238/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/8/2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated238/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946 όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1946 εξακολουθούν να ισχύουν (άρθρα 27 παρ. 2 ν. 1541/1985). Με βάση τα άρθρα 6, 12, 13, 14, 15, 17 παρ. 1 εδ. β, 18 και 45 του Κανονισμού αυτού, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει, το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο.
Full text
Απόφαση 238 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 238/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: "Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Πατρών", η οποία εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ροκόφυλλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/8/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 14/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/8/2005 αίτησης του .... για αναίρεση της 197/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 46 ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις" (Α΄ 149) ορίζεται ότι: 1. Το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι: α) Τακτικό, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της.
β)....2.Η υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ρυθμίζεται με την 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" (ΦΕΚ 700 Β΄/7-11-1990), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 1541/1985, δημοσιεύθηκε στο ανωτέρω ΦΕΚ και έχει ισχύ νόμου.
Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946 όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1946 εξακολουθούν να ισχύουν (άρθρα 27 παρ. 2 ν. 1541/1985). Με βάση τα άρθρα 6, 12, 13, 14, 15, 17 παρ. 1 εδ. β, 18 και 45 του Κανονισμού αυτού, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει, το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο.
Με βάση το εκτελούμενο έργο και τα απαιτούμενα προσόντα κατατάσσεται στους εξής κλάδους: α) Στο Διοικητοοικονομικό κλάδο υπάγονται όλοι όσοι κατέχουν απολυτήριο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ή πτυχίο ανώτερης ή ανώτατης σχολής και δεν ανήκουν στο τεχνικό προσωπικό. Ο Διοικητικοοικονομικός κλάδος περιλαμβάνει το λογιστικό, το διαχειριστικό και δακτυλογράφους.
β) Ο Τεχνικός κλάδος, στο οποίο υπάγονται οι Τεχνικοί απόφοιτοι μέσων τεχνικών Σχολών ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΚΑΤΕΕ, ΤΕΙ, κλπ), καθώς και οι πτυχιούχοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (Χημικοί, Πολιτικοί Μηχανικοί, Μηχανολόγοι, Γεωπόνοι, κλπ). γ) Άλλοι κλάδοι προσωπικού, στους οποίους υπάγονται οι πρακτικοί μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι, χειριστές μηχανημάτων, οδηγοί, εμπειροτέχνες, φύλακες, κλητήρες, κλπ, οι οποίοι πρέπει να είναι απόφοιτοι τουλάχιστον υποχρεωτικής εκπαίδευσης και από αυτούς οι πρακτικοί μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι, κ.λ.π.
θα πρέπει να κατέχουν δίπλωμα στη ειδικότητάς τους (άρθρο 6). Οι θέσεις του τακτικού (μόνιμου) προσωπικού, που διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού αυτού, κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: α) κατηγορία θέσεων Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.), β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.), γ) κατηγορία θέσεων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) και δ) κατηγορία θέσεων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (Π.Ε.) (άρθρ. 12).
Θέσεις της κατηγορίας ΥΕ είναι εκείνες, για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής. 2. Θέσεις της κατηγορίας ΔΕ είναι εκείνες, για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το απολυτήριο λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου, ή άλλου ισότιμου σχολείου ή τεχνικής - επαγγελματικής σχολής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή άλλης ισότιμης, ή αναγνωρισμένης σχολής τυφλών τηλεφωνητών (άρθρο 13 παρ. 1 και 2).
Η κατάταξη των θέσεων σε κατηγορίες και ο καθορισμός τους κατά κατηγορία συγκεκριμένων τυπικών προσόντων διορισμού, γίνεται με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της Οργάνωσης (άρθρ. 14). Οι θέσεις των κατηγοριών Υ.Ε., Δ.Ε., Τ.Ε., και Π.Ε., κατατάσσονται σε τέσσερις συνολικά βαθμούς, ήτοι Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄. Οι θέσεις των κατηγοριών Π.Ε., Τ.Ε., και Δ.Ε., κατατάσσονται στους βαθμούς Γ΄, Β΄ και Α΄ από τους οποίους ανώτερος είναι ο Α΄ και κατώτερος ο Γ΄.
Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών Π.Ε., Τ.Ε., Δ.Ε. και Υ.Ε. είναι σε κάθε κατηγορία οργανικά ενιαίες (άρθρο 15 παρ. 1, 2 και 4). Για την προαγωγή από βαθμό σε βαθμό απαιτείται: β) Για την κατηγορία Δ.Ε. από το βαθμό Γ΄ στο βαθμό Β΄ εννεατής υπηρεσία στο βαθμό Γ΄ και από το βαθμό Β΄ στο βαθμό Α΄ οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Β΄ (άρθρο 17 παρ. 1 εδ.
β' ). Οι υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό εφόσον διαθέτουν τα αναφερόμενα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα (άρθρο 18). Τακτικός υπάλληλος ο οποίος κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Οργάνωση απέκτησε τα προσόντα ανώτερης κατηγορίας, μπορεί με απόφαση του Δ.Σ. και ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου να μεταταγεί σε άλλη κατηγορία, κλάδο ή ειδικότερα αφού προηγουμένως:
α) Υποβάλει σχετική προς τούτο αίτηση. β) Υπάρχει κενή οργανική θέση στην άλλη κατηγορία. γ) Έχει διετή τουλάχιστον υπηρεσία στην Οργάνωση (άρθρο 45 παρ. 1). Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτουν, πλην άλλων, ότι η προαγωγή του υπαλλήλου γίνεται στον επόμενο βαθμό, εφόσον ο υπάλληλος έχει τα αναφερόμενα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, η δε μετάταξη του υπαλλήλου σε άλλη κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα γίνεται εφόσον κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του αυτός απέκτησε τα προσόντα ανώτερης κατηγορίας, και αφού τηρηθούν οι ανωτέρω προϋποθέσεις.
Περαιτέρω η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από το άρθρο 288 Α.Κ. και στηρίζεται στα άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζόμενους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δίκαιη και εύλογη.
Με βάση την αρχή αυτή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων μόνον εργαζομένων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε προσληφθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης το 1982 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να απασχοληθεί ως κλητήρας στο κεντρικό κατάστημα της τελευταίας και το έτος 1985 μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε στην κατηγορία του βοηθητικού προσωπικού στον κλάδο των κλητήρων.
Στα καθήκοντα του αναιρεσείοντος ήταν να λαμβάνει από το λογιστήριο επιταγές και να μεταβαίνει σε τράπεζες για είσπραξή τους, να φωτοτυπεί διάφορα έγγραφα, να μεταφέρει έγγραφα της εναγομένης σε διάφορες υπηρεσίες και αντιστρόφως, να καταθέτει χρήματα σε λογαριασμούς πελατών της εναγομένης κλπ. Από το έτος 1992 και εξής με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων ορίσθηκε αναπληρωτής ταμίας.
Στα καθήκοντα αυτά ανήκε η αναπλήρωση της ταμία ... κατά την κανονική της άδεια, στις άδειες ασθενείας της που δεν ήταν πολλές και σε περίπτωση ολιγόλεπτης απουσίας της από το ταμείο, κάτι όμως που γινόταν σπανίως. Πλην όμως, με την ολιγοήμερη αυτή κατ' έτος αναπλήρωση του ταμία από τον αναιρεσείοντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο τελευταίος παρείχε υπηρεσίες που ανάγονται στα καθήκοντα θέσεων του κυρίου διοικητικού προσωπικού, ούτε δημιουργείται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τον εντάξει στο κύριο διοικητικό προσωπικό και να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές.
Ότι το γεγονός, εξάλλου, ότι αυτός λαμβάνει επίδομα ταμία δεν συνηγορεί υπέρ των απόψεών του, αφού, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης, όλοι οι κλητήρες λαμβάνουν το επίδομα αυτό επειδή μεταφέρουν χρήματα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης προήγαγε τους εργαζομένους σ' αυτή Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 σε θέσεις κυρίου διοικητικού προσωπικού, ενώ και αυτοί είχαν προσληφθεί ως κλητήρες.
Ειδικότερα, ο Χ1 προσελήφθη το έτος 1982 ως κλητήρας, αλλά από την αρχή απασχολήθηκε ως υπάλληλος και το έτος 1985 μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε στον κλάδο λογιστών, ο Χ2 προσελήφθη το έτος 1982 ως κλητήρας και το έτος 1985 μετατάχθηκε σε βοηθητικό προσωπικό (κλάδος εισπρακτόρων), ο Χ3, προσελήφθη πριν από το έτος 1984 ως κλητήρας και το έτος 1985 μετατάχθηκε σε βοηθητικό πρόσωπο (κλάδος εισπρακτόρων) και ο Χ4 προσελήφθη το έτος 1982 ως εργατοτεχνίτης και το έτος 1991 κατέλαβε θέση αποθηκαρίου που επίσης ανήκει στο βοηθητικό προσωπικό.
Ότι οι υπηρεσιακές μεταβολές των ανωτέρω συναδέλφων του έλαβαν χώρα έως το 1986, ενώ ο αναιρεσείων άρχισε να ζητεί την ένταξή το στο κύριο διοικητικό προσωπικό από το έτος 1991. Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει δυσμενής μεταχείριση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη σε σχέση με τους αναφερομένους συναδέλφους του, αφού οι Χ2, Χ3 και Χ4 παρέμειναν στην κατηγορία του βοηθητικού προσωπικού, ο δε Χ1 από την αρχή της προσλήψεώς του εκτελούσε εργασία υπαλλήλου και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, διέλαβε δε πλήρεις, και σαφείς αιτιολογίες. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Με τον από το άρθρο 559 αρ.8 (αληθώς όμως από τον αρ.1) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που πρότεινε νόμιμα ο αναιρεσείων και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι "... παρά τις οχλήσεις μου η εναγομένη αντισυμβατικά και παράνομα άλλως επιδεικνύουσα όλως καταχρηστική συμπεριφορά και την ένταξή μου στο κύριο διοικητικό προσωπικό παραλείπει και με πληρώνει για τις προσφερόμενες υπηρεσίες μου με τις υποδεέστερες αποδοχές του βοηθητικού προσωπικού-κλητήρα...
Ειδικότερα α) κατά τις διατάξεις των Ν.1541/1985, Υ.Α. 27346/1970... και τον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας του προσωπικού της έχω εξ αρχής τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης, κλπ) και έχω ήδη από το 1986 συμπληρώσει την απαιτουμένη (άρθρο 21 του Κανονισμού) 3 ετή ευδόκιμη υπηρεσία για την προαγωγή μου άλλως μετάταξή μου και ένταξή μου από το βοηθητικό στο κύριο-Διοικητικό προσωπικό...
Εν τούτους παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου και αιτήσεις μου αρνείται την εν λόγω υπηρεσιακή μου εξέλιξη και αναβάθμιση ενεργώντας, έτσι, παράνομα και υπαίτια και οπωσδήποτε αυθαίρετα και αντισυμβατικά και άλλως εναντίον στην καλή πίστη και κατά τρόπο κατάφωρα άδικο παρακωλύοντας σε κάθε περίπτωση την αίρεση από την οποία εξαρτιόταν και εξαρτάται η προαγωγή μου, άλλως όλως καταχρηστικά...".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού, όπως προεκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συγκροτούν την έννοια της παραβιάσεως των αναφερομένων διατάξεων της 27346/19990 Κ.Υ.Α. και της αρχής της ίσης μεταχείρισης και ως τέτοιοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-8-2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 197/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ