Legislator Case Law & Legislation
238/2020 AI generated

238/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 238/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1509 εδάφ. α' ΑΚ, που ορίζει, ότι "η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις", συνάγεται ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά στο σύνολό της και όχι μόνο κατά το οικείο, από τις περιστάσεις, επιβαλλόμενο μέτρο, όταν δεν έγινε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας του τέκνου, ούτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος από αυτό, οπότε, εφόσον, δηλαδή, δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, ως δωρεά, υπόκειται στο σύνολό της στην κατ' άρθρο 1835 ΑΚ μέμψη (ΑΠ 779/2016).

Legislator headnote

AI generated

238/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 238 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 238/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Μ. Χ. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσιογιάννη.

Του αναιρεσιβλήτου Ν. Χ. Λ., κατοίκου ...), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Νεδελκόπουλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15-9-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7378/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 1503/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1503/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7378/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή, βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ισαξίου της νόμιμης μοίρας του στην κληρονομία της θανούσης μητέρας του, που είχε προσβληθεί με την αναφερόμενη γονική παροχή της προς τον αναιρεσείοντα και η οποία αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1509 εδάφ. α' ΑΚ, που ορίζει, ότι "η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις", συνάγεται ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά στο σύνολό της και όχι μόνο κατά το οικείο, από τις περιστάσεις, επιβαλλόμενο μέτρο, όταν δεν έγινε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας του τέκνου, ούτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος από αυτό, οπότε, εφόσον, δηλαδή, δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, ως δωρεά, υπόκειται στο σύνολό της στην κατ' άρθρο 1835 ΑΚ μέμψη (ΑΠ 779/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι "τις 22 Μαΐου 2016 απεβίωσε στο ...

η Γ. Τ. του Μ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς, οι οποίοι καλούνται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και είναι αναγκαίοι κληρονόμοι της, το μεταποβιώσαντα σύζυγο της Χ. Λ. του Ν., τον ενάγοντα-γιό της (αναιρεσίβλητο), τον εναγόμενο-γιό της (αναιρεσείοντα), κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου το σύζυγό της και κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα της, αλλά δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία.

Ωστόσο το έτος 1964, δυνάμει της .../1964 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, είχε αποκτήσει, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα της Μ. Τ., την κυριότητα του … αγροτεμαχίου, Β' κατηγορίας, εμβαδού 11.250 τμ, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της δημοτικής κοινότητας ...

της δημοτικής ενότητας ... του δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω αγροτεμάχιο είχε δεσμευθεί από τον ΟΣΕ με την ΔΠ/ΠΜ/1670/614/5-4-1990 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, για τη δημιουργία εμπορευματικού σταθμού, γεγονός το οποίο είχε ως συνέπεια την απαγόρευση ανέγερσης οποιουδήποτε κτίσματος επ' αυτού. Ο εναγόμενος, λόγω της μεγάλης ηλικίας της μητέρας των διαδίκων, της έλλειψης σχετικών γνώσεων, αλλά και κυρίως λόγω των αρεστών σχέσεων που είχε με αυτή, από το έτος 2000 ξεκίνησε τις ενέργειες για την αποδέσμευση του εν λόγω ακινήτου και εν τέλει το έτος 2004 κοινοποιήθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο της μητέρας των διαδίκων, κυρίας, όπως προαναφέρθηκε, του ακινήτου κατά το χρόνο εκείνο, το .../19-4-2004 έγγραφο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με θέμα "Άρση βάρους από ιδιωτική έκταση στην περιοχή του "Νέου Εμπορικού Σιδηροδρομικού Σταθμού", για να ακολουθήσει εν τέλει το έτος 2005 η αποδέσμευση του ακινήτου από τον ΟΣΕ.

Εν τω μεταξύ και κατά το έτος 2004 ξεκίνησε δικαστική διαμάχη, όσον αφορά το εν λόγω ακίνητο, μεταξύ της μητέρας των διαδίκων και της ΑΕ με την επωνυμία "... ΚΑΦΕΔΕΣ - ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ", λόγω του ότι η ΑΕ μετά την κατά το έτος 2002 αγορά του όμορου ακινήτου, ήρθε σε ρήξη με τον εναγόμενο, ο οποίος εκπροσωπούσε, κατά τη διαδικασία της οριοθέτησης των δυο ακινήτων, τη μητέρα του, ως προς το κοινό όριο αυτών και για το λόγο αυτό άσκησε η ΑΕ ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της μητέρας των διαδίκων την 17195/23-11-2004 αγωγή, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς της επί ενός τριγωνικού τμήματος εμβαδού 300 τμ, η οποία (κυριότητα), κατά τους ισχυρισμούς της ΑΕ, προσβαλλόταν από τις ενέργειες της μητέρας των διαδίκων και ειδικότερα του αντιπροσώπου αυτής, γιού της Μ., εναγομένου, ο οποίος κατασκεύασε πρόχειρη περίφραξη στη δυτική πλευρά των δυο ιδιοκτησιών και εισήλθε με τον τρόπο αυτό εντός της ιδιοκτησίας της ΑΕ, καταλαμβάνοντας την πιο πάνω έκταση.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της ΑΕ ... υφίσταντο βιομηχανικά κτίσματα και εγκαταστάσεις, στα οποία, όπως διαπίστωσε ο ορισθείς από το Ειρηνοδικείο, στα πλαίσια της πιο πάνω δίκης, πραγματογνώμων Χ. Σ., μετά την επιβαλλόμενη μετατόπιση του ορίου μεταξύ των δυο ιδιοκτησιών, θα δημιουργείτο πρόβλημα ως προς τη νομιμότητά τους και θα έπρεπε να "μετακινηθούν" ή να κριθούν αυθαίρετα με άμεσο κίνδυνο την επιβολή υψηλών προστίμων στην ιδιοκτήτρια αυτών ΑΕ.

Εν τέλει, εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή της προαναφερθείσας πραγματογνωμοσύνης, η 7413/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η κατά της μητέρας των διαδίκων ασκηθείσα αγωγή, δικαιώθηκε η πλευρά της εναγομένης και εν συνεχεία οι διάδικοι συμβιβάσθηκαν, θέτοντας τέλος στο σκληρό δικαστικό αγώνα, τον οποίο διεξήγαν αναφορικά με την κυριότητα του προαναφερθέντος τμήματος στα όρια των δυο ακινήτων.

Τον προαναφερθέντα δικαστικό αγώνα από πλευράς της εκεί εναγομένης και για λογαριασμό της διεξήγε ο νυν εναγόμενος γιός της, επιβαρυνθείς τόσο υλικά όσο και ηθικά και ειδικότερα υφιστάμενος τη ψυχολογική φθορά της δικαστικής διαμάχης, εξετασθείς επιπλέον ως μάρτυρας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, έχοντας επιπλέον αναλάβει για λογαριασμό της μητέρας του, τις επαφές με την πληρεξούσια δικηγόρο αρχικά, τον ορισθέντα πραγματογνώμονα εν συνεχεία και τελικά με την πλευρά της ενάγουσας ΑΕ, προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός των δυο πλευρών.

Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματευτικών ενεργειών του νυν εναγομένου, η εκεί ενάγουσα εταιρία δήλωσε την πρόθεσή της να παραιτηθεί από το δικόγραφο της 48488/2009 έφεσης που είχε ασκήσει κατά της απορριπτικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και τούτο διότι προκρίθηκε ως λύση η αγορά ολόκληρου του ...

αγροτεμαχίου και η με τον τρόπο αυτό νομιμοποίηση των επί του ακινήτου της υφισταμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, διότι αντιλήφθηκαν οι εκπρόσωποι της ΑΕ το άσκοπο της συνέχισης του δικαστικού αγώνα και το επισφαλές για την πλευρά τους αποτέλεσμα της εκδίκασης της έφεσης, αλλά και ταυτοχρόνως τους κινδύνους που επάγεται για τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις η εξέλιξη αυτή και η τυχόν έκδοση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης.

Τόσο η λήψη της πιο πάνω απόφασης αγοράς του ακινήτου όσο και το συμφωνηθέν τίμημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στις επιτυχείς διαπραγματεύσεις που διεξήγε με τους νομίμους εκπροσώπους της ΑΕ ο εναγόμενος, ενεργώντας αρχικά ως εκπρόσωπος της μητέρας του και εν συνεχεία ιδίω ονόματι. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η αποβιώσασα, κατά το χρόνο του θανάτου της, δεν είχε περιουσία, αφού το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, δηλ.

το προαναφερθέν ακίνητο, το είχε μεταβιβάσει με παροχή εν ζωή στον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, με το .../17-3-2005 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Λ. Θ. - Γ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η αποβιώσασα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο γιό της την κυριότητα του ... αγροτεμαχίου, Β' κατηγορίας, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 11.250 τμ, η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο της παροχής στο ποσό των 59.332,50 ευρώ.

Η παρέχουσα, όπως προαναφέρθηκε, είχε σύζυγο και άλλο ένα τέκνο, ήταν συνταξιούχος του ΟΓΑ, ηλικίας 78 ετών και μέσης οικονομικής κατάστασης, δεν βαρυνόταν με δαπάνες στεγάσεως, γιατί διέμεινε στην επί της οδού ... οικία στο ... και το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχε, ήταν το ακίνητο της προαναφερόμενης γονικής παροχής.

Εξάλλου, ο εναγόμενος, ηλικίας 40 ετών, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε ήδη αποκτήσει το πρώτο του τέκνο κατά το έτος 1991 και συνεπώς δεν κρίνεται ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε προς ενίσχυση της οικογενειακής και οικονομικής του αυτοτέλειας, την οποία ενόψει της εργασίας του, ήδη από το έτος 1990, είχε επιτύχει ήδη.

Εξάλλου η μεταβιβάζουσα σε ουδεμία παροχή είχε προβεί προς τον ενάγοντα, ο οποίος κατά το έτος 2005 ήταν 50 ετών, έγγαμος και πατέρας δυο ενήλικων τέκνων, εργαζόταν δε ως υπάλληλος στην επιχείρηση ασβεστοποιΐας "..." και δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν σε πλεονεκτικότερη οικονομική κατάσταση έναντι του εναγομένου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη μεταβίβαση της μητέρας των διαδίκων προς τον εναγόμενο γιό της, αποτελούσε στο σύνολό της δωρεά, μολονότι στη συμβολαιογραφική πράξη η ανωτέρω μεταβίβαση φέρεται ότι πραγματοποιήθηκε λόγω γονικής παροχής, καθόσον δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση, υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, αν ληφθεί υπ' όψη η προαναφερόμενη οικονομική κατάσταση της παρέχουσας, η κοινωνική της θέση κατά τη σύσταση της παροχής, καθώς και το γεγονός ότι το ως άνω αγροτεμάχιο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, όπως επίσης η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των δύο τέκνων της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση αυτή δεν έγινε για την επαγγελματική αποκατάσταση του εναγομένου, καθόσον κατά το έτος 2005 αυτός ήταν ηλικίας 40 ετών, έχοντας ξεκινήσει την επαγγελματική του απασχόληση ως αγρότης και παραγωγός λαϊκών αγορών ήδη από το έτος 1990, ήτοι σε ηλικία 25 ετών, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι η μεταβίβαση του επιδίκου τελεί σε συνάφεια με την επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι ο τελευταίος, με συμβάσεις χρησιδανείου και μίσθωσης είχε την αποκλειστική και ακώλυτη χρήση του ακινήτου αυτού, αξιοποιώντας το για την άσκηση του επαγγέλματός του, δεν κρίνεται ότι η σύσταση γονικής παροχής επ' αυτού ήταν επιβεβλημένη για την εξακολούθηση του επαγγέλματός του, συμπέρασμα στο οποίο συνηγορεί και η απόφαση του εναγομένου για μεταγενέστερη πώληση αυτού, σύμφωνα με τα αμέσως παρακάτω εκτιθέμενα, καθώς εάν πράγματι το επίδικο ήταν το μοναδικό μέσο άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, δεν θα προέβαινε σε μεταβίβασή του πέντε έτη αργότερα και ευρισκόμενος ακόμη σε παραγωγική ηλικία, ικανή για τη συνέχιση του επαγγέλματός του.

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος εν συνεχεία, δυνάμει των .../26-5-2011 και ...9-5-2014 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Σ., αγόρασε δυο αγρούς, ένα στην κτηματική περιοχή ..., εκτάσεως περίπου 6.900 τμ και τον έτερο στην κτηματική περιοχή ..., εκτάσεως 11.000 τμ, δεδομένου ότι κανένα παραστατικό δεν προσκομίζεται αναφορικά με τη συνέχιση της άσκησης της πιο πάνω δραστηριότητας από τον εναγόμενο αφενός, λόγω δε της θέσεως των πιο πάνω ακινήτων και της απόστασης αυτών από την κατοικία του εναγομένου, αφετέρου, είναι προφανές ότι η αγορά των πιο πάνω αγρών δεν έγινε για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του εναγομένου, αλλά για επενδυτικούς λόγους.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος δυνάμει του .../25-2-2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κ., σε συνδυασμό με την .../21-4-2010 πράξη εξόφλησης τιμήματος και άρσης περιοριστικού όρου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στους τόμους ...

και αριθμούς ... αντίστοιχα, μεταβίβασε το πιο πάνω αγροτεμάχιο, λόγω πώλησης, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΚΑΦΕΔΕΣ - ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", έναντι τιμήματος 800.000 ευρώ. Επομένως, δεδομένου ότι το δωρηθέν ακίνητο δεν σώζετο κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (2016), ο δωρεοδόχος - εναγόμενος ευθύνεται κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Δεδομένου όμως ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το ιδιαίτερα υψηλό επιτευχθέν τίμημα κατά την εκποίηση του δωρηθέντος στον εναγόμενο ακινήτου, οφείλεται στις προσωπικές ιδιότητες του εναγομένου - λήπτη και ειδικότερα τόσο των ενεργειών του κατά την οριοθέτηση των δυο ακινήτων προς διασφάλιση των ορίων και του εμβαδού αυτού, όσο και εν συνεχεία της ενεργούς παρουσίας του κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα ως προς την προστασία της κυριότητας του αγροτεμαχίου της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο μητέρας των διαδίκων κατά την εκδίκαση της σε βάρος της αγωγής από τη μετέπειτα αγοράστρια του αγροτεμαχίου αλλά και κυρίως εν συνεχεία της διαπραγματευτικής του ικανότητας στα πλαίσια των συζητήσεων με τους εκπροσώπους της ΑΕ αναφορικά με την πώληση σε αυτούς του ακινήτου, δεν αποτελεί, το συμφωνηθέν αυτό τίμημα των 800.000 ευρώ, την πραγματική εμπορική αξία του ακινήτου, αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερων διαπραγματεύσεων, αν δεν υφίστατο η αδήριτη ανάγκη της ΑΕ για άμεση τακτοποίηση των κειμένων στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας της θεωρούμενων πλέον, μετά την έκδοση της σε βάρος της ΑΕ απόφασης ως προς το εμβαδόν του ακινήτου της, αυθαίρετων κτισμάτων, οπότε και έχει διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ελάττωσης της περιουσίας του ενάγοντος, νομίμου κληρονόμου της δωρήτριας και στην επίτευξη της υπέρτερης αυτής αξίας και συνεπώς πρέπει να ληφθεί υπόψη η πραγματική αξία του ακινήτου αυτού.

Δεδομένου δε ότι η αντικειμενική αξία του δωρηθέντος ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης αυτού (25-2-2010), ανερχόταν στο ποσό των 101.250 ευρώ, η πραγματική αξία αυτού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το σύνολο των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένου υπόψη του εμβαδού του ακινήτου και του προορισμού του ως βιομηχανικού πλέον ακινήτου, ανήρχετο στο ποσό των 400.000 ευρώ, η δε απόδοση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος επί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας του, αφορά πλέον το πιο πάνω ποσό.

Επομένως, ο ενάγων, ως νόμιμος μεριδούχος κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας του, δικαιούται την απόδοση ποσοστού 3/16 εξ αδιαιρέτου επί του πιο πάνω ποσού, το οποίο κατόπιν της ανατροπής της συσταθείσας γονικής παροχής ως άστοργης δωρεάς κατά το ανωτέρω ποσοστό, αποτελεί τον χωρίς νόμιμη αιτία πλουτισμό του εναγομένου σε βάρος του, ήτοι ποσό των (3/16X400.000=) 75.000 ευρώ".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως νόμιμη μοίρα του στην κληρονομία της μητέρας του, το ανωτέρω ποσό των 75.000 ευρώ, αφού θεώρησε στο σύνολό της ως δωρεά, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ, την ανωτέρω γονική παροχή της μητέρας των αντιδίκων προς τον αναιρεσείοντα, πλεοναστικώς δε περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "σε κάθε δε περίπτωση, υπερέβαινε (η γονική παροχή) το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις, αν ληφθεί υπ' όψη η προαναφερόμενη οικονομική κατάσταση της παρέχουσας, η κοινωνική της θέση κατά τη σύσταση της παροχής, καθώς και το γεγονός ότι το ως άνω αγροτεμάχιο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, όπως επίσης η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των δύο τέκνων της".

Πρόκειται δε για πλεοναστική παραδοχή του Εφετείου, καθόσον η ετέρα παραδοχή του, ότι η ανωτέρω γονική παροχή συνιστά στο σύνολό της δωρεά στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η ανωτέρω επάλληλη παραδοχή του, αφού αυτή θα είχε ως συνέπεια τη μέμψη της ανωτέρω γονικής παροχής ως δωρεάς μόνο κατά το επιπλέον, σε σχέση με τις περιστάσεις, μέτρο και όχι στο σύνολό της, όπως έκρινε με την ανωτέρω κύρια παραδοχή του.

Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττονται, ως αντιφατικές, οι ανωτέρω κύρια και επάλληλη αιτιολογίες του Εφετείου.

2. Περαιτέρω, αφού η ανωτέρω γονική παροχή κρίθηκε, για το λόγο που προεκτέθηκε, στο σύνολό της ως δωρεά, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, για τον προσδιορισμό του μέτρου κατά το οποίο η ανωτέρω γονική παροχή συνιστά δωρεά, δεν λήφθηκε υπόψη ότι ο αναιρεσείων έχει δυο τέκνα, αλλά ένα. 3.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008), όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί νομότυπα (άρθρα 421, 422 ΚΠολΔ).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του ότι η παραπάνω γονική παροχή της μητέρας των αντιδίκων προς τον αναιρεσείοντα συνιστά στο σύνολό της δωρεά, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη του την .../23-12-2016 ένορκη βεβαίωση της Ε. Μ. στο συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Σ., που, κατά τις παραδοχές του, είχε προσκομίσει, για την απόδειξη των ανωτέρω προϋποθέσεων, με τις ενώπιόν του προτάσεις του και επικαλεστεί ο αναιρεσείων, διότι, όπως δέχτηκε, λήφθηκε χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση του αναιρεσιβλήτου. Πλην, όμως, από την επισκόπηση των από 8-2-2018 προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε με τις προτάσεις του αυτές και προσκόμισε στο Εφετείο την .../20-12-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Π. Χ., από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο η από 19-12-2016 κλήση του αναιρεσείοντος, για να παραστεί κατά τη λήψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης στις 23-12-2016.

Συνεπώς, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό αυτό και όχι, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων και από τους αριθμούς 14α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω.

4. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831, 1833 και 1835 ΑΚ προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, πρέπει να γίνει αποτίμηση των μεν στοιχείων της κληρονομίας με βάση την αξία τους κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, της δε καταλογιστέας παροχής (δωρεάς κλπ) με την αξία που είχε η παροχή αυτή κατά το χρόνο που έγινε.

Αν η πραγματική ομάδα της κληρονομίας, που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί, για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, κάθε παροχή του κληρονομουμένου, που υπολογίζεται κατά το άρθρο 1831 ΑΚ στην κληρονομία, ήτοι οτιδήποτε παραχώρησε ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά, είτε με άλλο τρόπο, καθώς επίσης και οποιαδήποτε δωρεά του κληρονομουμένου στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, την οποία δεν υπέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, υπόκειται σε ανατροπή (μέμψη) κατά τους όρους του άρθρου 1835 ΑΚ.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποιο περιουσιακό στοιχείο στην κληρονομία, τότε η αξία της κληρονομίας θα προσδιοριστεί από την αξία που είχε η δωρεά κατά το χρόνο που έγινε και όχι από την αξία της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ή, σε περίπτωση εκποίησης του δωρηθέντος, από την αξία του κατά το χρόνο της εκποίησης και το ποσοστό της νόμιμης μοίρας θα υπολογισθεί στην αξία που είχε η παραπάνω δωρεά κατά το χρόνο που έγινε (ΑΠ 135/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ενώ δέχτηκε ότι στην κληρονομία της μητέρας των αντιδίκων δεν υπήρχε κάποιο περιουσιακό στοιχείο, καθόσον το ανωτέρω ακίνητό της, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, είχε μεταβιβάσει αυτή στις 17-3-2005 με γονική παροχή στον αναιρεσείοντα και ότι αυτός το πούλησε στις 25-2-2010 με πραγματικό τότε τίμημα 400.000 ευρώ, εντούτοις, για τον προσδιορισμό της αξίας της κληρονομίας της μητέρας των αντιδίκων, επί της οποίας υπολόγισε τη νόμιμη μοίρα του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του την πραγματική αξία του παραπάνω ακινήτου κατά το χρόνο της πώλησής του, ήτοι στις 25-2-2010 και όχι την πραγματική αξία του κατά το χρόνο της γονικής παροχής, ήτοι στις 17-3-2005, όπως επιτάσσουν οι ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες ευθέως με την κρίση του αυτή παραβίασε, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1503/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ