Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects Article 6 ECHR violation claim regarding noise in apartment building.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute in an apartment building. The appellant argued that the defendants' refusal to change the usage of her unit was abusive and violated her right to a fair trial under Article 6 of the European Convention on Human Rights. The court rejected the appeal because the defendants were properly summoned and absent, and the alleged violation of the right to a fair trial was not substantiated by the facts presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2 § 1, 3 §§ 1, 2, 4 § 1, 5 and 13 § 1 of Law 3741/1929; Article 6 § 1 of the European Convention on Human Rights: An error in applying substantive law by an independent and impartial court does not constitute a violation of the right to a fair trial if the proceedings were conducted lawfully and within a reasonable time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 238 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 238/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φραγκούλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ως διαχειριστού της επί της οδού ... αρ. ...... πολυκατοικίας και ατομικά ως συνιδιοκτήτου οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας πολυκατοικίας, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5 και 6) Ψ6. Οι 1ος, 2η και 4ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σιδέρη. Η 3η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά της ως δικηγόρος. Οι 5ος και 6η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2361/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3567/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, διάβασε την από 28-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων 1ου, 2ης και 4ου αναιρεσιβλήτων και η 3η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι Ψ5 και Ψ6, δεν εμφανίστηκαν, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Από δε τις ..... και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την ως άνω συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους. Επομένως, παρά την απουσία τους η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 1, 2 § 1, 3 §§ 1, 2, 4 § 1, 5 και 13 §1 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυωρόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώραν ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική, όταν η άσκησή της υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του.
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Προς εξεύρεση της παραβίασης του νόμου ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με το λόγο αναίρεσης από το αριθμό 1 ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα στο διατακτικό.
Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή, όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό, κατά τρόπο σαφή και επαρκή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία του υπ' αριθ. τέσσερα (4) διαμερίσματος, δυνάμει του υπ' αριθ. ........ συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χατζή, νομίμως μεταγραφέντος.
Το διαμέρισμα αυτό βρίσκεται στον ισόγειο όροφο της επί της οδού ..... αριθ. ...... πολυωρόφου οικοδομής. Έχει εμβαδόν 60,25 τετραγωνικά μέτρα, όπως τούτο εμφαίνεται στο από ....... σχεδιάγραμμα του μηχανικού ........ Η ως άνω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη με αριθμό .......
πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ευγενίου Κωστόπουλου, στην οποία περιλαμβάνεται και κανονισμός, που συμφωνήθηκε να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών. Οι εναγόμενοι δε είναι συνιδιοκτήτες των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής, γεγονός που συνομολογείται, η δε πρώτη των εναγομένων έπαυσε να είναι νόμιμα εκλεγμένη διαχειρίστρια και παρίσταται μόνο υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτρια αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας.
Κατά τον ως άνω κανονισμό το μεταβιβασθέν στην ενάγουσα, φέρεται με την ιδιότητα του διαμερίσματος, ενώ ρητά αναφέρεται ότι στο ισόγειο υφίσταται κατάστημα, δηλαδή, απέβλεπαν, κατά τη σύνταξη του κανονισμού, στη χρήση του χώρου αυτού ως διαμερίσματος, ήτοι ως χώρου διαμονής ατόμων. Κατά τον ως άνω κανονισμό (6ος όρος) στις διατάξεις του οποίου προσχώρησε και η ενάγουσα με την αγορά του διαμερίσματος, ορίζεται ρητά ότι "ο κύριος διηρημένης ιδιοκτησίας δύναται κατά την κρίση του να μεταρρυθμίσει ή επισκευάσει εσωτερικώς την ιδιοκτησία του....
υπό τον όρο ότι δεν θα θίγωνται οι κοινόχρηστοι χώροι και έργα, οι στηρίζοντες εσωτερικά της ιδιοκτησίας του τοίχοι και η εκ σιδηροπαγούς σκυροδέματος κατασκευής, ιδιοκτησία και η της όλης οικοδομής ασφάλεια, αντοχή και στερεότης. Απαγορεύεται παρ' οιουδήποτε ιδιοκτήτου η μεταρρύθμισις, μεταβολή ή επισκευή της διηρημένης ιδιοκτησίας του εξωτερικώς είτε προς την οδόν είτε προς την αυλήν, τους φωταγωγούς, διαδρόμους, κλιμακοστάσια ή άλλους κοινόχρηστους χώρους και το άνοιγμα πάσης οπής και παραθύρου εις τους τοίχους....".
Απαγορεύεται επίσης "ο παρ' ιδιοκτήτου τινός, χρωματισμός ή αλλαγή του εξωτερικού χρωματισμού των παραθυροφύλλων, των εξωτερικών διακοσμήσεων και εν γένει πάσα αλλαγή της εξωτερικής εμφανίσεως της οικοδομής ή των κοινοχρήστων χώρων". Περαιτέρω, στον δεύτερο όρο του κανονισμού συμφωνήθηκε ότι "απαγορεύεται η χρησιμοποίηση διαμερίσματος εν όλω ή εν μέρει ως ιατρείου λοιμωδών νοσημάτων εν γένει, Νοσοκομείου, Ξενοδοχείου, Οικοτροφείου, οίκου ανοχής ή άλλου κακόφημου οίκου, σχολείου, χορευτικού χοροδιδασκαλείου, ωδείου ή παντός γραφείου προκαλούντος ομαδικήν συγκέντρωσιν μεγάλου αριθμού επισκεπτών, ως και πάσα χρήση αντικειμένη εις τους Νόμους και τας Αστυνομικάς διατάξεις και τα χρηστά ήθη".
Τέλος, με την παράγραφο 7 του ογδόου (8)μέρους του άνω κανονισμού που αναφέρεται στη διοίκηση και διαχείριση της άνω πολυκατοικίας ορίσθηκε ότι μεταξύ των περιπτώσεων κατά τις οποίες απαιτείται για την ύπαρξη έγκυρης αποφάσεως της Γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας παμψηφία τούτων είναι και αυτές: "α)επί αποφάσεων των θιγουσών τον προορισμόν του ακινήτου, όστις προορισμός είναι η ιδιοκατοίκησις, εκμίσθωσις και η μεταπώλησις δια χρήσιν κατοικίας ή γραφείου των διαμερισμάτων, β) επί των αποφάσεων των αφορωσών κατεδάφισιν κοινοκτήτων χώρων, προσθήκη δι' ανοικοδομήσεως νέων τοιούτων, μεταβολής σχεδίου ή κτιρίου, καταργήσεως ή προσθήκης θυρών και παραθύρων....".
Από τα ως άνω αναφερόμενα στον κανονισμό, προκύπτει σαφώς ότι θεσπίσθηκαν απαγορεύσεις ως προς τη χρήση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων της πολυκατοικίας, αλλά και περιορισμοί ως προς τη χρήση των συσταθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, απαγορεύθηκε σαφώς στους συνιδιοκτήτες οποιαδήποτε επέμβαση και μετατροπή επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων πρωτοτοίχων της πολυκατοικίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εξωτερικοί τοίχοι αυτής, όπως και ο τοίχος προς την οδό......, και ότι επιτρέπεται τούτο μόνο κατ' εξαίρεση και εφόσον συναινεί προς τούτο το σύνολο των συνιδιοκτητών.
Στην περίπτωση αυτή, η ενάγουσα ζητά τη μετατροπή ενός παραθύρου του ισογείου διαμερίσματός της σε εξώθυρα και του άλλου παραθύρου που βρίσκεται με πρόσοψη στην οδό ........ σε βιτρίνα, με κλείσιμο της υπάρχουσας ήδη εισόδου στο διαμέρισμα, ώστε να μετατραπεί η χρήση από διαμέρισμα σε κατάστημα, χωρίς να προσδιορίζεται σαφώς για ποια χρήση (ανθοπωλείο ή κάτι άλλο) το ζητά.
Όπως προκύπτει από το πρακτικό με αριθμό 1 της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας, που έλαβε χώρα στις 8-1-1996, η ενάγουσα ζήτησε την άδεια για να προχωρήσει στη σύναψη μισθωτηρίου συμβολαίου με την εταιρεία του Γ1, (εκμεταλλευτού του καταστήματος του ισογείου, ως ανθοπωλείου) για τη μίσθωση σ' αυτόν για τη δημιουργία καταστήματος εμπορίας ανθέων.
Από τους παρισταμένους στη Γενική Συνέλευση, η συνιδιοκτήτρια Ψ6 εξέθεσε τις αμφιβολίες της ως προς το κατά πόσον είναι δυνατή και εφικτή μία τέτοια πρόταση, αφού τα σκαλιά σε εξοχή απαγορεύονται πάνω από τρία, όσο για τα εν εσοχή απαγορεύονται αφού έτσι θίγεται η δοκός. Τέθηκε σε ψηφοφορία η πρόταση και απορρίφθηκε, αφού τουλάχιστον τρεις των ιδιοκτητών (......., Ψ2 και Ψ5) διαφώνησαν με οποιαδήποτε αλλαγή χρήσης των ιδιοκτησιών από κατοικίες και επαγγελματικές στέγες σε καταστήματα και επέμεναν ότι οι ιδιοκτησίες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον ως κατοικίες και ως επαγγελματικές στέγες (γραφεία, ιατρεία).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δικαιούται από τον κανονισμό να προβεί στη μετατροπή από διαμέρισμα σε κατάστημα με την μεταβολή του παραθύρου σε εξώθυρα και την καθαίρεση του πρωτοτοίχου της πολυκατοικίας και τις επεκτάσεως του ενός εκ των παραθύρων του διαμερίσματός της, ώστε να γίνει βιτρίνα, όπως τούτο απεικονίζεται και στα σχετικά σχεδιαγράμματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω και σχετικά με τους λόγους της εφέσεως που αφορούν τη βασιμότητα της ενστάσεως καταχρήσεως από την άρνηση των εναγομένων ιδιοκτητών, πρέπει να λεχθούν τα κάτωθι: Ο κανονισμός της πολυκατοικίας έγινε στις 12-9-1955 και πράγματι έκτοτε επήλθε στην περιοχή αυτή, της οδού ........, μεγάλη και ραγδαία αύξηση της εμπορικότητας, ώστε πολλά ισόγεια να μετατραπούν σε καταστήματα, λόγω της αυξημένης ζητήσεως επαγγελματικών χώρων στην περιοχή του .......
Όμως, το οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο βρίσκεται η πολυκατοικία αυτή, που οριοθετείται μεταξύ των καθέτων οδών ..... και ......, έχει μικρότερη εμπορικότητα σε σχέση με τα ακίνητα που βρίσκονται πλησιέστερα προς την πλατεία ......, από την οποία απέχει περί τα 800 μέτρα. Τούτο συνάγεται και από τη διαφορά του συντελεστή εμπορικότητας, ο οποίος είναι 2,5 για το ακίνητο, όπου η πολυκατοικία και αυξάνει έως 5 πλησιάζοντας προς την πλατεία.
Επίσης, στην ως άνω πολυκατοικία ο μεγαλύτερος αριθμός των διαμερισμάτων χρησιμοποιείται ακόμη ως κατοικίες και μάλιστα οικογενειών με μικρά παιδιά, που αγόρασαν σχετικά πρόσφατα, αποβλέποντας κυρίως στην ύπαρξη του ως άνω κανονισμού που απαγορεύει τη μεταβολή και τη μετατροπή του ισογείου σε κατάστημα.
Η ενδεχόμενη μετατροπή της χρήσης του διαμερίσματος σε κατάστημα, θέλει επιφέρει μία αύξηση της κινήσεως στην περιοχή που είναι ήδη αρκετά μεγάλη, λόγω της εμπορικότητας της περιοχής με εντεύθεν αύξηση των θορύβων που αναπόφευκτα θα προκαλούνται από την προσέλευση πεζών ή και εποχούμενων πελατών στο ως άνω κατάστημα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αρχικά η ενάγουσα δήλωνε ότι θέλει εκμισθώσει τον επίδικο χώρο, ως ανθοπωλείο, πλην όμως και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, προέβη σε εκμίσθωση του ισογείου διαμερίσματος σε επιχείρηση εμπορίας ετοίμων γυναικείων ενδυμάτων, που προκάλεσε την άμεση διαμαρτυρία των ιδιοκτητών Ψ2, Ψ4, Ψ5, Ψ1, Ψ6 και Ψ3 (βλ.
την από 22-3-2006 εξώδικη διαμαρτυρία, που επιδόθηκε με την ........ έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου Κρήτης ........). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα αποβλέπει στη μετατροπή ή και τη μίσθωση με προφανώς μεγαλύτερο μίσθωμα και όχι στις τυχόν συνέπειες στους λοιπούς ιδιοκτήτες της οικοδομής, χωρίς να αποκλείεται στο μέλλον και μίσθωση για επαχθέστερη προς τους εναγομένους χρήσης, όπως π.χ.
καφετέριας, ενώ η ίδια διαμένει στο ....... Κρήτης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, ότι αμφισβητείται αν η καθαίρεση των τμημάτων των πρωτοτοίχων της πολυκατοικίας θα επιφέρει δυσμενείς συνέπειες ως προς την στατικότητά της, παρά την ύπαρξη των προσκομιζόμενων τεχνικών εκθέσεων του ........ και ........ εκ μέρους της ενάγουσας, αφού υφίσταται θέμα ως προς την δημιουργία σκάλας προσβάσεως που δεν μπορεί να βρίσκεται προς τα έξω, επί του πεζοδρομίου, θέματος επί του οποίου δεν απαντούν οι παραπάνω εκθέσεις.
Η ενάγουσα από το έτος 1959, ότε αγόρασε το ακίνητο διαμέρισμα, το παραχώρησε στο σύζυγό της, ο οποίος έως το θάνατό του το χρησιμοποιούσε ως ιατρείο, μετά δε το θάνατο αυτού το μίσθωσε στο Γ1, ως αποθηκευτικό χώρο, του δίπλα από την κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας λειτουργούντος στο ισόγειο ανθοπωλείου, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 800 ευρώ και ήδη ως κατάστημα πώλησης ετοίμων ενδυμάτων αντί αγνώστου μισθώματος.
Επομένως, είναι εύκολη η μίσθωση αυτού σύμφωνα με τον προορισμό του ήτοι ως κατοικίας ή ως γραφείου, χωρίς να υποστεί οικονομική ζημία. Βέβαια η μίσθωση ως κατάστημα θα απέφερε σ' αυτήν μεγαλύτερο μίσθωμα, πλην όμως θα δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στους λοιπούς ενοίκους της πολυκατοικίας, οι οποίοι απέβλεπαν στη μη μεταβολή της χρήσεως αυτού και αντιδρούν στη μετατροπή της χρήσεως σε κατάστημα.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των εναγομένων που απορρέει από τον κανονισμό, ώστε να απαγορεύσουν τη μετατροπή σε κατάστημα, δεν έχει επαχθείς συνέπειες ως προς την ενάγουσα ούτε σε σύγκριση με το εξ αυτού επιδιωκόμενο όφελος των ιδιοκτητών, προκαλείται στην ενάγουσα έντονη αίσθηση αδικίας ούτε υπερβαίνει η συμπεριφορά των εναγομένων τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, εμμένοντας στην ισχύ του κανονισμού, που και η ενάγουσα γνώριζε, ούτε η συμπεριφορά αυτή τείνει προς βλάβη της περιουσίας της.
Ενόψει των ανωτέρω, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ομοίως έκρινε, δεν έσφαλε, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η εκκαλουμένη, άρα, δεν έσφαλε, τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα, κρίνονται ως κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, κρίνοντας ότι δεν είναι καταχρηστική η άρνηση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων να συναινέσουν στην άρση των περιορισμών και απαγορεύσεων που έχουν καθιερωθεί με τον κανονισμό της πολυκατοικίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτές. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, οι αντίθετοι πρώτος (κατά το ένα μέρος), δεύτερος (κατά το ένα σκέλος) τρίτος (κατά το πρώτο μέρος) τέταρτος κατά το τελευταίο μέρος του πέμπτος (κατά το ένα σκέλος του), έκτος (κατά το ένα σκέλος του), έβδομος (κατά το πρώτο μέρος) και δέκατος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παροχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
Εν προκειμένω, με τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο πρώτο (κατά το ένα μέρος), δεύτερο (κατά ένα μέρος), τρίτο (κατά ένα μέρος), τέταρτο (κατά ένα μέρος), πέμπτο (κατά ένα μέρος), έκτο (κατά ένα μέρος), έβδομο (κατά ένα μέρος), όγδοο και δέκατο (κατά ένα μέρος) λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη βασιμότητα της αγωγής της και αποτελούσαν λόγους εφέσεως, ήτοι την αδυναμία χρησιμοποιήσεως του διαμερίσματος της ως κατοικία, λόγω της μεγάλης εμπορικής κίνησης που παρουσιάζει η οδός ...., τη δυνατότητα μετατροπής του διαμερίσματός της σε κατάστημα χωρίς να επέλθουν αλλαγές στην στατική επάρκεια και την όψη της πολυκατοικίας, την ανυπαρξία οποιασδήποτε οχλήσεως στους ενοίκους της πολυκατοικίας από την αλλαγή χρήσεως, τον μεγάλο αριθμό εμπορικών καταστημάτων που υπάρχουν επί της οδού ......
και τον αυξημένο συντελεστή εμπορικότητος της εν λόγω οδού. Όμως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτούς οι ως άνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και ερεύνησε όλους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που αποτελούσαν και λόγους εφέσεως, τους οποίους και απέρριψε.
Κατά τα λοιπά οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι διότι οι προσβαλλόμενες με αυτές πλημμέλειες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων και ισχυρισμούς αυτής που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ.
ΙV. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του, για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρίθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339, 432, και 444 αριθ. 3 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως είναι και οι φωτογραφίες στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορούν να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο (κατά ένα μέρος), πέμπτο (κατά ένα σκέλος), έκτο (κατά ένα μέρος) και δέκατο (κατά ένα μέρος) λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή της, δεν έλαβε υπόψη, παρότι αυτή νόμιμα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει:
α) την υπ' αριθ. ....... ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος ........, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννοπούλου, β) τις φωτογραφίες που απεικονίζουν την πολυκατοικία και τα διάφορα εμπορικά καταστήματα που υπάρχουν πλησίον αυτής επί της οδού ...... και γ) την κατάθεση του μηχανικού ......, που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθ. .......
ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε νομότυπα ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννοπούλου. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται οι και οι πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν με επίκληση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Τέλος, σημειώνεται ότι η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση με απλή παραπομπή στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές.....απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ.
Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσεως ζητήματα τα οποία αν απετέλουν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αυτό διότι η έννοια του παρεμπιπτόντως συνδέεται στο νόμο (αρθρ. 2, 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση αλλά όχι και διάγνωση του ζητήματος το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι υπερέβη την δικαιοδοσία του, διότι αποφάνθηκε επί ζητημάτων πολεοδομικής νομοθεσίας για τα οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι η Διοίκηση (Πολεοδομική Αρχή) καθόσον έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με την καθαίρεση τμήματος των πρωτοτοίχων θα επηρεασθεί η στατικότητα της πολυκατοικίας και ότι η κατασκευή σκάλας προσβάσεως στο ένδικο διαμέρισμα θα δημιουργήσει προβλήματα, επειδή θα καταλαμβάνει τμήματα του πεζοδρομίου:
Σύμφωνα όμως με τα όσα προεκτέθηκαν ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
VI. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ που πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για παραβίαση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για δίκαιη δίκη που απορρέει από την ως άνω διάταξη της Συμβάσεως της Ρώμης, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, έκρινα εσφαλμένα ότι δεν είναι καταχρηστική η άρνηση των αναιρεσιβλήτων να συναινέσουν στην αλλαγή της χρήσεως διαμερίσματός της, παρότι:
α)επί συνόλου 63 ισογείων χώρων της οδού ......., είναι το μοναδικό που δεν χρησιμοποιείται ως εμπορικό κατάστημά, αλλά παραμένει κατοικία ή γραφείο, β) η οίκηση σ' αυτό είναι αφόρητη, λόγω του θορύβου των διερχομένων αυτοκινήτων και γ) με την αλλαγή χρήσεως δεν θίγονται τα αντικειμενικά δεδομένα ούτε η ησυχία των ενοίκων των υπερυψωμένων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 31-10-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 3567/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νομίμως εκπροσώπευσής τους, για τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτο αναιρεσιβλήτους σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ και για την τρίτη αναιρεσίβλητη Ψ3, επίσης, σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ