Supreme Court dismisses appeal on church property ownership, upholding lower court's finding of adverse possession under Cretan Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding ownership of a church building. The appellant argued that the church was their property, but the lower court found the appellant had acquired ownership through adverse possession under the Cretan Civil Code, not the general Civil Code. The Supreme Court upheld this decision, rejecting the appeal as baseless and ordering the appellant to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 246 KPolD; Art. 573(1) KPolD; Art. 64 KPolD; Art. 1, 36(1) Law 590/1977; Art. 2(2) Law 8/79; Art. 4(3) Regulation 4/1969; Art. 1539/1939; Art. 22-4/16-5-1926; Art. 62(2) Law 590/1977; Art. 54 Law 4149/1961; Art. 206, 237(2), 295, 296, 299, 302 Cretan Civil Code; Art. 1045, 1046, 1053 Cretan Civil Code; Adverse possession under the Cretan Civil Code prevails over the general Civil Code for properties acquired before its enactment, and the Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments of possession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 238/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Παπαλόη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενοριακός Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου Ελαίας Πεδιάδος" που εδρεύει στο Δ.Δ. Ελαίας Πεδιάδος, Δήμου Χερσονήσου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φουρτουνίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης" που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ανδρουλακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 5-6-2015 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1006/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2018 αίτησή της και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 27-9-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 486/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, και οι από 25-11-2019 πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να συνεκδικαστούν, κατ'άρθρο 246 ΚΠολΔ ,που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Με βάση το άρθρο 64 ΚΠοΛΔ όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί. Ο Ενοριακός Ναός, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4 και 36 παρ. 1 Ν. 590/1977 "Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", αποτελεί βασική μονάδα οργάνωσης του εκκλησιαστικού βίου και λογίζεται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), εκπροσωπείται δε σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του με αριθμό 8/79 Κανονισμού "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών" που εκδόθηκε και ισχύει κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 36 παρ.6 του προαναφερόμενου νόμου, από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο.
Για να εγείρει αγωγή και για να ασκήσει ένδικο μέσο το νομικό αυτό πρόσωπο (Ενοριακός Ναός) απαιτείται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 γ του με αριθμό 8/79 Κανονισμού, απόφαση του Εκκλησιαστικού του Συμβουλίου, η οποία πρέπει κατά το άρθρο 12 παρ.1 και 6 του ίδιου Κανονισμού να εγκριθεί από το αρμόδιο Μητροπολιτικό Συμβούλιο.
Αυτές είναι οι δύο αποκλειστικές προϋποθέσεις έγγραφης πληρεξουσιότητας προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος εκπροσωπεί δικαστικώς τον Ιερό Ναό. Εξάλλου ,από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 105 ΚΠοΛΔ, συνάγεται, ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο με τον τύπο που ορίζει ο νόμος.
Επομένως, αν κατά τη συζήτηση μιας πολιτικής υπόθεσης ο πληρεξούσιος διαδίκου εμφανίζεται στο δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός δεν μετέχει νομίμως στη δίκη και θεωρείται δικονομικώς απών (ΑΠ 1601/2017, ΑΠ 1695/2017. Ειδικότερα, στο άρθρο 96 αρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το νόμο 3994/2011, ορίζεται ότι κατά τη διαδικασία του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Δηλαδή εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγω της σοβαρότητας του εκδικαζόμενου ή διατιθέμενου αντικειμένου επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο. Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή.
Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ475/2019,ΑΠ192/2015)). Μόνον όσον αφορά την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., όταν αυτή γίνεται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 20 §1 του Ν. 39086/2002 τα τελευταία "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
ή από μέλος του". Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠοΛΔ "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ,κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ,το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε ,από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέφανο Φουρτουνίδη στον οποίο είχε δοθεί πληρεξουσιότητα με την …/…-11-2019 απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου ,που εγκρίθηκε με την …./2019 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης ,προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο .Ομως ,η άνω πληρεξουσιότητα ,εφόσον δεν χορηγήθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και εφόσον η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου νπδδ δεν ασκείται από το ΝΣΚ ,δεν είναι νόμιμη ,σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με αποτέλεσμα το αναιρεσίβλητο να θεωρείται δικονομικά απόν.
Εξάλλου. από τις 4231Σ/20-6-2019 και 370/29-11-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης Σ. Ν. ,που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα ,προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της, με την κάτω από αυτά πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για την αρχική δικάσιμο της 8-1-2020,οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο νπδδ, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας ,που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της.
Επομένως , πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτό παρόν. Στο άρθρο 82 ΚΠοΛΔ ορίζεται ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του και ότι αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σ' εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ "ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".
Τούτο δε είναι εύλογο διότι και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, δοθέντος ότι χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.
Περαιτέρω, από τις ίδιες, ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, ο προσθέτως παρεμβάς όμως πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.
Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 447/2017, ΑΠ 436/2016), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 2192/2013), το δε απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απαραδέκτως στρέφονται και κατά του ΝΠΔΔ< Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης > το οποίο παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος ΝΠΔΔ<Ενοριακός Ιερός Ναός Γενεσίου τηςΘεοτόκου Ελαίας Πεδιάδος >και κατά της εναγομένης Σ. Ξ. , ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ,σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ,πλην όμως η επίδοση των άνω δικογράφων σ'αυτό ισχύει ως κλήση προς το ανωτέρω ΝΠΔΔ.
Eπειδή επί τουρκοκρατίας, υπό το κράτος του οθωμανικού δικαίου, το οποίο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, οι χριστιανικές εκκλησίες (Ναοί) εν γένει δεν αναγνωρίζοντο ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωρίζοντο όμως DE FACTO ως περιουσιακές ολότητες (UNIVERSITAS BONORUM) προορισμένες για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και φιλανθρωπικού σκοπού τους, των οποίων τη διαχείριση, ως επί ιδίου πράγματος, ασκούσαν κατά τα παραχωρηθέντα από το Σουλτάνο προνόμια του Γένους, οι κατά τόπους αρχές με επιτρόπους της Ορθόδοξης Κοινότητας υπό την προεδρία του Επιχωρίου Επισκόπου, μέσω δε την προνομίων αυτών, τα οποία επικυρώθηκαν και με τα Σουλτανικά Διατάγματα του Χάρτι - σερίφ του 1839 και Χάττι- Χουμαγκούν της 18 Φεβρουαρίου 1856, οι υποθέσεις των χριστιανικών καθιδρυμάτων υπαγόντουσαν στη δικαιοδοσία των Πατριαρχικών Δικαστηρίων, που εφάρμοζαν τους Βυζαντινούς νόμους, οι οποίοι χρησίμευαν ως νόμοι του Ελληνικού Έθνους.
Την πραγματική αυτή κατάσταση που υπήρχε στις Νέες Χώρες κατά το χρόνο της απελευθέρωσής τους από την Ελλάδα, αναγνώρισε και ο Έλληνας Νομοθέτης προνοώντας για την εξασφάλιση των περιουσιών αυτών, που ήταν ταγμένες για τους προαναφερθέντες θρησκευτικούς και φιλανθρωπικούς, καθώς και άλλους ηθικούς και κοινωνικούς σκοπούς και με το άρθρο 8 παρ.3 του Ν 147/2014 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας", κατά το άρθρο 2 παρ. 4 εδ. 1 του οποίου, εξάλλου στις χώρες που τέως διατελούσαν υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους εισήχθη στο σύνολό της η ισχύουσα στην Ελλάδα αστική νομοθεσία, επομένως και το οριζόμενο στο από 23.2.1835 ΒΔ αστικό (Βυζαντινορωμαϊκό) δίκαιο και η νεοελληνική αστική νομοθεσία.
Εξ ετέρου με το Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων, ο οποίος θέσπισε στο άρθρο 3 παρ. 6 ότι " ακίνητα, ων την διαχείρησιν ως επί ιδίων πραγμάτων είχαν επί τουρκοκρατίας αι αρχαί και επιτροπαί των Ορθοδόξων Κοινοτήτων ή των εν αυταίς υπαγόμενων επί μέρους ιδρυμάτων, εν οίς προδήλως περιλαμβάνονται και οι παντώς είδους Ιεροί Ναοί, και νομικών προσώπων και ων οι πρόσοδοι διετίθεντο προς εξυπηρέτησιν τίνος των εν παραγ. 1 του παρόντος άρθρου μνημονευμένων σκοπών, εν οις και η συντήρησης εκκλησιών, αναγνωρίζονται ως νομίμως κεκτημένη περιουσία και εάν οι τίτλοι αυτών φέρονται αναγεγραμμένοι επ` ονόματι ιδιωτών ή εμφιλοχωρεί ακυρότης αιτήσεως κατά τον οθωμανικόν νόμον, εν ελλείψει ικανότητας προς κτήσιν παρά τω κτησαμένω προσώπω, είτε δια την μη τήρησιν των νομίμων διατυπώσεων κατά την μεταβίβασιν, στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι " οι κατά το εδ.
β` της παρ. 1 του άρθρου 3 ενοριακαί περιουσίαι, παραμένουσι ως περιουσίαι των κατά τον νόμον περί ενοριών οργανωμένων Ενοριακών Ναών". Με τις παραπάνω διατάξεις έπαυσε να υπάρχει η υφιστάμενη κατά το παρελθόν ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων να αποκτήσουν κυριότητα, η κτήση όμως αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα, δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ.
β` και 6, 11 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 20 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την μετά τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της κυριότητας με απόφαση των αρμοδίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών, που συνεστήθησαν.
Ειδικότερα δε προκειμένου περί παρεκκλησίων και εξωκκλησίων επικύρωση της ανωτέρω υφισταμένης από τα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας καταστάσεως, της αναγνωρίσεως δηλαδή σε αυτά, μολονότι δεν ήταν εξοπλισμένα με νομική προσωπικότητα, της ικανότητας για κτήση ιδίας περιουσίας, για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους, εκπροσωπουμένης κατά τα άνω, αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 1 του εν τω μεταξύ, πριν από την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, θεσπισθέντος νόμου ΓΦ?ΣΤ /1910 "περί Ενοριακών ναών κλπ", κατά την οποία (διάταξη), όπως αυτή συμπληρώθηκε με το ν. 2677/1921 " πας ενοριακός ναός της εν Ελλάδι ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί νομικόν πρόσωπον έχων ιδίαν περιουσίαν...
εξωκκλήσια και παρεκκλήσια...υπάγονται εις τους Ενοριακούς Ναούς, ως εξαρτήματα αυτών, μετά ομόφωνον γνωμοδότησιν του Επισκόπου κλπ, τα δε έχοντα ετήσιον εισόδημα πλέον των δισχιλίων δραχμών υπάγονται εις το Γενικόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον, μετά γνωμοδότησιν της Ιεράς Συνόδου", κατά την έννοια της οποίας διατάξεως αναγνωρίζεται η υφιστάμενη και πρότερον αυτοτέλεια και αυθυπαρξία της περιουσίας των παρεκκλησίων και εξωκκλησίων, ως ταγμένης σε ορισμένο σκοπό και η ικανότητά τους για τη διατήρησή της και με τη φράση "υπάγονται εις τους Ενοριακούς Ναούς ως εξαρτήματα αυτών" ανατίθεται η διοίκηση και διαχείρηση της περιουσίας τους και η έναντι τρίτων εκπροσώπησή τους στον Ενοριακό Ναό στον οποίο αυτά υπάγονται.
Τούτο δε καθίσταται φανερό και από τη διατύπωση των αντίστοιχων διατάξεων των νεωτέρων νόμων περί Ιερών Ναών που επηκολούθησαν, όπως του άρθρου 4 του ΝΔ 27/28 Δεκεμβρίου 1923 "περί ενοριακών ναών και εφημεριών" που επεκτάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3615/1928 και στις Νέες Χώρες, του άρθρου 6 του αν. 1369/1938, του άρθρου 5 του αν. 2200/1940, ήδη δε του άρθρου 13 παρ. 4 του εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του ν. 590/1977υπ` αριθ. 8/1979 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "περί Ιερών Ναών και Ενοριών", που αναφέρονται σαφώς στην υπαγωγή των παρεκκλησίων και εξωκκλησίων εις τον ενοριακόν ναόν ή και εις το ΤΑΚΕ, κατά τις αναφερόμενες στις διατάξεις αυτές διακρίσεις "ως προς την διοίκησιν και διαχείρησιν" της περιουσίας τους, χωρίς να θίγεται η αυτοτέλεια των (ΟλΑΠ 1741/1980, ΑΠ 485/2013, ΑΠ 1171/2013).
Τέλος κατά το άρθρο 54 του Ν. 4149/1961" Περί Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας και άλλων τινών διατάξεων" "αι εν τη Αυτοκεφάλω της Εκκλησίας της Ελλάδος ισχύουσαι διατάξεις περί Ενοριακών Ναών και Εφημερίων εφαρμόζονται και εν τη περιφερεία της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν 147/2014 που όρισε ότι "οποιοδήποτε έγγραφο αποδεικνύει κυριότητα, όπως και οι τίτλοι που αποδεικνύονται σε καταχωρήσεις σε βιβλία μητροπόλεων, πρέπει να μεταγράφεται" προκύπτει ότι "η απόφαση των αναφερομένων παραπάνω Επιτροπών του άρθρου 11 του Ν. 2508/1920 έπρεπε να υποβληθεί σε μεταγραφή.
Παρόμοια ρύθμιση προέβλεπε και η διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 3800/1957. Από τις εκτεθείσες διατάξεις του Ν. 2508/1920 και ιδιαίτερα εκείνη του εδ. β` της παρ. 1 του άρθρου 3 προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν οι αναφερόμενες σ` αυτές (διατάξεις) διατυπώσεις, ήτοι απόφαση Επιτροπών και μεταγραφή της, ο Ιερός Ναός δεν αποκτά παραγώγως κυριότητα, αλλά εξακολουθεί να έχει τη νομή της περιουσίας του, η άσκηση της οποίας, υπό τις προϋποθέσεως του ισχύοντος στην προκείμενη περίπτωση από 23.7.1904 μέχρι 23.2.1946 Κρητικού Κώδικα και του Αστικού Κώδικα για το μετέπειτα διάστημα, οδηγεί στην απόκτηση κυριότητας με έκταση χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 293, 295 Κρητικού Κώδικα, 1045, 1046, 1051AKκαι 51, 53 Εισ.
ΝΑΚ. (AΠ 612/2014).Εξάλλου η έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 295 συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)". Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του(ΑΠ 555/2016). Κατά δε το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976- 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ειδικότερα, η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ`αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου και η καταβολή των οικείων φόρων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας(ΑΠ 1089/2019), ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο,κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ ).
Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης, ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 26/2015).Κατά το άρθρο 1053 ΑΚ <όταν αποκτηθεί η κυριότητα πράγματος με χρησικτησία επέρχεται απόσβεση και των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τρίτων που τυχόν υπάρχουν πάνω σ' αυτό ,εκτός αν αυτός που χρησιδεσπόζει δεν βρισκόταν κατά την κτήση της νομής σε καλή πίστη ως προς το δικαίωμα του τρίτου .Ο χρόνος της χρησικτησίας πρέπει να περάσει και ως προς το δικαίωμα του τρίτου .Για τον υπολογισμό αυτού του χρόνου εφαρμόζονται οι διατάξεις για την χρησικτησία της κυριότητας πράγματος >.
Εξ` ετέρου, κατά το άρθρο. 4 παρ. 3 αριθμ. 4 του έτους 1969 κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "περί οργανώσεως συγκροτήσεως και λειτουργίας του Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας "ΟΔΔΕΠ" επί ακινήτων κτημάτων εφαρμόζονται αναλόγως οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του ΑΝ. 1539/1939 "περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων" καθώς και οι διατάξεις του ΝΔ 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 του ΝΔ. 3432/1955 περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΕΠ νομοθεσίας και κυρώσεως της υπ` αριθμό 1064 από 14-6-19`55 ΠΥΣ ", η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν 4944/1931 εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ιερών Μονών καθώς και επί της εν γένει Εκκλησιαστικής Περιουσίας, την οποία διαχειρίζεται ο ΟΔΔΕΠ.
Τέλος κατά το άρθρο 62 παρ. 2 του Ν. 590/1977 "περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", με τον οποίο καταργήθηκε και ο προαναφερόμενος Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου, οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1939 "περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων", όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, έχουν εφαρμογή και επί "κτημάτων", τα οποία ανήκαν στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 του ιδίου Νόμου Νομικά πρόσωπα, στα οποία συγκαταλέγονται και οι ενορίες με τους Ενοριακούς Ναούς τους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, προκειμένου για κτήμα ενοριακού ναού ο χρόνος της κτητικής παραγραφής, ήτοι εκείνος της εκτάκτου χρησικτησίας μπορεί να αρχίσει από τις 23-2-1946(χρονολογία εισαγωγής του ΑΚ) και να συμπληρωθεί μέχρι τις 18-6-1969 (χρονολογία ενάρξεως της ισχύος του προαναφερομένου Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου αριθμ. 19), υπό τον όρο ότι η νομή του κτήματος δεν είχε αφαιρεθεί, αλλά είχε παραχωρηθεί στον χρησιδεσπόζοντα από τον Ενοριακό Ναό έστω και ατύπως (ΑΠ 1564/2010).
Εξάλλου ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός, ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση την οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή(ΑΠ 610/2014).
Τέλος , κατά μεν το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του άρθρου 560 αριθ.6 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: <Το επίδικο ακίνητο κείται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … της δημοτικής ενότητας Γουβών του Δήμου Χερσονήσου, εκτός ορίων οικισμού, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, έχει επιφάνεια 690,77 τ.μ.
και συνορεύει βόρεια- βορειοδυτικά σε πλευρά μήκους 57,36 μέτρων με γραμμή απαλλοτριώσεως και πέραν αυτής με νέα Εθνική οδό Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου, νότια - νοτιοδυτικά σε πλευρά συνολικού μήκους 27 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. -Ξ. και εν συνεχεία σε πλευρά συνολικού μήκους 19,05 μέτρων με οικία κληρονόμων Ι.
Δ., νότια - νοτιοανατολικά σε πλευρά, συνολικού μήκους 35,59 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Ξ. και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 559-556- 286-287-288-557-147- 315-145-558-990-987-988-559 στο με χρονολογία Ιούνιος 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Χ.. Το ακίνητο αυτό ως αποδείχθηκε το απέκτησε το ενάγον κατόπιν άτυπης παραχωρήσεως και άνευ ανταλλάγματος από πιστούς της ορθόδοξης εκκλησίας που διατηρούσαν μετόχια στην περιοχή ("λασηθιώτικα μετόχια", περί το δεύτερο μισό του 19ου μ.Χ.
αιώνα, προκειμένου να ανεγερθεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου, κατέστη δε ακολούθως κύριο τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Εν συνεχεία και πάντως προ του έτους 1893, στο ακίνητο αυτό ανηγέρθη ο μεταβυζαντινός μονόκλιτος ναός (εξωκκλήσι σήμερα) του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, εμβαδού 35 τμ περίπου, προκειμένου να εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής ...
και δη του μετοχιού "..." και τα πλησίον αυτού λασηθιώτικα μετόχια, δι' ο και αποκαλείτο "Άγιος Γεώργιος ...ς". Ο ναός αυτός εγκαινιάστηκε εφόσον μάλιστα πραγματοποιήθηκαν σ' αυτόν, τουλάχιστον κατά τα έτη 1964 - 1979, έξι μυστήρια βάφτισης..., ενώ σημειώνεται ότι ουδέποτε τηρήθηκε στο αρχείο της Ιεράς Μητρόπολης Κρήτης και νυν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης βιβλίο καταγραφής εγκαινιασμένων Ιερών Ναών.
Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τμήματα του επίδικου ναού καταστράφηκαν από τους βομβαρδισμούς, αμέσως δε μετά τη γερμανική κατοχή αποκαταστάθηκε με νεότερα υλικά η οροφή του από κατοίκους της ενορίας Ελιάς. Το ενάγον από τη λειτουργία του τουλάχιστον κατά το μήνα εορτής του Αγίου Γεωργίου (Απρίλιος) είχε και έσοδα, τα οποία καταγράφονταν στις χρήσεις του των ετών 1947-1948, 1955, 1957 και 1960.
Οι παραπάνω ενέργειες (λειτουργίες στο ναό, συντήρηση για λογαριασμό του ενάγοντος, επίβλεψη) αποτελούν επαναλαμβανόμενες ανά τακτά χρονικά διαστήματα πράξεις νομής του ενάγοντος στο επίδικο. Πριν τη διάνοιξη της νέας Εθνικής Οδού Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου, ο ναός αυτός εξυπηρετείτο από αγροτική οδό, η οποία άρχιζε από την παλαιά Εθνική οδό Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου, στο ύψος του καφενείου "Σαχλή" και διερχόμενη από τον επίδικο ναό συνδεόταν (ο αγροτικός δρόμος) με την επαρχιακή οδό Ηρακλείου - Επισκοπής, ενώ μετά τη διάνοιξη της προαναφερόμενης νέας Εθνικής οδού, διακόπηκε η πρόσβαση στο ναό δια της ως άνω αγροτικής οδού και εξυπηρετείται από διάβαση η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά του επίδικου ναού, αρχίζει από την επαρχιακή οδό Ηρακλείου - Επισκοπής, διέρχεται μέσω ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγόμενης και καταλήγει στον επίδικο ναό.
Η εναγόμενη μάλιστα αρχικά είχε προφορικά αποδεχθεί, μεταξύ άλλων και κατά την από 29-4-2010 συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Γουβών, για την εξυπηρέτηση των πιστών διά της ασφαλούς πρόσβασής τους στο ναό, αλλά και με αίτησή της (στην οποία πάντως διαλάμβανε το επίδικο ως ιδιοκτησία της και όχι του ενάγοντος) προς την ΚΓ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων..., την παραχώρηση και τυπικά δουλείας διάβασης μέσω του ακινήτου της, ενώ δαπάναις της κατασκεύασε ξυλόσκαλα.
Και το ίδιο το ενάγον είχε επίσης αιτηθεί τη διάνοιξη παράλληλου δρόμου για την προσπέλαση στο ναό του ήδη από το έτος 1992..., αίτημα στο οποίο επανήλθε και το έτος 2007 ... και το έτος 2008 με την από 29-10-2008 αίτησή του προς το ΥΠΕΧΩΔΕ Ηρακλείου...στην οποία μάλιστα γίνεται μνεία και στην ιδιοκτησία του επί του ναού και στην καταρχήν συναίνεση και της εναγόμενης (καθώς και της αδελφής της) για την παραχώρηση της απαιτούμενης έκτασης προκειμένης της διάνοιξης.
Περαιτέρω, το ενάγον στην αρχική δήλωση του προς την Εφορία (Ε9) για την ακίνητη περιουσία του δήλωσε μεν τούτο ως εδαφική έκταση επιφάνεια 350 τ.μ., ωστόσο εν συνεχεία στις μετέπειτα δηλώσεις του αφ' ενός η επιφάνεια του ακινήτου δηλώνεται ως 690,77 τμ αφετέρου του κτίσματος 30 τμ,, ενέργειες που επιρρωνύουν την κρίση περί της ιδιοκτησίας του επί του επιδίκου, αγρού και Ναού.
Και ναι μεν δεν παροράται η παραπάνω εδαφική διαφορά στην έκταση, όμως και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας παρατηρούνται στις δηλώσεις ακινήτων και δη αγρών τέτοιες διαφοροποιήσεις μέχρις της επακριβούς καταμέτρησης τους, κρίση που επιρρωνύεται και από τις δηλώσεις Ε9 της ίδιας της εναγόμενης για την μείζονα έκταση στην οποία η ίδια συμπεριλαμβάνει και το επίδικο, όπου αναφέρει μεν ότι έχει επιφάνεια 12.828 τμ (έτη 1995, 1998, 2002, 2003,2005, 2014), το δε έτος 1991 στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας 12.500 τμ με κτίσμα 60 τμ και σε σειρά άλλων ετών δηλώνει ικανότερες εκτάσεις χωρίς διάκριση θέσης ως ενιαίο ακίνητο, ενώ με το προσκομιζόμενο από 1-2-2015 τοπογραφικό του Ι.
Σ. αυτή πλέον καταμετράται ως έχουσα επιφάνεια 13.062,66 τμ. Την 23 Απριλίου 2009 και ενώ το ενάγον μετά του εφημέριου του και πιστοί είχαν μεταβεί στο επίδικο για την πανηγυρική θεία λειτουργία του ναού χωρίς να προκύπτει ότι είχαν έλθει σε προηγούμενη συνεννόηση με την εναγομένη προς τούτο ή ότι απαιτείτο προηγούμενη ενημέρωσή της, διαπίστωσαν ότι η διάβαση στο σημείο που εφάπτεται με την επαρχιακή οδό Ηρακλείου - Επισκοπής και από όπου διήρχοντο για να προσεγγίσουν στο ναό ήταν κλειστή με σιδηρά θύρα επί περίφραξης που συμπεριλάμβανε και το επίδικο.
Έκτοτε η εναγόμενη άρχισε να αμφισβητεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου ισχυριζόμενη ότι αυτό αποτελεί ιδιοκτησία της και ότι ο ναός του Αγίου Γεωργίου που υπάρχει σ' αυτόν είναι ιδιωτικός. Ειδικότερα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Κρήτη τα έτη 1946-1947 ο πατέρας της και δικαιοπάροχος της Σ.
Ξ., κτηνοτρόφος της περιοχής, προέβη με δικές του δαπάνες στην ανέγερση της ένδικης εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στη μνήμη του πατέρα του Γ. Ξ., με σκοπό την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών της οικογένειας του και του βοηθητικού του προσωπικού ενώ σ' αυτήν δεν ετελούντο μυστήρια, αλλά λειτουργούσε μόνο μια φορά το χρόνο την εορτή του Αγίου Γεωργίου, από ιερέα τον οποίο καλούσε ο πατέρας της.
Πλην όμως, ως αποδείχτηκε ο παραπάνω ιερός ναός κατασκευάστηκε τον 19° αιώνα και είναι κυριότητας του ενάγοντος κατά τα προεκτεθέντα, ουδόλως δε ο ναός είναι ιδιωτικός, γεγονός που προκύπτει επίσης και από την από 5-7-2005 βεβαίωσή του προς το προσθέτως παρεμβαίνον κατόπιν του με αρ. πρωτ. …/…-11- 2003 ερωτήματος του τελευταίου περί ιδιωτικών ναών στην ενορία και, στην οποία δεν αναφέρεται ο ως άνω Ναός ειμί μόνον τρεις άλλοι που κείνται στην ενορία του.
Ουδ' άλλωστε τέτοιο δεδομένο (ως προς την κυριότητα της εναγόμενης για το ναό) προκύπτει ακόμη και από την από 6-2-2009 πρόσθετη παρέμβαση της αδελφής της, Γ., σε δίκη υπέρ αυτής και του συζύγου της με μη διάδικο το ενάγον, όπου εκεί διαλαμβάνεται ως ενισχυτικό των ισχυρισμών της ότι αναγνωρίζονται τόσον η ίδια ως και η εναγόμενη "κυρίες των ομόρων προς το Ναό ακινήτων".
Αξιοσημείωτο επιπλέον είναι και το γεγονός ότι στις παραπάνω δηλώσεις Ε9 της εναγόμενης των ετών 1995 και 2005 δεν δηλώνει και τον ιδιωτικό, κατά τους ισχυρισμού της ναό ή έστω κτίσμα επιφάνειας ίσης ή παρόμοιας (30-35 τμ), το πρώτον δε δηλώνει τέτοιο "ειδικό κτίριο" μόλις το έτος 2014, ενέργεια που καταλύει έτι περαιτέρω τον ισχυρισμό της περί του χαρακτηρισμού του ναού ως ιδιωτικού, αφού στην περίπτωση αυτή ανέκαθεν θα το δήλωνε ως ακίνητο ιδιοκτησίας της, ενώ τουναντίον, το γεγονός ότι το κείμενο στη θέση ...
εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου ανήκει στο ενάγον, βεβαιώνεται και σε χρόνο ανύποπτο σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. …/…-11-1976 βεβαίωση της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης. Η δε ύπαρξη του ναού προ του επικαλούμενου από την εναγόμενη χρόνου ανέγερσής του προκύπτει τόσον από το με αριθμ. …/…-… δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Τζερμιάδου Λασιθίου Εμμανουήλ Παπαδάκη δυνάμει του οποίου η Μ.
Μ. δώρησε στην Κ. Δ. διάφορα ακίνητα, ανάμεσα στα οποία είναι και ένα ακίνητο στη θέση "Μετόχιον ..." μία οικίαν απαρτιζομένην από κατεστραμμένα δωμάτια ισόγεια δυο και το 1/8 αδιανεμήτως συνεχομένου σπηλιού με πλησιαστάς κληρονόμους Γ. Φ. και "περιοχήν εκκλησίας Αγίου Γεωργίου", ως και από τη με αριθμ. …/1944 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη όπου αναφέρεται ότι η διαθέτης Μ.
σύζυγος Γ. Ο. άφησε στους κληρονόμους της ανάμεσα στα άλλα ακίνητα και ένα ακίνητο στη θέση "…" το ήμισυ αδιανεμήτως οικοπέδου εκτάσεως όλου τριάντα τετραγωνικών μέτρων πλησιαζομένων κτήμασι Ι. Λ., Κ. Δ. και "πλατείας Αγίου Γεωργίου εκκλησίας", αλλά και από τη με αριθμό …/1944 δημόσια διαθήκη ενώπιον του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου όπου ο διαθέτης Γ.
Ο. καταλίπει στη θέση "Μετόχι" ακίνητο πλησίον της πλατείας "Εκκλησίας Αγίου Γεωργίου". Περαιτέρω στον επίδικο ναό ανευρέθηκε εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στην οποία αναφέρεται ότι φιλοτεχνήθηκε το έτος 1893 από τον αγιογράφο Ε. Μ., καταγράφηκε σαν κειμήλιο από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης το έτος 1999 και κατά συνέπεια ο επίδικος ναός προϋπήρχε του έτους 1893.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ναός και ο περιβάλλων αυτού χώρος αποτελούσαν διακριτό χώρο που δεν ανήκε στον δικαιοπάροχο της εναγόμενης προκύπτει και από το νομίμως μεταγεγραμμένο με αριθμό …/…-11-1958 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων όπου ο ανωτέρω απέκτησε ακίνητα πλησίον του επιδίκου και δη, "εντός του Μετοχιού εις θέσιν ... - ..." αγρόν εκτάσεως εκατόν (100) περίπου τετραγωνικών μέτρων και έξωθι του περιβολιού της εκεί εκκλησίας, συνορευόμενον γύρωθεν κτήμασι Σ.
Ξ. και εγ ου υπήρχον άλλοτε δύο οικήματα τελείως ερειπωμένα σήμερον". Ο περιβάλλων το ναό χώρος επίσης αναφέρεται ως όριο σε περιγραφή ακινήτων και δη ως "προαύλιο Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου" στο νομίμως μεταγεγραμμένο δηλωτικό αποδοχής κληρονομιάς μες αριθμό …/…- 5-1996 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη, η δε εκκλησία ως όριο (διακριτό από την ιδιοκτησία των κληρονόμων Σ.
Ξ.) και στη νομίμως μεταγεγραμμένη με αριθμό …/…-11-1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μαρίας Βασιλάκη - Αμανάκη. Τα παραπάνω δεν έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση του εφημέριου της Ενορίας του ενάγοντος Μ. Σ. ο οποίος υποστηρίζει ότι στην επίδικη εκκλησία λειτουργεί κάθε χρόνο κατά την εορτή του Αγίου Γεωργίου από το έτος 1972 μέχρι σήμερα ως εξωκλήσι της ενορίας Ελιάς Πεδιάδος και μόλις το έτος 2009 η εναγόμενη επικαλέστηκε ότι επίδικη εκκλησία είναι ιδιωτική και ότι αποτελεί ιδιοκτησία της.
Περαιτέρω, ο μάρτυρας Μ. Ο., ο οποίος διαμένει από το έτος 1950 σε απόσταση 150 μέτρων από τον επίδικο ναό κατέθεσε ότι ο ναός του Αγίου Γεωργίου κατασκευάστηκε τα χρόνια της τουρκοκρατίας και εξυπηρετούσε τις λατρευτικές ανάγκες του τότε οικισμού ... και ότι ανήκει στην ενορία Ελιάς Πεδιάδος. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι εκτός από το ναό χρησιμοποιείτο και η αυλή του (περίβολος της εκκλησίας) και συγκεκριμένα κάθε χρόνο την ημέρα της εορτής του εκεί γινόταν το πανηγύρι.
Κατέθεσε επίσης ότι γνώριζε τον πατέρα της εναγόμενης Σ. Ξ. αλλά ουδέποτε άκουσε αυτόν να λέει ότι η εκκλησία και ο περίβολος της είναι δικά του. Τα παραπάνω επίσης κατέθεσαν οι μάρτυρες Μαρία χήρα Ε. Β. το γένος Μ. η οποία υπηρέτησε σαν κοινοτική υπάλληλος στην τότε κοινότητα Ελιάς και ο Ν. Τ. του Μ. ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου Ελιάς του τότε Δήμου Γουβών ότι δηλαδή ο επίδικος ναός ανήκει στην ενορία Ελιάς Πεδιάδος, τα οποία δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγόμενης (Κ.
Α., Ι. Κ., Γ. Σ.) που καταθέτουν πως έχουν ακούσει, και μάλιστα όχι από τον ίδιο τον πατέρα της εναγόμενης ότι ο ναός κτίστηκε από αυτόν, πλην του τελευταίου που εκθέτει ότι είναι ιδιωτική εκκλησία, που όμως, ως ανωτέρω προκύπτει και εξ εγγράφων, δεν αποδείχθηκε. Η κατάθεση της αδελφής της μάρτυρος της εναγόμενης είναι μεν ιδιαιτέρως ακριβής και αξιόπιστη ως προς τα περιστατικά για τα οποία έχει ίδια αντίληψη, πλην όμως δεν ενισχύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού από το οποίο δεν προκύπτει ότι μόνον η οικογένειά της ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και όχι το ενάγον, προεχόντως διότι τις εν λόγω πράξεις η εναγόμενη ευθέως συνδέει και με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ναού υποστηρίζοντας εσφαλμένως ότι είναι ιδιωτικός.
Η δε βοσκή ζώων στην ευρύτερη περιοχή όπου πράγματι η εναγόμενη έχει στην ιδιοκτησία της ικανές εκτάσεις και τυχόν χρήση και του επιδίκου (χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι και τούτο περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που η εναγόμενε εκμισθώνει), δεν καθιστά την εναγομένη κυρία είτε του ναού είτε τοι περιβάλλοντος αυτού χώρου, κύριο των οποίων ως αποδείχθηκε είναι το ενάγον.Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε, που με εκκαλουμένη απόφασή του είπε τα ίδια σωστά εκτιμώντας τις αποδείξει δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι, όπως και η κρίση έφεση στο σύνολό της>.
Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων2παρ 3και 4εδ1 , 8παρ 3ν147/1914<περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας >,1 του ν ΓΦπΣΤ/1910 <περί Ενοριακών Ναών κλπ> 51 και 55του ΕιανΑΚ,1045και 1053 και ορθά εφάρμοσε τα άρθρα 1045ΑΚ και 55 ΕισΝΑΚ και ορθώς δεν εφάρμοσε τις λοιπές διατάξεις αφού από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι εφάρμοσε τις διατάξεις του ΑΚ και όχι προγενέστερο δίκαιο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κύριος του επιδίκου κατέστη ο αναιρεσίβλητος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ δεν δέχθηκε ότι υπήρξε οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου για να εφαρμοστεί η ΑΚ 1053. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης εκ του αρθ 1 του άρθρου 560 ΚΠοΛΔ αβάσιμος.
Με τους δύο λόγους αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άριθ 6 του άρθρου 560 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα , η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου :α)τις διατάξεις των άρθρων 295,206,1356,1357,298και 299 του Κρητικού ΑΚ και του ν ΔΚΗ1912 και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό κυριότητας του αναιρεσίβλητου γιατί δεν αναφέρει πότε άρχισε η χρησικτησία του αναιρεσίβλητου επί του επίδικου ,αν ίσχυε ο Κρητικός ΑΚ κατά την έναρξη της νομής ,πόσος χρόνος χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί την 23-7-1904 και αν απέμενε λιγότερος της πενταετίας ,β)τις διατάξεις του άρθρου 4παρ 3 του 4/1969Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος <Περί διοργανώσεως ,συγκροτήσεως και λειτουργίας του Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας ΟΔΔΕΠ> ,του αν 1539/1939 <Περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων> του νδ 22-4/16-5-1926 <Περί Διοικητικής ποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμυνας και 62 παρ 2 ν590/1977,Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος με τον οποίο καταργήθηκε ο προαναφερθείς Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου από τις οποίες ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και δη αυτός της έκτακτης χρησικτησίας για κτήμα Ενοριακού Ναού μπορούσε να αρχίσει την 23-2-1946 και να συμπληρωθεί μέχρι την 18-8-1969 και του άρθρου 54 ν 4149/1961 ,σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου και γ)τις διατάξεις των άρθρων 206, 237στοιχ ε ,295, 296, 299 και 302 του Κρητικού Αστικού Κώδικα και 1045.1046,1053 για το χρονικό διάστημα από 23-2-1946 σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό περί διενεργείας εμφανών πράξεων νομής στο επίδικο από τον αναιρεσίβλητο .
'Οσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμος επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού η προσβαλλομένη απόφαση θεμελιώνει την κυριότητα του αναιρεσίβλητου με έκτακτη χρησικτησία επί του επίδικου σε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου που έλαβαν χώρα υπό το νομικό καθεστώς ου ΑΚ και όχι αυτό του Κρητικού Κώδικα.
Εξάλλου, αβάσιμοι είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις σχετικά με την παραγραφή της κτητικής παραγραφής και αυτές του Κρητικού Κώδικα ,αλλά με πλήρεις ,σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο δεν είναι ιδιωτικός ναός και ουδέποτε ανήκε στην αναιρεσείουσα και τον δικαιοπάροχο της αλλά κατασκευάστηκε το έτος 1893 και ο αναιρεσίβλητος ναός ασκεί από του έτους 1947 τουλάχιστον τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εμφανείς πράξεις νομής (λειτουργίες κατά την εορτή του Αγίου Γεωργίου, συντήρηση, επίβλεψη, τέλεση μυστηρίων κλπ) με διάνοια κυρίου ,γενόμενος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία .
Εξάλλου ,οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου (αρθ 561παρ 1 ΚΠοΛ).Κατόπιν τούτων πρέπει ν' απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495παρ 3 ΚΠοΛΔ)και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος προσθέτως παρεμβαίνοντος λόγω της ήττας της (άρθ 176,183και 191παρ 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-9-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης
Απορρίπτει την από 27-9-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 25-11-2019 πρόσθετους λόγους της της Σ. Ξ. κατά της 486/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ,που δίκασε ως Εφετείο Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του καθου η κλήση προσθέτως παρεμβαίνοντος, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) .
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ