238/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated238/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την εκδίκαση, εκδόθηκε η 177/2015 απόφαση του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 238/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, από τον Υπουργό Οικονομικών κατοικοεδρεύοντα στην …, που εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Αθανασούλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Σπανουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 63/2012 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-5-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 485/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση.
Μετά την εκδίκαση, εκδόθηκε η 177/2015 απόφαση του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2015 αναίρεσή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 3 του ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του Οθωμανικού Κράτους περί γαιών, δημόσιες γαίες ήσαν, πλην άλλων, τα δάση και τα παρόμοια, ρητά δε ορίζετο ότι οι δημόσιες αυτές γαίες ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση. Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της δια του ν.
ΔΣΙΓ’ της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε, ότι στις νέες χώρες που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρο, Κρήτη, νήσους του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία.
Διατηρούνται όμως εν ισχύϊ αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμεναις χώραις προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του νόμου περί γαιών μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσης, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια.
Εξάλλου, ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος έχει εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, διέλαβε στο άρθρο 293 ότι: "ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και στο άρθρο 295 ότι "ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτήται την κυριότητα αυτού".
Μετά τις διατάξεις αυτές, που και οι δύο αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικος τούτου χρησικτησία που άρχισε και συμπληρώθηκε υπό το κράτος της ισχύος τούτου (Κρητ.ΑΚ), με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για τη χρησικτησία και ο πριν από την ισχύ του διαρρεύσας χρόνος νομής, με το άρθρο 1356 όρισε ότι "ο χρόνος της χρησικτησίας άρχεται αφ’ ης υπήρξαν πάντα τα προς αυτήν απαιτούμενα υπ` αυτού προσόντα, εάν όμως κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσι πέντε από της ισχύος του νόμου έτη", εν συνεχεία δε με το επόμενο άρθρο 1357 όρισε ότι "η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ’ ης ημέρας ήρξατο, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νομή", θέτοντας έτσι, όσον αφορά την έκτακτη κατά το άρθρο 295 χρησικτησία, ως όρο - προϋπόθεση για τον, κατά την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 1356, συνυπολογισμό του διαδραμόντος χρόνου της προαρξαμένης νομής, την ύπαρξη και εξακολούθηση αυτής (νομής) κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του Κρητ.ΑΚ.
Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι στην περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος προσμετρά, προς συμπλήρωση του χρόνου της, το διάστημα νομής του δικαιοπαρόχου του, ενώ στην περίπτωση τακτικής, ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση της χρησικτησίας, το χρόνο νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλο, μεταγραφή του και καλή πίστη) του δικαιοπαρόχου του, από δε τη διάταξη του άρθρου 362 τούτου προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν.
ΔΞΗ’ /1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915. Ενόψει της με τις, ως άνω, διατάξεις του τεθέντος σε ισχύ την 23.7.1904 Κρητ.ΑΚ και τις λοιπές προαναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και παρότι στο Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι το, κατά τα προαναφερόμενα, χρονικό σημείο (23.7.1904) ήταν άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί δημοσίου κτήματος στην Κρήτη ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία συμπληρούμενη μόνο μέχρι τις 11.5.1915, με δυνατότητα συνυπολογισμού, προκειμένου μεν περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής πριν από τον ανωτέρω χρόνο έναρξης ισχύος τούτου, προκειμένου δε περί τακτικής, μέχρι 5 ετών το πολύ, με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), χρόνου νομής πριν από τον ανωτέρω χρόνο έναρξης ισχύος του.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτό (δικόγραφο), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτό των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, στην περίπτωση δε που αυτή (αγωγή) στηρίζεται σε (τακτική ή έκτακτη) χρησικτησία προσαπαιτείται και η επίκληση της άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο επί όσο χρονικό διάστημα απαιτεί εκάστοτε ο νόμος, συνυπολογιζομένου για τη συμπλήρωσή του και του χρόνου νομής χρησικτησίας των προκατόχων του νομέως.
Ως πράξεις νομής, οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή, νοούνται οι εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου (όπως η επίβλεψη, καλλιέργεια, εκμίσθωση, βόσκηση ζώων) και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα, με την από 12/2/2008 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσης κυριότητας και εκτιμάται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο, εκθέτει ότι κατέστη κυρία του περιγραφομένου στο εισαγωγικό της δικόγραφο ακινήτου εξ αγοράς το 2006 δυνάμει νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου από τους Θ.
Σ. και Κ. Σ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από εκάτερο τούτων, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, την οποία επαρκώς θεμελιώνει χρονικά με την προσαύξηση του χρόνου νομής των αμέσων δικαιοπαρόχων της σ’ εκείνο (χρόνο νομής) των απωτέρων δικαιοπαρόχων της Ο. συζ. Π. Σ. (με έναρξη τούτου το 1894) και Ε. Χ. (με έναρξη τούτου το 1862), όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε η αγωγή, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, μετά την αμφισβήτηση από το αναιρεσείον-εναγόμενο με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, παραθέτοντας ως διακατοχικές πράξεις επιδηλωτικές της νομής τους την καλλιέργεια με σιτηρά και δημητριακά στα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματά του, την εκμίσθωση των υπολοίπων τμημάτων του σε βοσκούς για τη βόσκηση των ποιμνίων τους και την είσπραξη των σχετικών μισθωμάτων.
Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αναφορικά αφενός με τον απαιτούμενο χρόνο που ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, ν. ΔΞΗ’ /1912 και 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 και αφετέρου με τη σαφή παράθεση διακατοχικών πράξεων, από όλους τους αναφερόμενους στο αγωγικό δικόγραφο δικαιοπαρόχους (άμεσους και απώτερους) της αναιρεσίβλητης, επιδηλωτικών της νομής τους επί του επιδίκου ακινήτου, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη την αγωγική βάση της αναιρεσίβλητης που στηρίζεται στην κτήση κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και μάλιστα χωρίς οι θεμελιωτικοί της βάσης αυτής ισχυρισμοί, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1862 μέχρι την 31-12-1..., να διαλαμβάνονται στην αγωγή ή και άλλο έγγραφο της δικογραφίας. Πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω αγωγική βάση παραδεκτώς συμπληρώθηκε χρονικώς ως προς το διάστημα αυτό με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το σχετικό μέρος του είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών ειδικά και χωριστά.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "....Το επίδικο είναι εκτάσεως 70.091,10 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος - ... του Δήμου ... και συνορεύει με ιδιοκτησία ....
Η επιφάνειά του έχει έδαφος ημιβραχώδες έως βραχώδες με κλίσεις μέτριες μέχρι απότομες, σποραδικά δε διακρίνονται επιφάνειες μικρής έκτασης αβαθείς και γαιώδεις, οι οποίες δέχονταν παλαιά καλλιέργεια με σπορές, γεγονός που επιβεβαιώνεται από παλαιά υπολείμματα τοίχων και λιθοσωρών. Η ευρύτερη περιοχή είναι άγονη, ενώ δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ανάπτυξης υψηλής θαμνώδους ή δενδρώδους δασικής βλάστησης ή άλλης καλλιέργειας με φυσικό τρόπο.
Στην επίδικη έκταση, όπως αναφέρεται στην από 22.2.2008 έκθεση του δασολόγου Μ. Φ., η οποία συντάχθηκε κατόπιν εντολής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μετά από αίτηση της ενάγουσας ενώπιον του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από το εναγόμενο, φύονται αποκλειστικά ξηροφυτικά φρύγανα από θύμο, αστιβίδα, αχινοπόδι, αγκαραθιά, φασκομηλιά, ετήσιοι και πολυετείς πόες κτλ.
σε ποσοστό 70%, δασικοί θάμνοι από σχίνο, ασπάλαθο σε ποσοστό 5%, το υπόλοιπο ποσοστό δε των 25% καλύπτεται από άγονα βραχώδη τμήματα. Η επίδικη έκταση κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν βοσκότοπος, τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι καλλιεργητές για την οικόσιτη κτηνοτροφία. Το ακίνητο αυτό η ενάγουσα το αγόρασε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2006 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννας Φουρναράκη-Μαστοράκη από τους Θ.
Σ. του Ι. και Κ. Σ. του Ν.. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν αποκτήσει τη συγκυριότητα του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας, ο μεν Θ. Σ. από την Ο. συζ. Π. Σ. το γένος Ε. Χ. με το υπ’ αριθ. .../3.3.1936 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Εμμανουήλ Αγγελάκη, ο δε Κ.
Σ. από την Ε. Σ. του Ι. με το υπ’ αριθ. .../31.10.1989 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σητείας Ευαγγελίας Γεωργακάκη-Τσαντάκη. Στο πρώτο συμβόλαιο το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως αγριάδα, έκτασης είκοσι οκάδων σποράς με μία ελιά, με όμορες τις ιδιοκτησίες των Σ. Σ., κληρ. Μ. Σ. και Ε. Κ. και στο δεύτερο συμβόλαιο ως αγρός ακαλλιέργητος, βραχώδης, έκτασης "5 στρεμμάτων περίπου, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης είκοσι οκάδων σποράς ή όσο ήθελε είναι παραπάνω ή παρακάτω με μια ελιά".
Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, εμβαδού 189.061,95 τ.μ., το οποίο επεκτείνεται έως τη θάλασσα, η οποία με την υπ’ αριθ. .../6.11.2003 πράξη του Διευθυντή Δασών Νομού Λασιθίου έχει χαρακτηριστεί ως χορτολιβαδική έκταση του άρθρου 3 παρ. 6β του ν. 998/1979 και του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3208/2003. Η εν λόγω πράξη βασίστηκε στην από 31/10/2003 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου Γ.
Π., σύμφωνα με την οποία το έδαφος της έκτασης είναι ανώμαλο, ημιβραχώδες μέχρι βραχώδες κατά θέσεις, με κλίσεις επιφάνειας που κυμαίνονται από μέτριες μέχρι απότομες και καλύπτεται από δασική βλάστηση των ειδών σχίνου-ασπάλαθου- πρίνου, που συνολικά επί της έκτασης δεν υπερβαίνει το 15%, η οποία εμφανίζεται κατά θέσεις και περισσότερο εντός του υπάρχοντος ρέματος και από χορτολιβαδική βλάστηση των ειδών αστοιβίδας, αχινοπόδι, θυμάρι, η οποία είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη σε όλη τη έκταση και το ποσοστό κάλυψης της επιφάνειας είναι μεγαλύτερο του 15%.
Αναφέρεται προσέτι στην ως άνω έκθεση αυτοψίας ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1968 και 1989 η έκταση εμφανίζει την ίδια μορφή, πλην όμως υπάρχει η πιθανότητα πριν από το έτος 1945 να υπήρχαν μικρά τμήματα που εκαλλιεργούντο καθ’ όσον υπάρχει μικρό αλώνι επί της έκτασης και ερειπωμένα κτίρια. Κατά της πράξης αυτής υποβλήθηκαν οι από 6/12/2003 αντιρρήσεις του Γ.
Σ. ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Λασιθίου, η οποία κατόπιν αυτοψίας διαπίστωσε ότι "η έκταση έχει έδαφος ημιβραχώδες έως βραχώδες, με κλίσεις μέτριες μέχρι απότομες, καλύπτεται από βλάστηση των ειδών σχίνου, ασπάλαθου, πρίνου σε ποσοστό μικρότερο του 25% και από αστοιβίδα, αχινοπόδι και θυμάρι σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%" και αφού δεν εντόπισε ίχνη καλλιέργειας χαρακτήρισε ολόκληρη την έκταση χορτολιβαδική.
Κατά της απόφασης αυτής ο Γ. Σ. άσκησε την υπ’ αριθ. .../28.6.2005 προσφυγή ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Κρήτης, η οποία με την υπ’ αριθ. 98/2005 απόφασή της χαρακτήρισε τμήμα της έκτασης, εμβαδού 67.950.50 τ.μ., που περιλαμβάνει το επίδικο ακίνητο, ως χορτολιβαδική έκταση, ενώ ολόκληρο το υπόλοιπο τμήμα που επεκτείνεται έως τη θάλασσα, όπου διαπίστωσε ότι υπήρχαν ίχνη παλαιάς καλλιέργειας, όπως μαρτυρά το παλαιό αλώνι και τα ερειπωμένα κτίσματα, χαρακτήρισε ως γεωργική του άρθρου 3 του ν. 998/1979.
Κατόπιν τούτων και ενώ η απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής τελεσιδίκησε, η ενάγουσα ως έχουσα έννομο συμφέρον με την από 31/1/2007 αίτησή της που υποβλήθηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους την 9/2/2007 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../9.2.2007, ισχυριζόμενη ότι είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου και ότι αυτό ήταν ανέκαθεν γεωργική έκταση, ανήκουσα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους της, ζήτησε να διευθετηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του.
Μάλιστα προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκόμισε εκτός των ως άνω τριών συμβολαίων και α) το υπ’ αριθ. .../19.10.1908 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Κωνσταντίνου Δρακάκη δυνάμει του οποίου η Μ. Κ. Μ. συζ. Ι. Γ. Κ. πώλησε στον Γ. I. Σ. το 1/5 εξ αδιαιρέτου ακινήτου κειμένου στην περιφέρεια του χωρίου ... του Δήμου ...
Σητείας και στη θέση "...", ήτοι αγριάδα επονομαζόμενη "..." εκτάσεως πενήντα και πλέον οκάδων σποράς με ένα σπήλαιο, συνορευόμενη γύρωθεν με κτήματα ..., β) το υπ’ αριθ. .../26.10.1909 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Κωνσταντίνου Δρακάκη δυνάμει του οποίου η Ε. Σ. Κ., συζ. Ι. Μ. πώλησε στον Γ. I. Σ. τα 2/6 εξ αδιαιρέτου αγριάδας κειμένης στη θέση "..." του χωρίου ...
του Δήμου ... Σητείας εκτάσεως 60 οκάδων σποράς με νερό, ένα σπήλαιο και μία μάντρα, συνορευόμενη με κτήματα ..., γ) το υπ’ αριθ. .../26.9.1931 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Φυντικάκη δυνάμει του οποίου η Κ. Ι. Σ. πώλησε στους Ι. Ε. Σ. και Κ. Ε. Σ. το 1/6 εξ αδιαιρέτου ακινήτου κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωρίου ... "ήτοι αγριάδος εκτάσεως ωσεί πεντήκοντα μουζουρίων σποράς μεθ’ ενός σπηλαίου", συνορευομένου με κτήματα ..., δ) το υπ’ αριθ. .../22.4.1942 συμβόλαιο αγοραπωλησίας στο οποίο ως αντικείμενο της αγοραπωλησίας αναφέρεται το 1/10 εξ αδιαιρέτου των 50 μουζουρίων αγριάδας από Κ.
Ζ. Κ. (από πατρική παραχώρηση προ 50ετίας) προς Ε. Σ. Σ. και Κ. Σ. Σ. και ε) το υπ’ αριθ. .../13.5.1998 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου δυνάμει του οποίου η Ζ. χήρα Ν. Α., δώρησε στους Ε. Γ. Τ. και Ν. Γ. Τ. (εγγόνια της) το 1/14 εξ αδιαιρέτου αγρού ακαλλιέργητου πετρώδους εκτάσεως 249.548 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του νομού Λασιθίου, συνορευομένου ... Από τα προαναφερθέντα συμβόλαια αποδεικνύεται ότι από μία αρχική ευρύτερη έκταση, στην οποία ασκούνταν πράξεις νομής από τους αρχικούς ιδιοκτήτες της από το έτος 1862, μεταβιβάστηκαν με τους ως άνω τρόπους τμήματα σε κατιόντες των αρχικών ιδιοκτητών, τα ονόματα των οποίων μνημονεύονται στα συμβόλαια, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας.
Στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται και το ακίνητο εμβαδού 189.061,95 τ.μ, από το οποίο αποκόπηκε το επίδικο με το υπ’ αριθ. .../1936 συμβόλαιο. Οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, διαδοχικά όπως αναφέρεται, καλλιεργούσαν ήδη από το έτος 1862 έως το 1890 τα τμήματα του επιδίκου που ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν με σιτηρά για το σκοπό είχαν κατασκευάσει ένα πεπαλαιωμένο σήμερα αλώνι, τα υπόλοιπα τμήματα που δεν ήταν καλλιεργήσιμα, τα χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για τη βοσκή των ζώων τους, αλλά και τα εκμίσθωναν σε τρίτους για τη βοσκή των ζώων τους κατασκευάζοντας για το σκοπό αυτό μαντριά και καλύβες, ίχνη των οποίων υπάρχουν μέχρι σήμερα στο επίδικο.
Μετά το έτος 1890 το επίδικο το εκμίσθωσε η δικαιοπάροχος τους Ο. Σ. μέχρι το έτος 1936 στους Σ., Ε. και Γ. Σ., συνεχίσθηκε δε η μίσθωση από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1967 από τον Κ. Σ. και τους αδελφούς του και εξακολούθησε μέχρι το έτος 2000 από τον κτηνοτρόφο Γ. Φ., ο οποίος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (1967-2000) μίσθωνε το επίδικο από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, Θ.
και Ε. Σ., καταβάλλοντος σε αυτούς ως μίσθωμα μέρος των προϊόντων που παρήγαγε (τυριά). Επομένως, με την άσκηση από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας νομής συνεχώς από έτος 1862 συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κρητικού ΑΚ, χρόνος για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα, της έκτακτης χρησικτησίας, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, εφόσον ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από την 23.7.1889 έως την 23.7.1909.
Η ανωτέρω ενάγουσα μετά την παραχώρηση από τους δικαιοπαρόχους της νομής του επιδίκου συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής επ’ αυτού επιμελούμενη για τα όρια και την ακεραιότητα του και προβαίνοντας στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να οικοδομήσει σε αυτό τουριστική μονάδα (ένδικοι αγώνες, τοπογραφήσεις, μελέτες).
Έτσι έγινε κυρία της επίδικης έκτασης, η οποία σύμφωνα και με την ανωτέρω έκθεση του δασολόγου Μ. Φ. ήταν τμήμα της ευρύτερης αρχικής φερόμενης πατρογονικής ιδιοκτησίας ήδη από του έτους 1862, με έκτακτη χρησικτησία. Το Ελληνικό Δημόσιο ως συνομολογεί δεν διαθέτει τίτλο κυριότητας στο επίδικο, αντίθετα με την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της και δεν άσκησε καμιά διακατοχική πράξη σε αυτό, αντίθετα με την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους, αφού το επίδικο δεν ήταν δάσος ή δασική οργανική οντότητα άξιας εκμετάλλευσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας ισχυριζόμενο ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν. 993/79 και της παρ. 2 του άρθρου 1. του ν. 3208/03. Όμως σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν έως την 23-7-2009 οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο, με έκτακτη χρησικτησία και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δεχόμενο την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε την τελευταία κυρία της επίδικης έκτασης, δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της δια του ν.
ΔΣΙΓ’ της 14/14 Νοεμβρίου 1914 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, 293, 295, 298, 299, 1356 και 1357 Κρητ.ΑΚ, ν. ΔΞΗ’ /1912 και 21 του ν. δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ." ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον, για την εφαρμογή τους κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ επίσης περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της έκτασης του επιδίκου ακινήτου και της κτήσης κυριότητας επ’ αυτού με έκτακτη χρησικτησία από τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης (δηλονότι τους άμεσους δικαιοπαρόχους των αμέσων δικαιοπαρόχων της), εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο πρόσωπό τους συμπληρώνεται κατά νόμον αυτή (χρησικτησία), χωρίς ανάγκη να κατονομασθούν περαιτέρω και οι απώτατοι δικαιοπάροχοί της, ενώ επίσης αναφέρονται εκτενώς στην απόφαση οι εκ μέρους των δικαιοπαρόχων αυτών διακατοχικές πράξεις επιδηλωτικές της νομής τους (καλλιέργεια με σιτηρά, κατασκευή αλωνιού, βόσκηση, αλλά και εκμίσθωση για τη βόσκηση ζώων), εκάστη προφανώς σε επί μέρους τμήματα του επιδίκου, αλλά με τη φυσική εξουσίασή τους και το πνευματικό τους στοιχείο (διάνοια κυρίου) να εκτείνεται ενιαίως σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, πριν από την 23-7-1889 έως και μετά την 23-7-1909, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος από τον αριθμό 1 και τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά σκέλη τους, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αφενός του άρθρου 8 του ν. 343/1914, όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 20 του ν. 2016/1920 και 215 παρ. 1 του ν. 4173/1929, κατά το οποίο κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα νομής με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη επί δημοσίων δασών και χορτολιβαδικών εκτάσεων και αφετέρου των άρθρων 9 του α.ν. 262/1914, κατά το οποίο τα σύμφωνα με τις διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου δικαιώματα του Δημοσίου επί των γαιών που δεν καλλιεργήθηκαν τακτικά παραμένουν άθικτα και ενεργά και 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ’ αυτών καμία πράξη νομής, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού υπό τις προεκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους και συνεπώς είναι αβάσιμοι.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 177/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ