Δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Επομένως, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (ΟλομΑΠ 13/2017).

Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα προβλέπεται στην § 6 του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος σύμφωνα με την οποία "Κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του ΟΑΕΔ, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω".

Μετά ταύτα, ενόψει, αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει κατ' αρχήν εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (ΜΠΛασ 472/2018) ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, απολήγουσα σε χαρακτηρισμό, στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας που συνάφθηκαν κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ΠΔ 164/2004, ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, με την εφαρμογή της προγενέστερης της Οδηγίας και εισέτι ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, με το σκεπτικό ότι αυτές κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του δημόσιου φορέα απασχόλησης, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (Ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67, 70 στην ως άνω C-760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 § 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04 σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18 σκέψη 123, C-282/2019 σκέψη 123).

Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 5, 6 & 7 του ΠΔ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 & 6 του ως άνω Διατάγματος [με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις] α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης [και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος] τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 & 6 του πδ 164/2004.

Εξάλλου, η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17 σκέψεις 94, 95). Όπως προαναφέρθηκε, οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380 Αγγελιδάκη κλπ).

Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το ΠΔ 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω. Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C-760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το ΠΔ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 & 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 § 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004. Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου δεύτερου §§ 2 & 3 του ν. 4528/2018, παρέχεται ουσιαστικά απαλλαγή στους εκπροσώπους των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.

Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε να υποστηριχθεί, κατ' αρχάς, ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας-πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE & CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.

Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την εσφαλμένη άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Κατά την υποβολή δε του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C-760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Εξάλλου, η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την § 7 του ιδίου άρθρου αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 § 2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των §§ 7 & 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά εκ της ανάγκης να αντιμετωπισθεί μία μακροχρόνια πολιτική πρακτική, οι απαρχές της οποίας ανάγονται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της Οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου και η οποία αποδοκιμάσθηκε ευθέως από τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νομοθέτη επειδή είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση των αρχών της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στους διορισμούς και τις προσλήψεις προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΣτΕ 911/2020).

Ο σκοπός αυτός (θεσμικός και δημοσιονομικός), τον οποίο υπηρετεί το άρθρο 103 § 8 του Συντ. είναι και από ενωσιακή άποψη θεμιτός [η ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ για την εργασιακή εφεδρεία επιβεβαιώνει ότι το ΔΕΕ σέβεται τις δημοσιονομικές ευαισθησίες των εθνικών νομοθετών (ΔΕΕ 15.4.2021, C-511/19 ΑΒ κατά ΟΑΚΑ, σκέψεις 34, 36, 44)].

Ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να αγνοηθεί και πρέπει να ισορροπεί και να εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της θέσης εργασίας. Έτσι, στον χώρο του Δημοσίου δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο το συμφέρον του εργαζομένου στη διατήρηση της θέσης εργασίας. Ακόμη, υπάρχει και μια άλλη τελολογική στάθμιση που επιβάλλει τη μη εφαρμογή του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920:

η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου θα επέφερε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ο ενωσιακός νομοθέτης θέλει να περιορίσει. Θα λειτουργούσε ως επιβράβευση και ως κίνητρο συνέχισης "μη βέλτιστων" πρακτικών του παρελθόντος. Έτσι, αντί να προλαμβάνεται η κατάχρηση, θα ενισχυόταν και η πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας θα αναιρείτο εκ των έσω.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Οι αναιρεσείουσες μαζί με άλλους ενάγοντες άσκησαν αρχικά κατά του αναιρεσιβλήτου -εναγομένου ΟΤΑ την από 6-10-2010 και με αρ.

καταθ. 877/2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 18-4-2013, όλοι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής αυτής και ακολούθως, άσκησαν την από 7-4-2014 και με αρ. καταθ. 252/2014 επίδικη αγωγή στο ίδιο Δικαστήριο κατά του αυτού εναγομένου -αναιρεσιβλήτου με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεσαν, στην αγωγή, ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΟΤΑ καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις έργου, δυνάμει των οποίων προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον αναιρεσίβλητο με διάφορες ειδικότητες, ήτοι η πρώτη απ' αυτές απασχολήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, με την ειδικότητα της ΤΕ Διοικητικής υπαλλήλου κατά τα χρονικά διαστήματα από 6-9-2002 έως 5-9-2003, από 6-9-2003 έως 5-9-2004, από 1-10-2004 έως 30-9-2005, από 1-10-2005 έως 13-9-2006, από 14-9-2006 έως 13-9-2007, από 14-9-2007 έως 14-12-2007, ακολούθως απασχολήθηκε από τον Οργανισμό Κοινωνικής Πολιτικής του αναιρεσιβλήτου από 14-12-2007 έως 10-4-2008, από 11-4-2008 έως 7-8-2008, από 8-8-2008 έως 4-12-2008 και στη συνέχεια, απασχολήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο από 5-12-2008 έως 4-12-2009 και από 5-12-2009 έως 4-12-2010.

Η δεύτερη απ' αυτές απασχολήθηκε από τον αναιρεσίβλητο με την ειδικότητα της Γεωπόνου, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-7-2004 έως 28-2-2005, από 1-3-2005 έως 31-10-2005, από 1-12-2005 έως 30-6-2006, από 1-7-2006 έως 31-8-2006 απασχολήθηκε στον Αθλητικό Οργανισμό του Δήμου και στη συνέχεια, από 1-9-2006 έως 31-8-2007, από 11-9-2007 έως 10-9-2008, από 19-9-2008 έως 18-9-2009 και από 19-9-2009 έως 18-9-2010 απασχολήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο.

Και η τρίτη απ' αυτές απασχολήθηκε από το αναιρεσίβλητο Δήμο με την ειδικότητα της εργάτριας πράσινου δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου κατά τα χρονικά διαστήματα από 12-7-2004 έως 11-8-2005, από 17-4-2006 έως 16-12-2006, από 1-10-2007 έως 30-9-2008, από 1-10-2008 έως 30-9-2009 και από 1-10-2009 έως 30-9-2010. Ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες τους ήταν μόνιμες, σταθερές και απαραίτητες για την λειτουργία του αναιρεσίβλητου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις λειτουργούσαν, κατ' ουσίαν, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι το αναιρεσίβλητο σταμάτησε να αποδέχεται τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους και επήλθε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους, η οποία ωστόσο είναι άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, ήτοι ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως. Ζήτησαν δε, με την αγωγή, την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεών τους με το εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο, ήτοι αυτής της ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας και την υποχρέωση αποδοχής των προσφερόμενων υπηρεσιών τους.

Η αγωγή απορρίφθηκε κατά μεν το αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί εκ τούτου ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος Δήμος να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών -αναιρεσειουσών ως απαράδεκτη, κατά δε το αίτημα να αναγνωριστεί ότι οι ενάγουσες απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μη νόμιμη, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση των αναιρεσειουσών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (δι' απορρίψεως της εφέσεως κατ' ουσίαν).

Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αγωγικό αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας και λόγω της ακυρότητας αυτής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος Δήμος να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσειουσών, ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι οι ενάγουσες -αναιρεσείουσες άσκησαν την ένδικη αγωγή τους πολύ μετά την 3μηνη προθεσμία από τη λύση της σχέσεως, του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955 και της όμοιας (3μηνης προθεσμίας) του άρθρου 263 σε συνδ.

με 279 ΑΚ, από την παραίτηση της αρχικής από 6-10-2010 αγωγής τους. Και περαιτέρω, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της απασχόλησης των εναγουσών-αναιρεσειουσών στον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έκρινε ότι εφόσον αυτές υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή προσλήφθηκαν μετά την 18-4-2001 είναι μη νόμιμο, ως αντικείμενο στις Συνταγματικές διατάξεις των §§ 7 & 8 του άρθρου 103, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μονιμοποίησης της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 περ.

α' του εν λόγω Π.Δ/τος, με το οποίο εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 ν. 3198/1955, 263 & 279 ΑΚ και απέρριψε το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων και πραγματικής απασχόλησης των εναγουσών ως απαράδεκτο, και δεν έσφαλε, αφού οι ενάγουσες -αναιρεσείουσες κατέθεσαν την αρχική από 6-10-2010 αγωγή τους στις 11-10-2010 και την κοινοποίησαν στον εναγόμενο στις 15-10-2010, από την οποία παραιτήθηκαν του δικογράφου κατά τη συζήτηση αυτής στις 18-4-2013 και στη συνέχεια άσκησαν την επίδικη από 7-4-2014 αγωγή, την οποία κατέθεσαν στις 8-4-2014 και επέδωσαν στο εναγόμενο -αναιρεσίβλητο στις 12-4-2014.

Ήτοι άσκησαν εκ νέου την αγωγή στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη, πολύ μετά (1 έτος) την 3μηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, αρχομένη από την παραίτηση της προηγούμενης αγωγής (ΑΚ 263, 279). Αλλά και αν ακόμη κριθεί ότι ζητείται μόνο η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας χωρίς να ασκείται αξίωση, η αγωγή ως αναγνωριστική δεν υπόκειται καθεαυτή στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όμως είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ορθή επίσης ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 103 §§ 2, 3, 7 & 8 του Συντάγματος, 11 § 1 περ. α' Π.Δ/τος 164/2004 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, το Εφετείο, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα αναγνώρισης της απασχόλησης των αναιρεσειουσών στον αναιρεσίβλητο ως εξ ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έσφαλε, δεδομένου ότι πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου με ΟΤΑ, συναφθείσες υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων των άρθρων 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, οι οποίες δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων που συνάφθηκαν μετά τη συνταγματική αναθεώρηση της 17ης Απριλίου 2001, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις δεν μπορούν να συστήσουν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με ημερομηνία ισχύος 19-7-2004, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 περ.

α' αυτού και συγκεκριμένα συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, δεδομένου ότι, όπως ιστορείται, οι ενάγουσες -αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν στο αναιρεσίβλητο αρχικά η δεύτερη από 1-7-2004 και η τρίτη από 12-7-2004, η δε πρώτη είχε σύμβαση από 6-9-2002 έως 5-9-2003 και από 6-9-2003 έως 5-9-2004 και επομένως μέχρι τις 19-7-2004 που ίσχυσε το Π.Δ/μα 164/2004 η μεν πρώτη είχε συμπληρώσει συνολικό χρόνο απασχόλησης μόνο 22 μηνών και 16 ημερών και μια ανανέωση, οι λοιπές δε ελάχιστες ημέρες (18 και 5 ημέρες αντίστοιχα).

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος έως τέταρτος αλληλοκαλυπτόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δήθεν κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 § 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος και του Ενωσιακού δικαίου (Οδηγία 1999/70/ΕΚ στην οποία προσδίδεται διαφορετική ερμηνεία) το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, είναι αβάσιμοι.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δήμου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2019 και με αριθμό καταθέσεως 41/2-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 173/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ