Legislator Case Law & Legislation
238/2015 AI generated

238/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 238/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

238/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 238 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 238 / 2015 (Δ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 238/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Α. 1) Π. χας Ν. Α., το γένος Ν. Κ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. Α. του Ν., 2) Α. Α. του Ν., κατοίκων ... Β. 1) Α. Α. του Χ., 2) Χ. συζ. Α. Α., το γένος Γ. Φ., κατοίκων ..., Γ. 1) Α. Α. Α., συζ. Δ. Σ., κατοίκου ..., 2) Β. Α. Α., συζ. Χ. Δ., κατοίκου ..., 3) Χ. Α. του Α., κατοίκου ..., 4) Κ. Α. Α., Β. Γ., κατοίκου ..., Δ. 1) Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 3) α. Θ. Γ. του Β., β. Α. Γ. του Β., γ. Δ. Γ. του Β. και δ. Δ. Γ. του Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με στοιχ. Α1, Α2 και Γ3 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθεμελή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-2-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, Β. 1) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Ρ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΕΓΑ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 512/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 994/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 994/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχ. Α2 και Β1 των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του ν. 4139/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (6-2-2015) μετά την εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν οι εκ των αναιρεσειόντων Π. χήρα Ν. Α., ατομικώς και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Π.

Α. του Ν., Α. Α. του Ν. και Χ. Α. του Α., εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, Λάζαρο Χατζηθεμελή, Δημήτριο Ρήγα και Αθανάσιο Βγενόπουλο, αντίστοιχα.

Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Σ. καθώς και οι λοιποί αναιρεσείοντες. Δεν αποδεικνύεται δε, ότι οι μη παρασταθέντες εκ των αναιρεσειόντων έχουν διορίσει νομίμως κατά το άρθρο 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης, Θ. Χ., ο οποίος άλλωστε δεν τους εκπροσώπησε κατά την εκφώνηση, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών με την εντολή να παρίσταται και να εκπροσωπεί αυτούς κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομοδίκους τους.

Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ι. Χ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στον αναιρεσίβλητο Γ. Σ. με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου των αναιρεσειόντων Θεοδώρου Χρονόπουλου. Εφόσον δε ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξάλλου, με τα άρθρα 1, 2, 5, 6 και 10 του Ν. 489/76, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ. 237/86, και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών.

Ως αυτοκίνητον θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα, β)..., γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο", "Άρθρο 2, 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", "Άρθρο 5 παρ. 1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη", " Άρθρο 6 παρ. 3α.

Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτου...," "Αρθρο 10 παρ. 1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδ. α' και 4 εδ. α' Ν. ΓΠΝ/1911 κατά τα οποία "Αυτοκίνητον κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (άρθρο 2 εδ.

α') και "Δια πάσαν από του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημίωσιν ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης..." (άρθρο 4 εδ. α'), συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημιές από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία και όταν είναι ακίνητο, αλλά λειτουργεί η μηχανή του, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή.

Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό. Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο να εκινείτο το αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την ανωτέρω έννοια.

Ο όρος "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου ερμηνεύεται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις προκλήσεως ζημιών σε τρίτους. Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του Ν. 489/1976 (βλ. Ολ.ΑΠ 23/1989, ΑΠ 1529/2007, ΑΠ 526/2012).

Το αυτοκίνητο όχημα είναι σε κυκλοφορία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ανεξάρτητα αν η απόσταση που διανύει είναι μικρή ή μεγάλη (ΑΠ 526/2012, ΑΠ 1322/2013). Κατά συνέπεια, υφίσταται ενοχή από τον ως άνω ειδικό νόμο και, συνακόλουθα, ευθύνη του ασφαλιστή και εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας για ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά την κίνηση του σταθμευμένου λόγω βλάβης, ατυχήματος κ.λπ.

αυτοκινήτου, που ωθείται ευκαιριακά από άλλα πρόσωπα, προοτηθέντα από τον οδηγό, με τα χέρια ή με άλλη δύναμη, εφόσον παραμένει η ικανότητα για κυκλοφορία. Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. ΓΠΝ/1911, και μηχάνημα έργου, κινούμενο επί τροχών στο έδαφος με μηχανική ενέργεια και προοριζόμενο για την εκσκαφή χωμάτων, φόρτωση κ.λπ., είναι αυτοκίνητο κατά την έννοια του νόμου, διαφορές δε αποζημίωσης για ζημιές σε τρίτους κατά την ενέργεια εκσκαφών με αυτό υπάγονται στην ειδική διαδικασία (άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ.) που προαναφέρθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 20-1-2006 αγωγή τους για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωσης για στέρηση διατροφής - συνεισφοράς λόγω θανάτωσης του υπόχρεου συγγενούς τους, Ν.

Α., σε αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν συνθήκες, από υπαιτιότητα των 1ου (Α1) και 3ου (Β1) των αναιρεσιβλήτων, οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων, που ήταν ασφαλισμένα στην 2η (Α2) και 4η (Β2) τούτων - ασφαλιστικές εταιρείες, αντιστοίχως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 512/2007 απόφασή του έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα δεν προξενήθηκε από αυτοκίνητα κατά τη λειτουργία τους και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.

ΓΠΝ/1911 και του ν. 489/1976. Μετά ταύτα απέρριψε την αγωγή, ως προς τις ασφαλιστικές εταιρείες, αποφάνθηκε ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή, ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων, και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία.

Το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 512/2007 πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την από 20-1-2006 αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκθέτουν ότι στις 13/11/2003 και περί ώρα 07.15, στο 27° χλμ.

της Πατρών - Τριπόλεως ο Α. Σ. (υπό στοιχείο Β-1 εναγόμενος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό IX αυτοκίνητο και κατευθυνόμενος από Πάτρα προς τα Σφαγεία Ερυμάνθειας Αχαΐας, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προσέκρουσε στα κιγκλιδώματα του αριστερού μέρους του οδοστρώματος, στη συνέχεια επανήλθε στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, προσέκρουσε επί του τσιμεντένιου κράσπεδου στην δεξιά πλευρά της οδού το οποίο υπερπήδησε και τελικά ακινητοποιήθηκε επ' αυτού (κρασπέδου), το μισό εκτός οδοστρώματος και το μισό εντός τούτου.

Ο ανωτέρω οδηγός, στη συνέχεια, ανέθεσε στον Γ. Σ. (υπό στοιχεία Α-1 εναγόμενο), ο οποίος διέθετε μηχάνημα χωματουργικών έργων τύπου φορτωτή, να βγάλει το αυτοκίνητό του από την θέση όπου είχε ακινητοποιηθεί. Ο Γ. Σ. καίτοι δεν κατείχε το κατάλληλο μηχάνημα (ειδικό γερανοφόρο όχημα παροχής οδικής βοήθειας) και δεν είχε άδεια να επιχειρεί τέτοιου είδους εργασίες που από το νόμο έχουν ανατεθεί σε επιχειρήσεις παροχής οδικής βοήθειας, ανέλαβε την παραπάνω εργασία και αφού τοποθέτησε έναν ιμάντα γύρω από το ΙΧΦ αυτοκίνητο, μεταξύ των εμπροσθίων και οπισθίων τροχών, προσάρμοσε τον ιμάντα στην "κουτάλα" του φορτωτή και χειριζόμενος το μηχάνημά του άρχισε να ανυψώνει το φορτηγό ώστε να το απεγκλωβίσει από το κράσπεδο, και να το επαναφέρει στο οδόστρωμα, χωρίς να απομακρύνει τα άτομα που είχαν συγκεντρωθεί εκεί λόγω του ατυχήματος, μεταξύ των οποίων και ο Ν.

Α., αλλά αντίθετα παροτρύνοντας αυτούς μαζί με τον Α. Σ. να βοηθήσουν. Ενώ, όμως, επιχειρούσε διάφορους χειρισμούς προκειμένου να εξισορροπήσει κατά την ανύψωση το φορτηγό και να το επαναφέρει στο οδόστρωμα, από αμέλειά του, το άφησε απότομα να επικαθήσει στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα αυτό να εκτιναχθεί (αναπηδήσει) προς τα πάνω και να χτυπήσει με σφοδρότητα τον Ν.

Α. που προσπαθούσε να το ισορροπήσει και να του προξενήσει βαρεία τραυματική κάκωση του θώρακος και της κοιλίας, ρήξη του ήπατος μετά μεγάλης εσωτερικής αιμορραγίας, από την οποία αιτία επήλθε ο θάνατός του. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α Κ.Πολ.Δ (Διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και τη σύμβαση της ασφάλισης του).

Με βάση όμως τα εκτιθέμενα στην παραπάνω αγωγή, αυτή δεν υπάγεται στην παραπάνω ειδική διαδικασία αλλά στην τακτική διαδικασία, όσον αφορά τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα, ενώ ως προς τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, δεδομένου ότι η ζημία δεν προέρχεται από τη λειτουργία αυτοκινήτου και, συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης κατά το Ν. 489/1976 σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη".

Κατά τα εκτιθέμενα, όμως, στην αγωγή, όπως προκύπτουν από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της, όταν το Ι.Χ. φορτηγό του 3ου (Β1) αναιρεσιβλήτου ακινητοποιήθηκε επί του κρασπέδου της οδού, μετά την απώλεια του ελέγχου του από τον οδηγό του, την πρόσκρουσή του στα κιγκλιδώματα του αριστερού μέρους του οδοστρώματος και, στη συνέχεια, στο τσιμεντένιο κράσπεδο της δεξιάς πλευράς της οδού, το οποίο και υπερπήδησε, ευρισκόμενο το μισό εκτός οδοστρώματος και το μισό εντός αυτού έχοντας κλίση προς τα εμπρός με υπερυψωμένη την καρότσα του, ο εν λόγω οδηγός ειδοποίησε τον 1ο (Α1) αναιρεσίβλητο, που διέθετε μηχάνημα χωματουργικών έργων τύπου φορτωτή (λαστιχοφόρο), και του έδωσε την εντολή να το απεγκλωβίσει από το κράσπεδο με τον φορτωτή και να το επαναφέρει άμεσα στο οδόστρωμα για κυκλοφορία.

Ο τελευταίος, αφού τοποθέτησε έναν ιμάντα γύρω από το Ι.Χ.Φ., μεταξύ των εμπροσθίων και των οπισθίων τροχών, προσάρμοσε τον ιμάντα στην "κουτάλα" του φορτωτή του και χειριζόμενος το μηχάνημά του άρχισε να ανυψώνει το φορτηγό Ι.Χ., ώστε να το απεγκλωβίσει. Προκειμένου δε να το εξισορροπήσει, επειδή το Ι.Χ.Φ.

εξακολουθούσε να έχει επικίνδυνη κλίση, και να το επαναφέρει στο οδόστρωμα, επιχειρούσε διάφορους ελιγμούς και χειρισμούς του μηχανήματος. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή καθίσταται σαφές ότι και τα δύο ανωτέρω οχήματα, κατά την έννοια του ν. ΓΠΝ/1911, ήταν σε λειτουργία και κυκλοφορία, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις, τόσο της υπαγωγής της διαφοράς στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του Κ.Πολ.Δ., όσο και της ασφάλισης των αυτοκινήτων για την αστική ευθύνη για τις ζημίες τρίτων κατά το ν. 489/1976.

Με το να δεχθεί δε τα αντίθετα το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, συνεπώς δε υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, τα όσα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κρίνονται βάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρου πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσιβλητοι πρέπει να καταδικαστούν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειοντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ και κατανέμει κατ' ίσα μέρη, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος με τα 1223701, 1223702 και 1223703 διπλότυπα παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της 49/25-7-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 994/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως προς τους Β1, Β2, Γ1, Γ2, Γ4, Δ1, Δ2, Δ3α, Δ3β, Δ3γ και Δ3δ των αναιρεσειόντων.

Αναιρεί την 994/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως προς τους Α1, Α2 και Γ3 των αναιρεσειόντων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ